69o Φεστιβάλ Βενετίας

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
images



Οι νέες ταινίες του Τέρενς Μάλικ (Το Δέντρο της Ζωής) και του Μπράιαν Ντε Πάλμα
είναι ανάμεσα στις 17 ταινίες που θα διεκδικήσουν Χρυσό Λέοντα
στο φετινό 69ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Οι δύο ταινίες μοιράζονται την ίδια πρωταγωνίστρια, τη Ρέιτσελ Μακ Άνταμς,
η οποία αναμένεται να βρεθεί στην ιταλική πόλη.
Η Βενετία θα φιλοξενήσει και άλλους διάσημους σταρ, όπως τον Τζέιμς Φράνκο.

Ανάμεσα στις ταινίες που θα συμμετάσχουν στο διαγωνιστικό είναι
-εκτός από το To the Wonder του Μάλικ και από το Passion του Ντε Πάλμα-,
οι νέες ταινίες των Ολιβιέ Ασάγιας, Τακέσι Κιτάνο, Κιμ Κι-Ντουκ και Ούλριχ Ζάιντλ.

Αναλυτικά στο διαγωνιστικό συμμετέχουν:
  • To the Wonder, Τέρενς Μάλικ (ΗΠΑ)
  • Something in the Air, Ολιβιέ Ασάγιας (Γαλλία)
  • Outrage: Beyond, Τακέσι Κιτάνο (Ιαπωνία)
  • Fill The Void, Ράμα Μπέρστιν (Ισραήλ)
  • Pieta, Κιμ Κι-Ντουκ (Νότιος Κορέα)
  • Dormant Beauty, Μάρκο Μπελόκιο (Ιταλία)
  • E’ stato il figlio, Ντανιέλε Κίπρι (Ιταλία)
  • At Any Price, Ραμίν Μπαχράνι (ΗΠΑ, Βρετανία)
  • La cinquieme saison, Πέτερ Μπρόσενς, Τζέσικα Γουντγουόρθ (Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία)
  • Un giorno speciale, Φραντσέσκα Κομεντσίνι (Ιταλία)
  • Passion, Μπράιαν Ντε Πάλμα (Γαλλία, Γερμανία)
  • Superstar, Ξαβιέ Τζιανόλι (Γαλλία, Βέλγιο)
  • Spring Breakers, Χάρμονι Κορίν (ΗΠΑ)
  • Thy Womb, Μπριγιάντε Μεντόσα (Φιλιππίνες)
  • Linhas de Wellington, Βαλέρια Σαρμιέντο (Πορτογαλία, Γαλλία)
  • Paradise: Faith, Ούλριχ Ζάιντλ (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία)
  • Betrayal, Κίριλ Σερεμπρένικοφ (Ρωσία)


Εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν οι νέες ταινίες των Σούζαν Μπίερ,
το ντοκιμαντέρ Bad 25 του Σπάικ Λι για τον Μάικλ Τζάκσον,
η νέα ταινία της Μίρα Ναΐρ που θα σηκώσει και την αυλαία του Φεστιβάλ,
η νέα ταινία του Μανουέλ ντε Ολιβέιρα,
καθώς και το The Company You Keep του Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Εκτός συναγωνισμού θα δούμε και το ντοκιμαντέρ Witness: Libya του Μάικλ Μαν
-ο οποίος είναι και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής-
καθώς και τη νέα ταινία του Ισραηλινού Αμός Γκιτάι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ελληνική παρουσία υπάρχει στο τμήμα ταινιών μικρού μήκους,
όπου διαγωνίζεται η ταινία του Γιώργου Ζώη, Τίτλοι Τέλους.

Το Φεστιβάλ διοργανώνεται από τις 29 Αυγούστου έως τις 8 Σεπτεμβρίου.

Με τη νέα ταινία της Μίρα Ναΐρ, Τhe Relunctant Fundamentalist
θα ανοίξει το 69ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Στην ταινία που θα προβληθεί εκτός συναγωνισμού πρωταγωνιστούν
οι Ριτς Αχμέντ, Κέιτ Χάντσον, Κίφερ Σάδερλαντ, Λιβ Σράιμπερ, Μάρτιν Ντόνοβαν.

Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα του Μοσχίν Χαμίντ για έναν νεαρό Πακιστανό που εργαζόταν στη Γουόλ Στριτ,
όταν η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου καταστρέφει το λαμπερό του μέλλον και του δημιουργεί αμφιβολίες για όλα όσα γνωρίζει.
Η ταινία πραγματοποίησε γυρίσματα στη Λαχώρη, το Νέο Δελχί, την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Υόρκη και την Ατλάντα.

Ο πρόεδρος του Φεστιβάλ, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα δήλωσε ότι η σκηνοθέτις του Monsoon Wedding
«έκανε μια υποδειγματική μεταφορά ενός μυθιστορήματος που ασχολείται με τους φονταμενταλισμούς παντός είδους»

«Τίτλοι τέλους» του Γιώργου Ζώη στη Βενετία

Δύο χρόνια μετά το πολυβραβευμένο Casus Belli,
ο Γιώργος Ζώης επιστρέφει στη Βενετία.
Η νέα του ταινία Τίτλοι τέλους συμμετέχει στο επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη της ταινίας,
οι Τίτλοι τέλους παρουσιάζουν «Άδεια κάδρα χωρίς μήνυμα. Μια πόλη εκτός κάδρου».

Τα γυρίσματα κράτησαν συνολικά 27 ημέρες,
και έγιναν σε σπαστά χρονικά διαστήματα από τον χειμώνα του 2011 μέχρι το καλοκαίρι του 2012 σε ολόκληρη την Αττική,
από το κέντρο της πόλης μέχρι τα πιο απομακρυσμένα προάστια.

Στην ταινία δεν συμμετέχει κανένας ηθοποιός και όλες οι σκηνές έχουν συμβεί στην πραγματικότητα.

Ως μέθοδος κινηματογράφησης επιλέχτηκε η συνεχής αναμονή για το κάθε πλάνο σε διάφορες ώρες της ίδιας ημέρας
καθώς και η επανάληψη της κινηματογράφησης των ίδιων εξωτερικών χώρων πολλούς μήνες μετά την πρώτη τους κινηματογράφηση.

Το συνεργείο αποτελούνταν από τον σκηνοθέτη, τον διευθυντή φωτογραφίας, έναν ηχολήπτη και μερικές φορές έναν οδηγό.

Ο εξοπλισμός ήταν μια κάμερα, ένα μικρόφωνο και ένα βαλιτσάκι φακών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη ταινία μικρού μήκους του Γ.Ζώη Casus Belli
έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 67ο Φεστιβάλ Βενετίας το 2010, πήρε έξι βραβεία στο Φεστιβάλ Δράμας 2010
και το βραβείο καλύτερης μικρού μήκους ταινίας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Επιλέχτηκε στα επίσημα διαγωνιστικά των μεγαλύτερων φεστιβάλ του εξωτερικού
(Rotterdam, Clermont Ferrand, Tokyo Shorts Shorts, Krakow, Palm Springs California, Los Angeles Short Fest)
και στη συνέχεια ταξίδεψε σε πάνω από σαράντα διεθνή φεστιβάλ από τη Μελβούρνη ως το Ντουμπάι,
αποσπώντας πολλά βραβεία και διακρίσεις.

Ταυτόχρονα εξασφάλισε διανομή στις ελληνικές και γαλλικές αίθουσες, ενώ έχει ήδη προβληθεί από τηλεοπτικούς σταθμούς στο εξωτερικό.

Αυτή την περίοδο ο Γιώργος Ζώης βρίσκεται στην προετοιμασία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Stage Fright,
το σενάριο της οποίας κέρδισε το βραβείο ανάπτυξης κινηματογραφικού σχεδίου του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου (CNC)
στο Φόρουμ Συμπαραγωγών Cinelink του Φεστιβάλ Σαράγεβο 2011.

Επιπλέον, συμμετέχει στο πρόγραμμα Framework του TorinoFilmLab που επιλέγει και υποστηρίζει
αναδυόμενα ταλέντα απ’ όλον τον κόσμο που δουλεύουν πάνω στην πρώτη ή τη δεύτερη ταινία τους.

πηγή: cinepivates.gr
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Με το πολιτικό θρίλερ Ο απρόθυμος φονταμενταλιστής, σκηνοθετημένο από την Ινδή Μίρα Ναϊρ, βραβευμένη το 2001 με το Χρυσό Λιοντάρι του Φεστιβάλ για την ταινία της Ο γάμος των μουσώνων, κάνει την Τετάρτη το βράδυ, 29 Αυγούστου, επίσημη έναρξη το 69ο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας. Η επιλογή αποτελεί μια έμμεση απάντηση στις Κάννες, οι οποίες επικρίθηκαν ιδιαίτερα για την «απουσία» των γυναικών σκηνοθέτιδων.

Η ταινία Ο απρόθυμος φονταμενταλιστής είναι βασισμένη στο ομότιτλο μπεστ-σέλερ που καταπιάνεται με θέματα όπως ο φονταμενταλισμός και το αμερικανικό όνειρο στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου αμερικανική κοινωνία.

Σε αυτήν πρωταγωνιστούν οι Κέιτ Χάντσον, Ριζ Αχμέντ, Κίφερ Σάδερλαντ, Μάρτιν Ντόνοβαν.

Η ταινία επελέγη, προκειμένου «να τονίσει τον αναπτυσσόμενο ρόλο της γυναικείας δημιουργικότητα σε όλα τα επίπεδα», ανάφερε ο νέος διευθυντής του φεστιβάλ, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, στην παρουσίαση του προγράμματος της φετινής Μόστρας.

Στην πραγματικότητα το φετινό Φεστιβάλ κάνει έναρξη ανεπίσημα μια μέρα πριν, στις 28 Αυγούστου, στην «Αρένα του Κάμπο Σαν Πόλο» της Βενετίας, με την προβολή της αναπαλαιωμένης κόπιας της κλασικής ιταλικής ταινίας, «Ρώμη: ώρα 11», του Τζιουζέπε Ντε Σάντις, ενός από τους δημιουργούς του ιταλικού νεορεαλισμού.

Η ταινία, που προβάλλεται με αφορμή την 60ή επέτειο από την πρώτη προβολή της ταινίας, βασίζεται σε μια έρευνα του σκηνοθέτη Ελιο Πέτρι (που τότε εργαζόταν ως βοηθός στην ταινία) γύρω από τη γυναικεία ανεργία στη Ρώμη του 1951.

Το φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ είναι ένα από τα καλύτερα των τελευταίων χρόνων, με 21 συνολικά ταινίες να διαγωνίζονται για το Χρυσό Λιοντάρι και τα άλλα βραβεία του φεστιβάλ.

Στο Φεστιβάλ θα προβληθούν ταινίες από διάσημους σκηνοθέτες όπως οι Τέρενς Μάλικ, Τακέσι Κιτάνο, Μπράιαν Ντε Πάλμα, Πολ Τόμας Αντερσον, Ερμάνο Ολμι, Μάρκο Μπελόκιο, Κιμ Κι-Ντουκ, Μπριλάντε Μπεντόζα, Ούλριχ Ζάιντελ, κ.ά.

Στο κόκκινο χαλί, που οδηγεί στη νέα μεγάλη αίθουσα του φεστιβάλ στο Λίντο της Βενετίας, αναμένεται να ανέβουν διασημότητες όπως οι: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Ρέιτσελ ΜακΑνταμ, Μπεν Αφλεκ, Ρέιτσελ Βάις, Χαβιέ Μπαρντέμ, Τζούλι Κρίστι, Γιοακίν Φίνιξ, Κλαούντια Καρντινάλε και άλλοι

Στο φετινό πρόγραμμα συμμετέχει και η ελληνική ταινία μικρού μήκους Τίτλοι τέλους, του Γιώργου Ζώη, που θα προβληθεί στο τμήμα «Ορίζοντες».

Ο Γιώργος Ζώης είχε συμμετάσχει στο φεστιβάλ της Βενετίας και το 2010 με τη μικρού μήκους ταινία του Casus Belli.

Ελληνική παρουσία και σε μια από τις κριτικές επιτροπές, με τον Μισέλ Δημόπουλο, πρώην διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, να συμμετέχει στην επιτροπή του βραβείου «Ντίνο Ντε Λαουρέντις», που απονέμεται σε πρώτο έργο.

Η φετινή, πάντως, Μόστρα γιορτάζει και άλλες επετείους.

Παρόλο που αριθμητικά το φετινό είναι το 69ο φεστιβάλ, φέτος έχουν περάσει 80 χρόνια από τότε που τον Αύγουστο του 1932, η Μόστρα έκανε την πρώτη της εμφάνιση, με αποτέλεσμα να είναι το πρώτο κινηματογραφικό φεστιβάλ στον κόσμο.

Για τα 80 χρόνια του, το Φεστιβάλ έχει ετοιμάσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ρετροσπεκτίβα με αναπαλαιωμένες κόπιες κλασικών ταινιών.

Του αφιερώματος «ηγείται» η κόπια (διάρκειας 3 ωρών και 40 λεπτών) της ταινίας Η πύλη του Παραδείσου του Τέρενς Μάλικ, που θα παρουσιάσει ο ίδιος ο σκηνοθέτης της.

Επίσης, θα προβληθούν οι ταινίες:

Οι καμπάνες του μεσονυχτίου (1965) του Ορσον Γουέλς
Στρόμπολι (1950) του Ρομπέρτο Ροσελίνι
Χοιροστάσιο (1969) του Πιερ Πάολο Παζολίνι
Πολίτης υπεράνω υποψίας (1970) του Ελιο Πέτρι
Η λεωφόρος της Δύσεως (1950) του Μπίλι Γουάιλντερ
Φάνι και Αλέξανδρος (1982) του Ινγκμαρ Μπέργκμαν

Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ είναι ο σκηνοθέτης Μάικλ Μαν.

Πηγή : in.gr
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Με την πρεμιέρα του «Διστακτικού φονταμενταλιστή» («The reluctant fundamentalist»),
τελευταίας ταινίας της ινδής σκηνοθέτριας Μίρα Ναΐρ, ετοιμάζεται να αρχίσει η 69η κινηματογραφική Μόστρα,
την ερχόμενη Τετάρτη 29 Αυγούστου.
Για ένα δεκαήμερο το Λίντο, το «μελαγχολικό» νησί έξω από τη Βενετία,
εκεί όπου ο Λουκίνο Βισκόντι σκηνοθέτησε τον «Θάνατο στη Βενετία»,
θα γεμίσει από αστέρες του παγκόσμιου κινηματογραφικού στερεώματος οι οποίοι θα κάνουν ό,τι μπορούν για την προώθηση των προϊόντων τους σε μια εποχή δύσκολη για τον κινηματογράφο.

Ποιοι αναμένεται να βρεθούν στο Λίντο; Αρκετοί,
αν και εφέτος το επίσημο πρόγραμμα της κινηματογραφική Μπιενάλε δεν δείχνει τόσο ελκυστικό όπως πέρυσι. Ανάμεσα σε αυτούς που αναμένεται να δώσουν το «παρών» είναι ο Κίφερ Σάδερλαντ που πρωταγωνιστεί στην (εκτός συναγωνισμού) ταινία της Ναΐρ, ο Μπεν Αφλεκ, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ και η Ρέιτσελ Μακ Ανταμς που συμπρωταγωνιστούν στην ταινία του Τέρενς Μάλικ «To the wonder» (η Μακ Ανταμς παίζει και στο «Πάθος» του Μπράιαν Ντε Πάλμα - δείτε σχετικό βίντεο), ο Χοάκιν Φίνιξ και ο Φίλιπ Σίμορ Χόφμαν που πολύ πιθανόν να έχουν δώσει tout - de - force ερμηνείες στο «The master» του Πολ Τόμας Αντερσον, η Ιζαμπέλ Υπέρ, πρωταγωνίστρια στην τελευταία ταινία του Μάρκο Μπελόκιο «Bella addormentata» και ο Τζέιμς Φράνκο που πρωταγωνιστεί στο όπως όλα δείχνουν προκλητικότατο «Spring breakers» του Χάρμονι Κοράιν.

Το ενδιαφέρον του εφετινού φεστιβάλ όμως, αλλά ενδεχομένως και το μεγάλο στοίχημά του, είναι οι ταινίες με αμιγώς «φεστιβαλικές» προδιαγραφές και χωρίς τη στήριξη των μεγάλων ονομάτων. Σε μια χρονιά χωρίς πλούσιο υλικό-κράχτη, κάποιες από αυτές τις ταινίες ενδεχομένως να κάνουν την έκπληξη: Κίριλ Σερεμπρένικοφ («Προδοσία», Ρωσία), Μπριγιάντε Μεντόζα («Sinapupunan», Φιλιππίνες), Βαλέρια Σαρμιέντο («Linhas de Wellington», Γαλλία/ Πορτογαλία), Πέτερ Μπρόσενς, Τζέσικα Γούντγουορθ («Η έκτη σεζόν», Βέλγιο), Ράμα Νπερστάιν («Fill the void»/ «Γεμίστε το κενό», Ισραήλ), Ντανιέλε Τσίπρι («E´ stato il figlio»/ «Ηταν ο γιος», Ιταλία), Κιμ Κι Ντουκ («Πιέτρα», Νότιος Κορέα).

Στο εκτός συναγωνισμού πρόγραμμα θα βρούμε επίσης το «O Gebo e a Sombra», την τελευταία ταινία του αειθαλούς Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα (είναι 104 χρόνων και γυρίζει καινούργια ταινία!), το «The company you keep» του Ρόμπερτ Ρέντφορντ με πρωταγωνιστή τον ίδιο στον ρόλο ενός δικηγόρου με βαρύ παρελθόν, αλλά και αρκετά ντοκυμαντέρ, όπως το «Bad 25» του Σπάικ Λι και το ντοκυμαντέρ που σκηνοθέτησε ο Τζόναθαν Ντέμι για τη ζωή και τη μουσική του ιταλού μουσικού Ενζο Αβιτάμπιλε.

Για την προσφορά του στον κινηματογράφο θα τιμηθεί με το βραβείο Persol 2012 ο Μάικλ Τσιμίνο, ο δημιουργός του «Ελαφοκυνηγού» αλλά και του παρεξηγημένου αριστουργήματος «Η πύλη της Δύσης» που γυρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και η αποτυχία της στοίχισε τη ζωή του στούντιο United Artists. Η «Πύλη της Δύσης» θα παιχτεί στην τελετή απονομής του βραβείου στον Τσιμίνο, του οποίου η ολοκληρωτική μεταμόρφωση προσώπου έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, ακόμη και φήμες για αλλαγή φύλου. Από ελληνικής πλευράς, όπως έχουμε ξαναγράψει, η μοναδική παρουσία είναι στις μικρού μήκους όπου συμμετέχει η ταινία του Γιώργου Ζώη «Τίτλοι τέλους» (δείτε συνέντευξη του σκηνοθέτη στο Βήμα). Μία ακόμη ελληνική παρουσία όμως είναι και του κριτικού κινηματογράφου, πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Μιχάλη Δημόπουλου που είναι μέλος της κριτικής επιτροπής Opera Prima, η οποία αφορά ταινίες πρωτοεμφανιζόμενων.

Πρόεδρος της εφετινής κριτικής επιτροπής είναι ο αμερικανός σκηνοθέτης Μάικλ Μαν, αγαπημένο παιδί του Φεστιβάλ Βενετίας αφού από αυτό το φεστιβάλ ξεκίνησε η πανευρωπαϊκή καριέρα της ταινίας του «Η διαδρομή» με τον Τομ Κρουζ και τον Τζέιμι Φοξ. Στο πλευρό του Μαν οι Mαρίνα Αμπράμοβιτς, Λετισιά Καστά, Πέτερ Χο Σουν Τσαν, Αρι Φόλμαν, Ματέο Γκαρόνε, Ούρσουλα Μέιερ, Σαμάνθα Μόρτον και Πάμπλο Ταπέρο.


Πηγή : το βήμα
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Βενετία, Ιταλία

The Wonder του Τέρενς Μάλικ
Χειροκροτήματα, αλλά και αποδοκιμασίες προκάλεσε η προβολή της ταινίας To The Wonder του Τέρενς Μάλικ,
η οποία προβλήθηκε στη Βενετία.

Οι περισσότεροι μιλούν για μια επανάληψη του Δέντρου της Ζωής
που όμως δεν αποκλείεται να χαρίσει βραβείο στον σκηνοθέτη.

Ο Αμερικανός Νιλ (Μπεν Αφλεκ) και η Ουκρανή Μαρίνα (Ολγκα Κουριλένκο)
ζουν στη Γαλλία έναν δυνατό έρωτα.
Το ζευγάρι μετακομίζει στις ΗΠΑ μαζί με τη δεκάχρονη κόρη της Μαρίνα.
Ο Νιλ, όμως, θα διστάσει να παντρευτεί τη Μαρίνα, κάτι που θα έχει απρόσμενα αποτελέσματα για τη σχέση του ζευγαριού.

Ο Τέρενς Μάλικ για άλλη μια φορά δεν επιλέγει κλασική αφήγηση για να πει την ιστορία του.
Η ταινία διαθέτει ένα voice over -που ορισμένοι κριτικοί βρήκαν κουραστικό-
και εντυπωσιακές εικόνες που χαρακτηρίζουν το σινεμά του σκηνοθέτη.

Αν και πρωταγωνιστής, ο Μπεν Άφλεκ μιλά ελάχιστα στην ταινία,
ενώ η Ρέιτσελ ΜακΆνταμς κρατά έναν μικρό ρόλο ως μια πρώην ερωμένη του Νιλ.

Λιγότερο μεγαλεπήβολο από το Δέντρο της Ζωής,
το To The Wonder -το οποίο μέχρι την τελευταία στιγμή κάλυπτε ένα μυστήριο-,
μοιράζεται πολλά στοιχεία με την προηγούμενη -βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα- ταινία του Μάλικ.


The Master του Πολ Τόμας Άντερσον

Διθυραμβικές κριτικές απέσπασε το The Master του Πολ Τόμας Άντερσον,
φαβορί και για τον Χρυσό Λέοντα.
Ο σκηνοθέτης έφτιαξε μια ταινία για τη σχέση ανάμεσα σε έναν μαθητή και έναν δάσκαλο,
μια αίρεση (που μοιάζει αρκετά με τη Σαϊεντολογία).

Σε μια μεταπολεμική Αμερική,
το ψυχογράφημα του Άντερσον παρακολουθεί την ιστορία ενός «τσαρλατάνου»
που πουλά πνευματική «θεραπεία» στα πλήθη.
Εξαιρετικές κριτικές απέσπασε η ερμηνεία του Γιοακίν Φοίνιξ
(ο οποίος στη συνέντευξη Τύπου εμφανίστηκε αδιάφορος και σχεδόν δεν απάντησε σε ερωτήσεις).

πηγή: in.gr
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
The-Iceman-Poster.jpg



The Iceman

Εχοντας δολοφονήσει περισσότερους από εκατό ανθρώπους στην λαμπρή καριέρα του ως πληρωμένος δολοφόνος για την μαφία,
ο Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι, συνελήφθη το 1986.
Τότε ήταν και η πρώτη φορά που η γυναίκα του και οι δυο του κόρες ανακάλυψαν ποια ακριβώς ήταν η δουλειά του
και από που προέρχονταν τα χρήματα που τους εξασφάλιζαν μια κάτι παραπάνω από άνετη ζωή στα προάστια του Νιου Τζέρσει

Το γεγονός ότι για ολόκληρες δεκαετίες κράτησε ανέπαφο το διαχωριστικό σύνορο μεταξύ της αληθινής του ταυτότητας και του προσωπείου του
ως οικογενειάρχη, λέει κάτι για τον χαρακτήρα, που τον γνωρίζουμε ως τρυφερό σχεδόν ντροπαλό ραντεβού της μέλλουσας γυναίκας του
(την υποδύεται η Γουίνονα Ράιντερ), μόνο και μόνο για να τον δούμε λίγα λεπτά αργότερα να δολοφονεί εν ψυχρώ και χωρίς καμιά τύψη έναν άνθρωπο.

Ξεκινώντας από μια χαμηλά αμειβόμενη δουλειά στη βιομηχανία του παράνομου πορνό,
γρήγορα θα ανέβει στην εγκληματική τροφική αλυσίδα κερδίζοντας μια θέση δίπλα σε έναν ισχυρό άντρα της μαφίας,
στον οποίο δίνει σάρκα και ο οστά ο Ρέι Λιότα σε μια επιλογή που αν και προοιμίου πετυχημένη,
φέρνει δυστυχώς στο μυαλό το παρόμοιο αλλά και πολύ καλύτερο «Goodfellas» του Σκορσέζε.

Ο γεννημένος στο Ισραήλ αλλά κάτοικος Αμερικής Εϊριελ Βρόμεν κάνει εδώ την πιο υψηλού προφίλ ταινία της μάλλον αδιάφορης φιλμογραφίας του, στήνοντας μια τεταμένη ιστορία που όμως μοιάζει να βρίσκεται λίγο πάνω από τις δυνατότητές του.
Δεν είναι ότι δεν πετυχαίνει την ατμόσφαιρα ή την ανασύσταση της εποχής,
ή ακόμη και την πειστική ξενάγηση μας στον κόσμο της παρέας των «καλών παιδιών» που μας συστήνει.

Το πρόβλημα είναι πως το φιλμ του,
ακόμη κι αν δοκιμάζει να κοιτάξει πιο βαθιά από την επιδερμίδα και την ιστορία του βασικού του ήρωα, δεν κατορθώνει να χτίσει πετυχημένα το ψυχολογικό πορτρέτο του και παραμένει παγιδευμένο σε μια ασταμάτητη παράθεση γεγονότων και βίας που γρήγορα κουράζει και τον πιο αφοσιωμένο θεατή.

Ο Μάικλ Σάνον εν τούτοις δίνει μια αληθινά ηλεκτρισμένη ερμηνεία, κατορθώνοντας να χωρά στην ίδια σκηνή το σκοτάδι και την απόγνωση ενός ανθρώπου και παραμένει από την πρώτη σκηνή μέχρι την τελευταία, η αληθινή δύναμη που σπρώχνει το φιλμ μπροστά και κράτα τα μάτια σου καρφωμένα στην οθόνη.

Μια σειρά από ηθοποιούς όπως ο Ντέιβιντ Σουίμερ, ο Στίβεν Ντόρφ, ο Τζέιμς Φράνκο ή ο Κρις Εβανς, κρατούν μικρούς ή λίγο μεγαλύτερους ρόλους στο φιλμ κρυμμένοι πίσω από φαβορίτες μουστάκια και μακριά μαλλιά, κάτι που δεν προσθέτει κάτι αληθινά χρήσιμο πέρα από ένα χαριτωμένο παιχνίδι του να προσπαθείς να ανακαλύψεις ποιος κρύβεται πίσω από αυτή τη... ‛70s τρίχινη επίθεση στην οθόνη...

πηγή : flix


 
Last edited:

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
ent_tothewonder_0902.jpg


Ολος ο κόσμος την περίμενε σαν το χελιδόνι την άνοιξη,
μπας και είναι η όαση σε ένα φεστιβάλ φτωχό μέχρι τώρα από πολύ καλές ταινίες.
Και όμως, το «To the wonder» -που ελεύθερα μπορεί να μεταφραστεί ως «Προς το θαύμα»- η τελευταία ταινία του γκουρού του αμερικανικού κινηματογράφου Τέρενς Μάλικ., του ανθρώπου
–φάντασμα που δεν εμφανίζεται ποτέ και πουθενά, ήταν μια μεγάλη απογοήτευση.
Επί δυο ολόκληρες ώρες παρακολουθούμε πλάτες ανθρώπων που κυκλοφορούν σαν υπνωτισμένοι και ψελλίζουν ερωτόλογα χωρίς να ακούγονται. Το φιλμ θυμίζει πολύ την αμέσως προηγούμενη ταινία του Μάλικ, «Το δέντρο της ζωής» που είχε επίσης προβλήματα φλυαρίας χωρίς λόγο.

Οff αφηγήσεις άλλοτε από γυναικεία φωνή, άλλοτε από αντρική, μια στα γαλλικά, μια στα αγγλικά και μια στα ισπανικά, δεν βοηθούν ιδιαίτερα στον ρυθμό της ταινίας αλλά τουλάχιστον σου δίνουν να καταλάβεις τι περίπου γίνεται. Παρακολουθούμε τα στάδια της σχέσης ενός νεαρού όμορφου ζευγαριού. Ο Μπεν Αφλεκ και η Ολγκα Κουριένκο. Αμερικανός και Ευρωπαία. Περιφέρονται στην φύση, στην πόλη (Παρίσι), στην αμερικανική επαρχία. Εμπλουτισμένοι με όμορφες εικόνες που έχεις την εντύπωση ότι βρίσκονται εκεί απλώς για να βρίσκονται.

Παράλληλα παρακολουθούμε και την ιστορία ενός καθολικού ιερέα (ο Χαβιέρ Μπαρδέμ χρειάζεται επειγόντως δίαιτα) που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον θεό ενώ επισκέπτεται τραυματισμένους ανθρώπους από τις κακουχίες της ζωής.

Στην καλύτερη περίπτωση η μισή ταινία θα μπορούσε να λείπει και μπορώ πολύ καλά να δικαιολογήσω τον εκνευρισμό του κοινού στην πρώτη προβολή της ταινίας που άρχισε να γιουχάρει αλύπητα την ταινία μη δείχνοντας κανέναν σεβασμό στον δημιουργό ορισμένων κολοσσιαίων ταινιών του αμερικανικού κινηματογράφου («Badlands», «Η λεπτή κόκκινη γραμμή») ο οποίος, ωστόσο, αν και εξακολουθεί να παραμένει ανήσυχος, εδώ φαίνεται εξαντλημένος και χωρίς ουσιαστικό θέμα στα χέρια του.

Το φεστιβάλ της Βενετίας ήταν, είναι και θα είναι ένα ατελείωτο, επαρχιώτικο πανηγύρι. Οι εικόνες μιλούν μόνες τους και μόνον κρίση δεν δηλώνουν. Οι εικόνες που μιλούν για κρίση δεν φαίνονται. Είναι οι επισκέπτες που για πολλούς και διάφορους λόγους (κυρίως οικονομικούς) αποφάσισαν εν τέλει να μην έρθουν.

Πάντως, έξω από την Salla Grande όπου γίνονται οι επίσημες προβολές της Μόστρα, ο κόσμος ουδόλως ενδιαφέρεται για τις ταινίες αφού εκεί τον πρώτο λόγο έχει το περπάτημα στο κόκκινο χαλί. Η ομορφιά του γλυκούλη Ζακ Εφρον και η φίρμα του φορέματος της Ολγκα Κουριένκο η οποία από κορίτσι του Τζέιμς Μποντ στο «Quantum of solace» τείνει να γίνει art house ντίβα παίζοντας σε ταινίες όπως το «To the wonder». Απρόβλεπτη εκτόξευση πάντως του κοντοπίθαρου Ζακ. Τεράστια πέραση. Μέχρι και μπλουζάκια «Ζακ σ’ αγαπώ» φορούσαν. Μιλώντας για μπλουζάκια πάντως, την μεγαλύτερη εντύπωση έκανε αυτό του Σπάικ Λι με την στάμπα Μάικλ Τζάκσον. Το να προωθείς την ταινία σου το καταλαβαίνω. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι η υπερβολή. Στο ντοκιμαντέρ του Λι οι πάντες μιλούσαν για τον Τζάκσον λες και ήταν κάτι σαν διάδοχος του Μπετόβεν και του Μότσαρτ μαζί.

πηγη: το βήμα
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Bad 25

Η μουσική διάννοια του Μάικλ Τζάκσον (1958 – 2009) και η δουλειά που έγινε για την δημιουργία του Bad,
ενός από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ όλων των εποχών που εφέτος κλείνει 25 χρόνια ζωής,
υπήρξε ο κεντρικός πυρήνας του ντοκιμαντέρ «Bad 25» που σκηνοθέτησε ο Σπάικ Λι
και παρουσιάστηκε, εκτός συναγωνισμού την Παρασκευή στην Μόστρα.

Δίνοντας έμφαση στην καρπερή συνεργασία του Τζάκσον με τον Κουίνσι Τζόουνς
(παραγωγός άλμπουμ του πρώτου όπως τα Thriller και Bad),
ο αφροαμερικανός σκηνοθέτης γύρισε μια καθαρά ενημερωτική ταινία φτιαγμένη για να τιμήσει έναν ευφάνταστο δημιουργό
και απευθυνόμενη σε όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για το φαινόμενο Μάικλ Τζάκσον.
Χρησιμοποιώντας άπλετο αρχειακό υλικό αλλά και πρωτογενές με συνεντεύξεις καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν μαζί του,
ανάμεσα στους οποίος και ο Μάρτιν Σκορσέζε, δημιουργός του βίντεο κλιπ Bad, ο Λι ξαναζωντανεύει τη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς
ενώ μεγάλο επίτευγμα του σκηνοθέτη ήταν ότι κατόρθωσε να βρει υλικό που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στο παρελθόν δημοσίως,
μέρος του οποίου γυρίστηκε από τον ίδιο τον Τζάκσον.


At any price

Προς το παρόν η μεγάλη ταινία δεν έχει εμφανιστεί ακόμη στην 69η διοργάνωση του φεστιβάλ Βενετίας
χωρίς αυτό να σημαίνει όμως ότι το φεστιβάλ δεν έχει προσφέρει στιγμές με ενδιαφέρον.
Μια από αυτές ήταν η ταινία «At any price» («Με όποιο τίμημα») του Ραμίον Μπαχρανί
στην οποία ένας θαυμάσιος Ντένις Κουέιντ υποδύεται τον αγρότη της Αϊοβα που προσπαθεί να σώσει την επιχείρησή του
όχι πάντα με νόμιμα μέσα, μέσα στο άγχος της εποχής που επιβάλλει το σύνθημα «εξαπλώσου ή πέθανε».

Με κεντρικό άξονα την σχέση του ήρωα με τον γιο του (Ζακ Εφρον) που θέλει να απομακρυνθεί από την οικογένειά του
και να γίνει ραλίστας,η ταινία εξετάζει κάθε πτυχή της ζωής μιας οικογένειας σε παρακμή (οικονομική, κοινωνική, ερωτική),
στην οποία αντανακλάται με πολύ εύστοχο τρόπο η δύσκολη εποχή μας.

Paradise:Faith

Μετά τον «Ερωτα» που είδαμε στο τελευταίο φεστιβάλ των Κανών, η «Πίστη»
είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας του αυστριακού σκηνοθέτη Ούλριχ Ζάιντλ με τον γενικό τίτλο «Παράδεισος».
Στον «Ερωτα» παρακολουθούσαμε τις «περιπέτειες» μιας σεξουαλικά πεινασμένη,
υπέρβαρης αυστριακής που πηγαίνει στην Αφρική αναζητώντας νέα, αθλητικά κορμιά για να εκπληρώσει τις σεξουαλικές ορέξεις της.
Στην «Πίστη» παρακολουθούμε στιγμιότυπα από την ζωή μιας φανατικής καθολικής, παθιασμένα ερωτευμένης με τον Ιησού Χριστό.
Την βλέπουμε να ταλαιπωρεί το κορμί της σε καθημερινή βάση (αυτομαστίγωμα και άλλα βασανιστήρια),
να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι με μια μαντόνα στο χέρι προκειμένου να πρσοηλυτίσει κόσμο στον χριστιανισμό κ.ο.κ.

Από την εποχή του «Dogdays» που παρουσιάστηκε στο ίδιο φεστιβάλ το 2,
ο κινηματογράφος του Ζάιντλ κινείται στα όρια της εικαστικής παρέμβασης και της θεματικής ακρότητας που μόνον στόχο έχει να προκαλέσει. Μπορείς να τον μισήσεις ή να τον λατρέψεις.Προσωπικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία..

πηγή: το βήμα
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
OutrageBeyondPoster.jpg


Δύο χρόνια μετά το «Outrage» που συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών (και δεν είδαμε ποτέ στην Ελλάδα),
ο Τακέσι Κιτάνο επιστρέφει στη Βενετία με το «Outrage Beyond»,
επιβεβαιώνοντας πως αν θες έναν γιακούζα να καθαρίσει το μόνο που χρειάζεται είναι να τον φωνάξεις...



Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σας περιγράψουμε τι ακριβώς συνέβαινε στο «Οutrage» και τι συμβαίνει τώρα στο «Outrage Beyond».
Ανεπίσημο σίκουελ το δεύτερο του πρώτου, δεν είναι παρά μια τυπική Κιτανική γκανγκστερική ιστορία στους κόλπους της γιαπωνέζικης μαφίας, όπου όλα διέπονται από ισχυρές δόσεις διαφθοράς, αντεστραμμένους κώδικες τιμής και πολλούς μα πολλούς εν ψυχρώ φόνους.

Master του είδους, ο Κιτάνο δεν πρωτοτυπεί, ούτε καν ενδιαφέρεται αν θα κατηγορηθεί πως εδώ και πολλά χρόνια κάνει απλά την ίδια ακριβώς ταινία χωρίς να προσθέτει τίποτα στο κινηματογραφικό του σύμπαν, αφαιρώντας ταυτόχρονα το λυρισμό που έκανε τις καλύτερες από τις ταινίες του («Sonatine», «Πυροτεχνήματα») να αφορούν ένα μεγαλύτερο κοινό και να βραβεύονται στα Διεθνή Φεστιβάλ.

Το «Οutrage Beyond» είναι μια ταινία (παραγωγής της ιαπωνικής Warner) φτιαγμένη για το κοινό της Ιαπωνίας και για τους φανατικούς θαυμαστές του Κιτάνο. Αυτούς που θα ενθουσιαστούν με τον τρόπο που... εμφανίζεται σε αυτήν την γκανγκστερική ιστορία για να αποτελειώσει ό,τι δεν μπορούν να καταφέρουν τουλάχιστον τρεις φατριές μαφιόζων και η αστυνομία μαζί.



Κυνικός, αστείος, μελαγχολικός και με διαφορά ο πιο ψυχρός εκτελεστής της μεγάλης οθόνης, ο Κιτάνο υποδύεται έναν παλιομοδίτη γιακούζα που αψηφά κάθε κανόνα τιμής και ατιμίας, προκειμένου να επιβιώσει σε έναν κόσμο που οι ανακωχές ανάμεσα στα μεγάλα κεφάλια της μαφίας είναι κενό γράμμα και ο μοναδικός τρόπος να μείνεις ζωντανός είναι να καθαρίσεις όλους τους υπόλοιπους.

Για την ερμηνεία του και μόνο, το «Οutrage Beyond» αξίζει που βρίσκεται στο Φεστιβάλ Βενετίας, αν και στην πραγματικότητα η θέση του θα έπρεπε να είναι στο Εκτός Διαγωνιστικού τμήμα.

Αλλά βλέπετε ο Κιτάνο είναι αγαπημένος σκηνοθέτης της Μόστρας με επτά συμμετοχές μέχρι σήμερα στο Διαγωνιστικό της πρόγραμμα, έναν Χρυσό Λέοντα για τα «Πυροτεχνήματα» το 1997 και ένα ειδικό βραβείο σκηνοθεσίας, ανάμεσα σε άλλα, για το «Zatoichi» του 2003.

οι πιθανότητες του να το δείτε στις ελληνικές αίθουσες είναι τόσο λίγες, όσο και το να πάρει κάποιο βραβείο η ταινία στο Φεστιβάλ.

πηγη : flix

 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Superstar-Poster.jpg


Ο παραλογισμός αλλά και τα καταστροφικά αποτελέσματα των μίντια είναι το θέμα της πολύ καλής γαλλικής ταινίας «Σούπερ-σταρ» του Ξαβιέ Τζιανολί, που προβλήθηκε τη δεύτερη ημέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του 69ου φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας.

Για τον σκηνοθέτη το πρόβλημα είναι τα μίντια και όπως δήλωσε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του, «ό,τι αγγίζουν τα μίντια, το καταστρέφουν».

Ο ήρωας του, ο Μαρτέν (μια εξαιρετική ερμηνεία από τον γνωστό κωμικό της τηλεόρασης Καντ Μεράντ, ερμηνεία που σίγουρα θα είναι στα φαβορί για τα βραβεία), απλός εργάτης σε εργοστάσιο, γίνεται ξαφνικά διάσημος, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, όταν κάποια μέρα οι επιβάτες στο λεωφορείο αρχίζουν να τον φωτογραφίζουν με τα κινητά τους. Οι παπαράτσι και τα μίντια τον κυνηγούν καθημερινά, αν και για τον Μαρτέν αυτό μετατρέπεται σε αληθινό εφιάλτη.

Ο Μαρτέν γίνεται λαϊκός ήρωας και κάθε του πράξη, ακόμη και οι αρνητικές του απαντήσεις, όπως η τρομερή, απελπιστική κραυγή που βγάζει στην τηλεόραση όταν τον στριμώχνει με τις ερωτήσεις του ένας ψυχολόγος (σκηνή που παραπέμπει στην «Κραυγή» του Μουνκ), γίνεται σύνθημα για τον καθημερινό άνθρωπο.

Η ιστορία θυμίζει εκείνη του σκετς στην ταινία του Γούντι Άλεν, «Ρώμη σ' αγαπώ», αν και στο κωμικό, σατιρικό στιλ της ταινίας του αμερικανού σκηνοθέτη ο Τζιανολί προτίμησε να δημιουργήσει μια εφιαλτική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.

Πάντως, στη συνέντευξή του ο σκηνοθέτης της ταινίας υποστηρίζει πως ο Γούντι Άλεν του «έκλεψε» την ιδέα ή τουλάχιστον ο ατζέντης του διάσημου Αμερικανού κωμικού, όταν, ενώ σε συνάντηση που είχαν λίγο πριν ο Τζιανολί αρχίσει το γύρισμα της ταινίας του, και πολύ πριν ο Γούντι Άλεν αρχίσει τα γυρίσματα της δικής του, τού αφηγήθηκε την ιστορία του.

Υπάρχουν και στις δυο ταινίες σκηνές ιδιαίτερα όμοιες που τονίζουν τη σχέση των δύο. Ο Γάλλος σκηνοθέτης εκμυστηρεύτηκε πως ο ίδιος σοκαρίστηκε όταν είδε την ταινία του Άλεν, σημειώνοντας όμως ότι «πρέπει να σου τονίσει πως εκτιμώ και θαυμάζω τον Γούντι Άλεν και τον θεωρώ και μέντορά μου, γιατί και εγώ, όπως και πολλοί άλλοι σκηνοθέτες έχουμε μελετήσει το έργο του και επηρεαστεί από αυτό».

πηγή: nooz.gr


 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
fill-the-void.jpg


Fill The Void

To «Fill the Void» της Ράμα Μπουρστάιν έρχεται στο Φεστιβάλ Βενετίας ως ένα ακόμη δείγμα του ανεπίσημου
αλλά ανερχόμενου κινηματογραφικού «κινήματος» του ισραηλινού σινεμά,
με σειρά ταινιών που ασχολούνται με την ιδιοσυγκρασιακή καθημερινότητα των ορθόδοξων Εβραίων
και τη θέση τους μέσα στην εβραϊκή κοινωνία.

Ειδικά στην περίπτωση της Μπουρστάιν, η ενασχόληση με την χασιδική κοινότητα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον,
αφού πριν φτάσει στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, η σκηνοθέτις υπήρξε καθηγήτρια κινηματογράφου και δημιουργός ταινιών για εσωτερική κατανάλωση της κοινότητας και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και των γυρισμάτων του «Fill the Void»
συμβουλευόταν συνεχώς τους ορθόδξους ιερείς προκειμένου να μείνει πιστή στην απεικόνιση του μικρόκοσμου μέσα στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία της ηρωίδας της.

Γεγονός που εξηγεί την σχεδόν τελετουργική επιμονή με την οποία κινηματογραφεί τα έθιμα των ορθόδων Εβραίων
και τα μικρά ή μεγάλα δράματα που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα στους κόλπους των κανόνων πάνω στους οποίους έχουν οικοδομήσει τη ζωή τους.

Κεντρική ηρωίδα του «Fill the Void» είναι η Σίρα,
μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα, η οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί με ένα μέλος της κοινότητας
που φυσικά δεν γνωρίζει και έχει επιλεχθεί γι' αυτήν από την οικογένεια της.
Είναι όμως ενθουσιασμένη.
Ο θάνατος, όμως, της αδερφής της που θα πεθάνει πάνω στη γέννα, αναβάλλει το γάμο της, ενώ την βάζει στη περίεργη θέση
να αποφασίσει αν θα παντρευτεί τον χήρο σύζυγο της αδερφής της προκειμένου η οικογένεια της να μείνει κοντά στο νεογέννητο παιδί.

Η Μπουρστάιν παρακολουθεί το δίλημμα της ηρωίδας της,
τοποθετώντας την στο κέντρο μιας οικογένειας που από τη μία διέπεται από άτεγκτους κανόνες
και από την άλλη δοκιμάζεται από μια τραγωδία, αποκαλύποντας το ευάλωτο ανθρώπινο πρόσωπο της.

Ακριβώς εκεί ξεκινάει και το μεγάλο πρόβλημα μιας ταινίας που, υπό άλλες συνθήκες,
θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικά μια τομή πάνω στα θέματα που γεννιούνται από τις οργανωμένες θρησκείες και τον τρόπο που αυτές επιδρούν πάνω στο άτομο.

Ενώ η Σίρα είναι θεωρητικά ένα σύμβολο επανάστασης,
επειδή αρνείται να παντρευτεί τον άντρα της αδερφής της και να υπακούσει στην επιθυμία των γονιών της, η Μπουρστάιν
δεν της δίνει ούτε μια ευκαιρία να «διαφοροποιηθεί» από το σύνολο της κοινότητας στην οποία ανήκει.
Το όλο δράμα εξαντλείται στο να συμπαθήσει (και να αγαπήσει;) έναν άντρα που δεν θέλει, ενώ - τι ειρωνία! - και ο άντρας που κανονικά θα παντρευόταν είναι και αυτός ένας άγνωστος.

Με μικρές ανθρώπινες στιγμές και ένα χιούμορ που διαβρώνει την αυστηρότητα της θρησκείας της, ανατρέποντας την είκονα που μπορεί να έχει κανείς για τη χασιδική κοινότητα, η Μπουρστάιν είναι διαρκώς αναποφάσιστη ανάμεσα στο αν θέλει να καυτηριάσει τον μικρόκοσμο στον οποίο έχει μεγαλώσει ή αν ο στόχος της είναι να δικαιώσει μια παρεξηγημένη σύμφωνα την ίδια θρησκευτική κοινότητα, κλίνοντας προφανώς προς τη δεύτερη επιλογή.

Το σινεμά της είναι απλό, καθαρό, με οξυμένη παρατηρητικότητα, με γνώση του χώρου και του χρόνου και με πραγματική αγάπη απέναντι στους ήρωες της και τις επιλογές τους, μια περίπου «πειραγμένη» ρομαντική κομεντί στο πιο αναπάντεχο σκηνικό που στήθηκε ποτέ.

Αλλα, δυστυχώς, ακόμη κι αν δεν το θέλει, το «Fill the Void» είναι μια ταινία που ακόμη και αν δεν κάνει προπαγάνδα, δέχεται ωστόσο αδιαμαρτύρητα το γεγονός πως απεικονίζει μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες είναι πάντα στο φόντο και που η ελεύθερη βούληση έχει προ πολλούς παραδοθεί στο όνομα της θρησκευτικής τάξης.

Βλέποντας το, ναι, οφείλεις να το σεβαστείς, αλλά όχι και να το αποδεχθείς...

πηγή : flix.gr
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
pieta_poster.jpg


Pieta

Επιστρέφοντας με... οργή στο σινεμά που τον καθιέρωσε,
ο Κιμ Κι Ντουκ παραδίδει ένα ουμανιστικό μελόδραμα στη μορφή μιας αποτρόπαιας ταινίας εκδίκησης,
κερδίζοντας το πιο θερμό χειροκρότημα που γνώρισε ταινία μέχρι σήμερα στη Βενετία
και μια σίγουρη θέση στα μεγάλα βραβεία του Φεστιβάλ.

Και όχι άδικα...

Βλέποντας έναμιση χρόνο πριν στο Φεστιβάλ Καννών το «Arirang»,
την αυτοβιογραφική ταινία που ο Κιμ Κι Ντουκ γύρισε προσπαθώντας να εικονογραφήσει την τριετή παραίτηση του
από τα εγκόσμια και τα κινηματογραφικά , όλοι έμοιαζαν να ξεγράφουν σιγά σιγά τον Νοτιοκορεάτη που τουλάχιστον
για μια δεκαετία είχε αναδειχθεί στον πιο ιδιοσυγκρασιακό σκηνοθέτη της χώρας
και μια από τις πλέον υπολογίσιμες δυνάμεις τόσο στο φεστιβαλικό κύκλωμα όσο και στις αίθουσες του πλανήτη.

Ενδιάμεσα, μετά το «Αrirang», ο Κιμ Κι Ντουκ γύρισε ακόμη μια ταινία, το «Amen» ,
μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, που έκανε την πρεμιέρα της στο περσινό Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν
και έκτοτε δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτε γι' αυτήν.

Η επιστροφή του στη Βενετία, εδώ που το 2004 είχε κερδίσει το βραβείο της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου,
ειδικό βραβείο σκηνοθεσίας και το μικρό Χρυσό Λέοντα, όχι, όμως, μόνο επιβεβαιώνει όσους ήταν σίγουροι πως ο Κιμ Κι Ντουκ
δεν θα αργούσε να ανακτήσει τη φόρμα του,
αλλά ξεπερνά και κάθε προσδοκία αφού το «Pieta» είναι ίσως η καλύτερη ταινία από τις 18 που έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα.

Το «Pieta» (που σημαίνει οίκτος και παραπέμπει στην εικόνα της Παρθένου Μαρίας να κρατάει στα χέρια της το νεκρό σώμα του Χριστού)
είναι ένα μελόδραμα στη συσκευασία μιας ταινίας εκδίκησης.
Ένα τρυφερό δράμα ειπωμένο με σκηνές αποτρόπαιης βίας.
Ένας χριστιανικός ύμνος βγαλμένος λες μέσα από το περίσσευμα της ανθρώπινης δυστυχίας και φρίκης.
Ένα τελείως πεσιμιστικό αλλά βαθιά λυτρωτικό δοκίμιο πάνω στην άφεση αμαρτιών.

Ο,τι ξεκινάει σαν την ιστορία ενός στυγνού εκτελεστή που δουλεύει για λογαριασμό ενός τοκογλύφου,
αφήνοντας ανάπηρους τους δανειστές του προκειμένου να πληρώσουν τα χρέη τους από την κρατική αποζημίωση,
αλλάζει τελείως μορφή όταν στην ζωή του εμφανίζεται μια γυναίκα που υποστηρίζει πως είναι η μητέρα του που τον εγκατέλειψε στη γέννα.
Την αμφιβολία θα διαδεχθεί η ευτυχία που θα νιώσει ο ήρωας, ο οποίος για πρώτη φορά στη ζωή του θα νιώσει αγάπη,
αλλά γρήγορα η πραγματική ζωή θα δείξει ξανά το βασανιστικό πρόσωπο της.

Με φόντο μια χώρα όπου οι άνθρωποι θυσιάζουν τα μέλη του σώματος τους για μια καλύτερη ζωή,
όπου το χρήμα είναι ο σημαντικότερος λόγος για να πεθάνεις και που η «θρησκεία» που επικρατεί είναι ο... μηδενισμός,
ο Κιμ Κι Ντουκ αναποδογυρίζει τους όρους ενός τυπικού μελοδράματος για να αφηγηθεί μια σύγχρονη παραβολή
πάνω σε όσα λίγα χωρίζουν την εκδίκηση από τη συγχώρεση και την εξιλέωση από την τιμωρία.

Παραδίδοντας τελικά ένα βιβλικών διαστάσεων νεορεαλιστικό θρίλερ που ήδη από την πρώτη σκηνή
και μέχρι το κάτι περισσότερο από λυρικό φινάλε του σε συνεπαίρνει με τον τρόπο που οδηγεί τους ήρωες του στη λύτρωση,
σε μια διαδρομή που παρακολουθείς συνεχώς με τα μάτια κλειστά από τη φρίκη,
αλλά με την καρδιά και όλες τις αισθήσεις ανοιχτές στην ελπίδα.

πηγή: flix

 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Spring%2BBreakers%2BBanner%2BPoster.jpg


Spring Breakers

Η πιο mainstream και καλύτερη ταινία του Χάρμονι Κορίν μέχρι σήμερα,
είναι ένα neon, ποπ όνειρο για την σύγχρονη μετάλλαξη του american dream.
Μπορεί να χάνει την δύναμή του όσο προχωρά, αλλά όχι και το fun του.

Η πρώτη σκηνή του φιλμ ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του: δυνατή χορευτική μουσική ντύνει ένα slow mo μοντάζ από αγόρια και κορίτσια σε μια παραλία που χορεύουν γυμνόστηθα, πίνουν και λούζονται με μπύρα, δείχνουν τα στήθη και τους πισινούς τους στην κάμερα, ουρλιάζουν με μια ηδονική τρέλα, σχεδόν εκτός εαυτού. Αυτό που βλέπεις είναι προφανώς μια στιγμή χαράς, αλλά με κάποιο τρόπο μοιάζει με λεπτομέρειες από έναν πίνακα του Ιερώνυμου Μπος, σε teen εκδοχή, με κάτι όχι ερεθιστικά «βρώμικο», αλλά μάλλον θλιμμένο.

Κάπου ανάμεσα στα δύο κινείται ολόκληρη η ταινία που ακολουθεί τέσσερα κορίτσια αποφασισμένα να ταξιδέψουν στη Φλόριντα για τις ανοιξιάτικες διακοπές της πανεπιστημιακής χρονιάς, ώστε ληστεύουν ένα φαγάδικο για να βρουν τα απαραίτητα χρήματα. Μόνο που εκεί, το ποτό, τα ναρκωτικά, το ξέφρενο πάρτι θα τις φτάσει στη φυλακή, απ όπου θα τις βγάλει ένας gangster και rapper, ο Alien, που θα τις πάρει υπό την προστασία του.

Στην πορεία δύο από τα κορίτσια θα τον εγκαταλείψουν αλλά οι υπόλοιπες θα ζήσουν μαζί του ένα υγρό όνειρο έρωτα και βίας που, όπως οι ίδιες ομολογούν στα τηλεφωνήματα στους γονείς τους, θα αλλάξει τη ζωή τους. «προσποιήσου ότι είναι ένα γαμημένο videogame, ότι παίζεις σε μια ταινία», λένε όταν ψάχνουν το κουράγιο για να κάνουν τη ληστεία της αρχής, κι ολόκληρο το φιλμ κάνει ακριβώς αυτό.

Γεμάτο ποπ αναφορές, κλέβοντας και μαζί κοροϊδεύοντας την εικονογραφία του MTV και των ραπ βίντεοκλίπ, το φιλμ θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη εκδοχή των exploitation φιλμ του Ρας Μάγιερ, με μια μεγαλύτερη δόση μελαγχολίας. Γυαλιστερό και σέξι, αστείο και συχνά κοροϊδευτικό, μοιάζει την ίδια στιγμή με καρικατούρα ενός genre film με «κορίτσια και όπλα».

Ο Κορίν στήνει μια εξαιρετική ατμόσφαιρα «γυαλιστερή» αλλά και λίγο διεστραμμένη, αθώα και βρώμικη, κινηματογραφώντας με θέρμη μια ιστορία που κινείται συνεχώς (χωρίς όμως να πηγαίνει πουθενά γρήγορα), αφήνοντας το στακάτο μοντάζ να χτίσει την ένταση που η ταινία απαιτεί για να λειτουργήσει και τον απαραίτητο χώρο στον Τζέιμς Φράνκο, αγνώριστο κάτω από τα dreadlocks και τα χρυσά δόντια του ράπερ, να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, έστω κι αν η κριτική του στο αμερικάνικο όνειρο μοιάζει μάλλον εύκολη και προφανής και το φιλμ φλερτάρει συχνά με την υπερβολή. Ακόμη κι έτσι παραμένει ότι πιο ερεθιστικό για τα μάτια και αισθητικά ηλεκτρισμένο είδαμε μέχρι τώρα στο φεστιβάλ, γεμάτο ένοχες απολαύσεις, τουλάχιστον δύο τραγούδια της Μπρίτνεϊ Σπίαρς. και μερικές σκηνές που μοιάζουν φτιαγμένες να γίνουν cult classics. Οπως και η ίδια η ταινία.

1346843950.jpg


πηγή: flix
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
poster_en.jpg


Lines Of Wellington


Συνεχίζοντας την ταινία που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Ραούλ Ρουίζ,
η σύζυγος του, Βαλέρια Σαρμιέντο αφηγείται μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της πορτογαλικής ιστορίας κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων,
μιλώντας στην πραγματικότητα για μια Ευρώπη - τη σημερινή - και τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε εποχές κρίσης.

Στην πραγματικότητα η ιστορία πίσω από το «Lines of Wellington» φαινόταν να είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ίδια την ταινία που προβλήθηκε σήμερα στο 69ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, δοκιμάζοντας τη δική της τύχη ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τη διεκδίκηση του Χρυσού Λέοντα.

Τελευταία ταινία του Ραούλ Ρουίζ, το «Lines of Wellington» δεν πρόλαβε να δει τον 70χρονο χιλιανό σκηνοθέτη πίσω από την κάμερα.
Εχοντας επιμεληθεί την προετοιμασία του έπους που αφηγείται όσα ακολούθησαν τη μάχη στο Μπουκακάο κατά τη διάρκεια της εισβολής του Ναπολέοντα στην Πορτογαλία, ο Ρουίζ πέθανε τον Αύγουστο του 2011, αφήνοντας την ταινία σε προ παραγωγή .

Το δύσκολο έργο της ολοκλήρωσης της παραγωγής και των γυρισμάτων ανέλαβε η σύζυγος του Βαλέρια Σαρμιέντο, σκηνοθέτης και μοντέζ και μόνιμη συνεργάτης του Ρουίζ για ολόκληρες δεκαετίες, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να μείνει πιστή στο όραμα του συζύγου της, χωρίς ωστόσο να προδώσει και τις δικές της καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Οπως αναφέρει και η ίδια σε ένα σημείωμα της:
«Δεν μπορώ να αρνηθώ το συναισθηματικό δεσμό με την ταινία. Μετά το θάνατο του Ραούλ, ο παραγωγός Πάουλο Μπράνκο μου πρότεινε να συνεχίσω το πρότζεκτ. Φοβήθηκα αλλά δεν είχα ποτέ καμία αμφιβολία. Επρεπε να το κάνω για τον Ραούλ. Ηταν ο φόρος τιμής μου και ταυτόχρονα και της ομάδας των τεχνικών και των ηθοποιών που ένιωθαν ακριβώς το ίδιο με μένα. Πιστεύω ότι όλοι δουλέψαμε σε στενή συνεργασία με τον Ραούλ, που μας υποστήριζε από εκεί ψηλά

Κι, όμως, παρόλη τη συγκινητική ιστορία που συνοδεύει την ταινία, το «Lines of Wellington» είναι πολλά περισσότερα από μια παρακαταθήκη του Ραούλ Ρουίζ ή απλά ένας φόρος τιμής σε έναν μεγάλο σκηνοθέτη της ιστορίας του σινεμά.

Επικό στην κατασκευή του και με στιγμές πλήθους που θυμίζουν μια πραγματικά μεγάλη υπερπαραγωγή με πολυπληθές και λαμπερό καστ
(ο Τζον Μάλκοβιτς στο ρόλο του Δούκα Γουέλινγκτον και ανάμεσα σε άλλους η Κατρίν Ντενέβ, η Ιζαμπέλ Ιπέρ, ο Μελβίλ Πουπό, ο Ματιέ Αμαλρικ κ.ά.),
αλλά και μια εξαιρετική ανασύσταση όχι μόνο της εποχής αλλά και της ατμόσφαιρας τα πεδία του πολέμου, το «Lines of Wellington» είναι πρωτίστως μια σειρά από μικρές ανθρώπινες ιστορίες. Από αυτές που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα στην παράνοια του πολέμου.

Στη διαδρομή τους μέχρι τις «Γραμμές του Γουέλινγκτον» και την τελική πράξη μιας μάχης που θα καθορίσει το μέλλον της Πορτογαλίας, τα αντίπαλα στρατεύματα των Γάλλων και των Αγγλοπορτογάλων διασχίζουν μια Ευρώπη σε ελεύθερη πτώση.
Οι κάτοικοι της, αν δεν έχουν χτυπηθεί από σφαίρες έχουν σίγουρα χτυπηθεί από την τρέλα, και σε μια εξαναγκαστική επιβολή της διαβόητης «ισότητας» του Ναπολέοντα μοιάζουν ίσοι απέναντι στη φτώχεια και τη δυστυχία είτε ανήκουν στην αριστοκρατία είτε βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η Σαρμιέντο παρακολουθεί με αγάπη τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες τους,
σε όποιο στρατόπεδο και αν ανήκουν αυτοί, είτε είναι στρατιώτες είτε απλοί πολίτες, τοποθετώντας το βλέμμα της πίσω από τον μεγεθυντικό φακό που προσφέρει ο πόλεμος διογκώνοντας τα καθημερινά δράματα του έρωτα, της απώλειας, της προδοσίας, των χαμένων ιδανικών και των ονείρων που δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα.

Και με ισχυρές δόσεις χιούμορ, σαρκασμού και ειρωνίας - στοιχεία που την εμποδίζουν να γίνει «ακαδημαϊκή» - η Σαρμιέντο καταφέρνει τελικά να μιλήσει με μια όχι σπουδαία αλλά σίγουρα κάτι παραπάνω από αξιοπρόσεκτη ταινία για τη σημερινή Ευρώπη της κρίσης, τοποθετώντας όχι τυχαία στο κέντρο της τους Πορτογάλους και την εμπόλεμη κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ιστορία τους.

Αφήνοντας ελεύθερη στο συγκινητικό φινάλε μια διάχυτη μελαγχολία για όλα όσα θυσιάζονται στο βωμό μιας, έστω και εφήμερης, νίκης, θυμίζοντας όχι μόνο και προφανώς τη φιλοσοφία του έργου του Ραούλ Ρουίζ, αλλά και κάθε καλλιτέχνη που θα ήθελε να θεωρείται μεγάλος.
Εν ζωή ή και μετά θάνατον!

πηγή : flix

Στην περίοδο της εισβολής του Ναπολέοντα στην Πορτογαλία και την αντίσταση ενάντια στα στρατεύματά του από τους Πορτογάλους και τον βρετανικό στρατό υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γουέλινγκτον αναφέρεται η διάρκειας δυόμιση περίπου ωρών ταινία «Οι γραμμές του Γουέλινγκτον» (Linhas de Wellington) που σκηνοθέτησε η Βαλέρια Σαρμιέντο, με βάση το σενάριο και την προετοιμασία που είχε κάνει γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Ραούλ Ρουίζ λίγο πριν πεθάνει.

Η σκηνοθέτρια κατάφερε να συνδυάσει πειστικά τις διάφορες προσωπικές ιστορίες (ενός πληγωμένου Πορτογάλου αξιωματικού, ενός απογοητευμένου από τη γαλλική επανάσταση ποιητή, καθώς και του ίδιου του Γουέλινγκτον που περνάει τον καιρό του προσπαθώντας να πείσει ένα Γάλλο ζωγράφο να απεικονίσει τον πόλεμο ηρωϊκά, χωρίς πτώματα), με το μεγαλύτερο δράμα του πολέμου (ο αντίκτυπος στον πληθυσμό, οι εκκενώσεις των χωριών, η υποχώρηση ως τις γραμμές υπεράσπισης που έστησε ο Γουέλινγκτον), δίνοντας μιαν επική μορφή στην ταινία της.

Απ’ αυτήν σίγουρα λείπει η ποιητική, προσωπική ματιά του Ρουίζ, συνολικά όμως η Σαρμιέντο έφτιαξε μιαν αρκετά καλή ταινία, που -παρά τη μεγάλη της διάρκεια- παρακολουθείται με ενδιαφέρον.

πηγή : nooz

venice_film_festival49123.jpg
1346775185.jpg
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
e_stato_il_figlio_xlg.jpg



E Stato il Figlio

Θέλοντας να κάνει ένα σινεμά που να είναι μαζί λαϊκό και κριτικό, ο Ντανιέλε Τσίπρι παραδίδει μια κωμωδία που θέλει να είναι μαύρη,
αλλά που καταλήγει κρύα και σχεδόν γκροτέκσα.

Ενας μεσήλικας άντρας περιμένει την σειρά του σε ένα ταχυδρομείο. Μοιάζει χαμένος στις σκέψεις του, κάτοικος ενός δικού του κόσμου, μα την ίδια στιγμή είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμος να αφηγηθεί ιστορίες σε όσους καθίσουν δίπλα του.

Αυτή που κεντρίζει το ενδιαφέρον όλων, ίσως γιατί είναι και αυτή που αφηγείται με την μεγαλύτερη θέρμη, είναι η ιστορία των Τσιράουλο, μιας φτωχής οικογένειας στο Παλέρμο, που ζει μια συνηθισμένη, ασήμαντη ζωη, μέχρι την στιγμή που η μικρή τους κόρη πέφτει κατά λάθος θύμα της μαφίας.

Αφού ξεπεράσουν το θρήνο και στο σοκ, θα ανακαλύψουν πως ένας νόμος του κράτους αποζημιώνει τους συγγενείς των θυμάτων της μαφίας και ξαφνικά αρχίζουν να ελπίζουν σε μια αποζημίωση που θα λύσει τα οικονομικά τους προβλήματα.

Μόνο που το πολυπόθητο ποσό μοιάζει χαμένο κάπου ανάμεσα στα χαρτιά της γραφειοκρατίας και τα γραφεία των δικηγόρων κι ακόμη κι όταν τελικά εγκριθεί, θα αργήσει κι άλλο να έρθει, αναγκάζοντας τους Τσιράουλο, να αγοράζουν βερεσέ και τελικά να πέσουν στην ανάγκη ενός τοπικού τοκογλύφου.

Κι όταν κάποια μέρα τα χρήματα τελικά βρεθούν σε μια σακούλα στο τραπέζι (γιατί οι Τσιράουλο δεν πιστεύουν στις τράπεζες), ο καθένας θα θέλει να καλύψει τις δικές του ανάγκες, μόνο που ο αρχηγός της οικογένειας, θα κατορθώσει να τους πείσει πως αυτό που αληθινά χρειάζονται, είναι μια Mercedes.

Η ιστορία ακούγεται λιγάκι τραβηγμένη και η απεικόνισή της, είναι δυστυχώς ακόμη περισσότερο. Γυρισμένο στο Παλέρμο της Σικελίας, το φιλμ του (πετυχημένου διευθυντή φωτογραφίας) Ντανιέλε Τσίπρι, θέλει να συλλάβει την πιο λαϊκή Ιταλία που μπορείτε να φανταστείτε και για να το πετύχει μεγεθύνει τα χειρότερα χαρακτηριστικά των γειτόνων: Το φιλμ είναι γεμάτο οικογένειες που φωνάζουν, χρυσές καδένες σε τριχωτά αντρικά στέρνα, κοιλαράδες σε παραλίες, ρούχα με τεράστιους λεκέδες και απλωμένες μπουγάδες σε άθλιες εργατικές πολυκατοικίες.

Οσο για το ύφος της ταινίας, δύσκολα μπορείς να μιλήσεις για κωμωδία, αφού ούτε το τραγικό ούτε το αστείο βρίσκουν στο φιλμ τις σωστές τους διαστάσεις κι όλα μοιάζουν ιδωμένα μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό που δίνει στο φιλμ μια κατά στιγμές αξιοθαύμαστα γκροστέσκα αισθητική, αλλά τίποτα άλλο άξιο λόγου – εκτός φυσικά από μια ακόμη εξαιρετική ερμηνεία του Τόνι Σερβίλιο που δείχνει για μια ακόμη φορά τις χαμαιλεοντικές ερμηνευτικές του δυνατότητες.

πηγή : flix


 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Izmena_poster.jpg


Betrayal

Για τουλάχιστον μια ώρα η ταινία του Ρώσου Κιρίλ Σερεμπρένικοφ με τίτλο «Προδοσία» είναι σχεδόν αριστουργηματική. Η γνωριμία μιας γυναίκας και ενός άντρα που οι σύζυγοι τους διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, χτίζεται σαν ένα νεο-νουάρ γεμάτο μυστήριο, αμφιβολία και βαθιά μελαγχολία.

Ταυτόχρονα, μια σειρά από ανεξήγητα φαινόμενα, ήδη από την αρχή της ταινίας προσδίδουν στην ήδη ατμοσφαιρική σκηνοθεσία μια ισχυρή δόση μεταφυσικού, στέλνοντας ένα απλό δράμα σχέσεων στη σφαίρα του φανταστικού, χωρίς ωστόσο ποτέ να χάνεται η επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα της προδοσίας που θα οδηγήσει τους δύο ήρωες στο... έγκλημα.

Ή μήπως όχι; Κρατώντας ερμητικά κλειστά τα χαρτιά του, ο Σερεμπρένικοφ κρατά τον θεατή σε μια διαρκή αγωνία για το αν όλα όσα συμβαίνουν είναι αληθινά ή όχι. Αν οι δύο σύζυγοι διατηρούν τελικά σχέσεις ή όλα βρίσκονται στο μυαλό της νευρωτικής κεντρικής ηρωίδας. Αν τα μικρά ή μεγάλα εγκλήματα που διαπράττονται, συμβαίνουν πριν από οπουδήποτε στο ασυνείδητο πριν φτάσουν στο συνειδητό. Αν η προδοσία του τίτλου είναι πριν από μια ανθρώπινη πράξη, μια κοσμική τιμωρία...

Ερμηνευμένο εξαιρετικά από τη Γερμανίδα Φραντζίσκα Πέτρι (αρχικά μια βαμπ femme fatale και στη συνέχεια μια εύθραυστη θλιμμένη γυναίκα) και τον Σκοπιανό Ντέζαν Λίλικ (ευαίσθητο και σκληρό μαζί) και φωτογραφημένο με σκιές, αντανακλάσεις και επιθετικά close-ups στα πρόσωπα από τον Ολεγκ Λούκιτσεφ, το φιλμ του Σερεμπρένικοφ χάνει ωστόσο, όσο πιο βαθιά μπαίνει στην ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων, το κέντρο του.

Παραμένοντας σε όλη τη διάρκεια της υποβλητική και με ξεκάθαρη μια ολότελα μοντέρνα διάθεση πάνω στο πώς μπορεί να μοιάζει ένα σύγχρονο μελόδραμα, η «Προδοσία» αρχίζει από τη μία ώρα και μετά να φορτώνεται με ανεξήγητα φαινόμενα (όχι μόνο καιρικά!) και σεναριακά τεχνάσματα (από τα πιο απίθανα που έχετε δεί!) που απο τη μία αδυνατίζουν την ιστορία του και από την άλλη καταλήγουν να ολοκληρώνουν τελικά μια ταινία πάνω στα παιχνίδια της μοίρας και πως αυτά κάνουν κύκλους ερήμην των ανθρώπινων επιθυμιών και αδυναμιών.

Κάτι δηλαδή τελείως διαφορετικό από αυτό που υπόσχεται το πρώτο μέρος της και η ματιά ενός σκηνοθέτη που είναι σαφές ότι προτιμα να βλέπει τις ανθρώπινες σχέσεις ως το μεγαλύτερο άλυτο μυστήριο της ιστορίας της ανθρωπότητας. Δηλαδή, ακριβώς όπως είναι.

πηγή : flix

 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
bella-addormentata-poster-italia-01_mid.jpg


Bella addormentata

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο θάνατος της επί 17 χρόνια σε κωματώδη κατάσταση Ελουάνα Ενγκλάρο είχε συγκλονίσει την ιταλική κοινή γνώμη. Τον Φεβρουάριο του 2009, η Ενγκλάρο που βρισκόταν σε κώμα από το 1992, έπειτα από τροχαίο, πέθανε ενώ η Ιταλική Γερουσία συζητούσε σε έκτακτη συνεδρίαση την ψήφιση νομοσχεδίου του Σίλβιο Μπερλουσκόνι για την υποχρεωτική σίτιση των ασθενών στα νοσοκομεία.

Το αίτημα των γονιών της Ενγκλάρο που είχαν εκφράσει πολλές φορές την επιθυμία τους να μη ζήσει σε περίπτωση που πέσει σε κώμα ισοδυναμούσε με ευθανασία που είναι παράνομη στην Ιταλία. Με την υποστήριξη του Βατικανού ο Μπερλουσκόνι συνέταξε το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική σίτιση.

Ενας από τους ανθρώπους που είχαν σοκαριστεί από την υπόθεση Ενγκλάρο ήταν και η έφηβη - τότε - κόρη του Μάρκο Μπελόκιο.
Συζητώντας μαζί της, ο ιταλός σκηνοθέτης κατέληξε στην ιδέα μιας ταινίας που θα έθετε καυτά ζητήματα και διλήμματα όπως, εν προκειμένω, η ευθανασία.
Η ταινία με τον τίτλο «Αφανής ομορφιά» (Bella addormentata) και πρωταγωνιστές τον Τόνι Σερβίλο και την Ιζαμπέλ Υπέρ,
προβλήθηκε την Τετάρτη εντός διαγωνισμού στη Μόστρα και απέσπασε θερμά χειροκροτήματα

Εχοντας την υπόθεση Ελουάνα Ενγκλάρο διαρκώς στο φόντο,
ο Μπελόκιο στήνει μικρές ιστορίες θανάτου που λαμβάνουν χώρα στη Ρώμη.
Η πιο ενδιαφέρουσα όλων είναι εκείνη ενός γερουσιαστή (Τόνι Σερβίλο) ο οποίος ζει το ίδιο ακριβώς δράμα με τη σύζυγό του που αργοπεθαίνει από καρκίνο και είναι αποφασισμένος να ψηφίσει κατά του νομοσχεδίου.

«Δεν υπάρχει ουδετερότητα στην Τέχνη αλλά η ταινία δεν είναι και μανιφέστο»
δήλωσε ο αριστερός Μάρκο Μπελόκιο που είχε θαυμάσει την μοναχική στάση του πατέρα της Ενγκλάρο και σοκαριστεί από τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν το γεγονός τα ΜΜΕ αλλά και από την πολιτική διάσταση που το ζήτημα είχε πάρει.
«Θέλω να πιστεύω ότι η ταινία μου είναι σοβαρή και μη ιδεολογική και κυρίως ανοιχτή σε διαφορετικές απόψεις» συμπλήρωσε.

πηγή : βημα

 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
reluctant-fundamentalist-poster-07.jpg


The Reluctant Fundamentalist

Βλέποντας τον «Απρόθυμο Φονταμενταλιστή» της Μίρα Ναίρ,
βασισμένο στο ομώνυμο best-seller του Πακιστανού Μοσχσίν Χαμίντ που κυκλοφόρησε το 2007,
μοιάζει δύσκολο να καταλάβεις το λόγο για τον οποίο ένα Φεστιβάλ σαν αυτό της Βενετίας,
ειδικά σε μια χρονιά που χαρακτηρίζεται από την αλλαγή του καλλιτεχνικού του διευθυντή
και μιας νέας πιο «σινεφίλ» φιλοσοφίας, επέλεξε αυτήν την ταινία για το επίσημο άνοιγμά του.

Εκτός αν η έναρξη ενός Φεστιβάλ οφείλει – αντίθετα με το κυρίως πρόγραμμα του -
να είναι crowd pleasing με μια δόση από διεθνή επικαιρότητα και ακριβές τοποθεσίες γυρισμάτων
προκειμένου να ικανοποιήσει τους καλεσμένους της πρεμιέρας και τα τηλεοπτικά δίκτυα που θα την καλύψουν.

Ή εκτός αν το γεγονός πως η δημιουργός του, Μίρα Ναίρ,
είχε κερδίσει το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ το 2001 με το «Γάμο των Μουσώνων»,
δικαιολογεί όλα τα ατοπήματα στα οποία αυτή πέφτει,
μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη μια ιστορία για τη σύγχρονη τρομοκρατία,
επίκαιρη σαν θέμα, τελείως ανεπίκαιρη όμως ως σινεμά.

Γυρισμένος σε δύο χρόνους, το «Ο Απρόθυμος Φονταμενταλιστής» αφηγείται στην πραγματικότητα την ιστορία ζωής ενός Πακιστανού,
του Τσένγκις σε flash-backs, καθώς αυτός φεύγει από το Πακιστάν στα 18 του χρόνια για να ζήσει το αμερικάνικο όνειρο.
Και το ζει, αφού καταφέρνει να γίνει ένας από τους πιο γρήγορα ανερχόμενους οικονομικούς αναλυτές σε μια μεγάλη εταιρεία της Νέας Υόρκης,
μέχρι τη στιγμή που οι Δίδυμοι Πύργοι θα πέσουν και ο Τσένγκις θα νιώσει κυνηγημένος από την αστυνομία,
παρείσακτος από την γυναίκα που αγαπάει αλλά και ένοχος για το γεγονός πως συνεχίζει να ζει ως Αμερικάνος την ίδια ώρα που ο «ιερός πόλεμος» έχει ήδη ξεκινήσει...

Στο σήμερα, ο Τσένγκις προσπαθεί να καταλάβει γιατί η οικογένεια του δέχεται απειλές και αφηγείται την ιστορία της ζωής του σε έναν Αμερικάνο δημοσιογράφο, που υποπτέυεται ότι είναι πράκτορας της CIA προσπαθώντας να τον πείσει να τον αφήσουν ήσυχο, ενώ όλοι πιστεύουν πως είναι ένας από τους αρχιτρομοκράτες της περιοχής. Μια απαγωγή ενός καθηγητή πανεπιστημίου από τη Δύση, όμως, έχει ανεβάσει τη θερμοκρασία στην πόλη της Λαχώρης και η ατμόσφαιρα μυρίζει εξέγερση και αίμα...

Ο,τι ακούγεται αρκετά συναρπαστικό σαν υπόθεση και ικανό να συγκινήσει εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο στρέφοντας το βλέμμα από τους «τραυματισμένους Αμερικάνους» και παρουσιάζοντας γλαφυρά πως η επίθεση της 11η Σεπτεμβρίου του 2001 επηρέασε και την άλλη πλευρά, αποτυγχάνει ωστόσο να κάνει το ίδιο και επί της οθόνης. Ειδικά όταν η Ναίρ σκηνοθετεί την ιστορία του Τσένγκις σαν ένα παλιομοδίτικο διδακτικό δράμα, όπου οι ήρωες σκέφτονται δυνατά όλα όσα θα έπρεπε ο θεατής να καταλαβαίνει από μόνος του, οι ερωτικές σκηνές είναι γυρισμένες στο ημίφως και το φολκλόρ της υπόθεσης δεν ξεφεύγει από το κλισέ του τι φαντάζεσαι ότι θα συναντήσεις στο «μενού» ενός καφέ –εστιατόριου του Πακιστάν μέρα μεσημέρι.

Απροκάλυπτα... πρόθυμη να κάνει μια ταινία που θα αρέσει στους πολλούς, η Μίρα Ναίρ ξέχασε την άλλοτε ικανότητα της να σατιρίζει με χιούμορ τα κλισέ της πατρίδας της και να παρατηρεί με οξυδέρκεια τους ανθρώπους, παραδίδοντας ένα ορθό μεν, απλοϊκό δε σχόλιο για τον φονταμενταλισμό, γυρισμένο σε Πακιστάν, Κωνσταντινούπολη και Αμερική με πολυεθνικό καστ (και σταρ τους Κίφερ Σάδερλαντ, Κέιτ Χάντσον, Λιβ Σράιμπερ, Μάρτιν Ντόνοβαν) και επίθεση μηνυμάτων που θα ταίριαζαν σε τηλεταινία.

Και όσο και αν θες να πιστέψεις το νέο καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Βενετίας, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα όταν δήλωνει πως:
«Η επιλογή της ταινίας που θα σημάνει την έναρξη του Φεστιβάλ επιδιώκει να φωτίσει τον όλο και πιο σημαντικό ρόλο της γυναικείας δημιουργικότητας σε όλες τις σφαίρες της κουλτούρας και της σύγχρονης κοινωνίας», δεν μπορείς παρά να σταθείς με κυνισμό απέναντι στο γεγονός πως η Ναίρ αντιμετωπίζει τον μοναδικό σημαντικό γυναικείο ρόλο της ταινίας (Κέιτ Χάντσον) τελείως γραφικά καθώς και πως ο Αλμπέρτο Μπαρμπέρα επέλεξε ο «Απρόθυμος Φονταμενταλιστής» να μείνει εκτός διαγωνιστικού προγράμματος.

Βλέπετε, όπως και στην πολιτική έτσι και στις πολιτικές του σινεμά - γεγονός που ο ήρωας του «Απρόθυμου Φονταμενταλιστή» ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε - τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται...


πηγή : flix

69_film_festival_venice308124.jpg
 

MoDis

Supreme Member
20 June 2006
3,656
στον κοσμο μου...
Venezia-2012-La-Cinqui%C3%A8me-Saison-trailer-poster-e-immagini-9.jpg


La Cinquieme Saison

Στην πιο καλλιτεχνική και σουρεαλιστική στιγμή ολόκληρου του Φεστιβάλ Βενετίας,
η επίσημη συμμετοχή του Βελγίου στο Διαγωνιστικό Τμήμα υπογράφεται από ένα σκηνοθετικό δίδυμο
που μας ανοίγει την πόρτα στην πρωτόγνωρη, παγανιστική, πανέμορφη και ταυτόχρονα τρομακτική ζωή ενός χωριού στη Φλαμανδία.
Λίγο πριν το... τέλος του κόσμου!

Αυτήν την Ανοιξη, όμως, κάτι θα αλλάξει και στη μεγάλη γιορτή για το κάψιμο του «χειμώνα»,
η φωτιά δεν θα πιάσει, τα ψάρια στα ποτάμια θα αρχίσουν να πεθαίνουν, οι νεκρές μέλισσες δεν δίνουν πια μέλι και η γη θα μείνει ξερή.


Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι έχει συμβεί,
η μια συμφορά θα διαδεχθεί την άλλη,
το τέλος του κόσμου μοιάζει να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής
και η παρουσία ενός «ξένου» περιπλανώμενου άνδρα που ταξιδεύει με το τροχόσπιτο του
και τον ανάπηρο γιο του αρχίζει να να βάζει το χωριό σε υποψίες πως ίσως ευθύνεται αυτός για το κακό...

Κινηματογραφημένη σαν ένα σουρεαλιστικό όνειρο,
η «Πέμπτη Εποχή» μοιάζει με μια παράξενη διασταύρωση του «Wicker Man» του Ρόμπιν Χάρντι
με κάτι από το σινεμά του Ρόι Αντερσον,
ένα κινηματογραφικό «αποκαλυπτικό» ποίημα που αντί για τις λέξεις
προτιμά να αφηγηθεί την ιστορία του με εικόνες απόκοσμης ομορφιάς,
φωτίζοντας μια «εξωτική» επαρχία όπου η επαφή του ανθρώπου με τη φύση είναι σχεδόν κοσμική
και ό,τι κρύβεται κάτω από την φαινομενικά υγιή επιφάνεια της καθημερινότητας του είναι πιο σκοτεινό και από την πιο τρελή φαντασία.

Με μικρές σουρεαλιστικές δόσεις χιούμορ που φέρνουν κάτι από Τατί
και μια εικονογράφηση στα όρια του εφιάλτη που υποβάλλει,
η «Πέμπτη Εποχή» είναι κατά τα λεγόμενα των δύο δημιουργών του,
του Βέλγου Πίτερ Μπρόσενς και της Αμερικανίδας Τζέσικα Γουντγουορθ,
το κλείσιμο μιας τριλογίας που ξεκίνησε με το «Κhadak»
(βραβείο Lion of the Future το 2006 στη Βενετία)
και το «Altiplano» (Κάννες - Εβδομάδα Κριτικής το 2009)
και αφορά τη σύγκρουση του ανθρώπου με τη φύση.

Ακόμη και όταν παρασύρεται υπερβολικά από τις όμορφες και «πειραγμένες» εικόνες της
και τουλάχιστον μέχρι λίγο πριν το φινάλε, που υποκύπτει σε προφανείς συμβολισμούς
και βυθίζεται και η ίδια μέσα στην ιδιοσυγκρασιακή της ματιά,
η «Πέμπτη Εποχή» είναι ακριβώς αυτό: μια συνεχής αντιπαράθεση του ανθρώπινου στοιχείου με τα στοιχεία της φύσης.

Με το ρόλο της Φύσης να παίζει όχι μόνο το απόκοσμο τοπίο του απομονωμένου χωριού,
ούτε τα πραγματικά πανέμορφα λατομεία μέσα στα οποία γεννιέται και πεθαίνει ένας εφηβικός έρωτας,
ούτε το χιόνι που πέφτει μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Αλλά κυρίως η φύση του ανθρώπου που αποδεικνύεται πιο άγρια και πιο αδάμαστη από την πανίδα και τη χλωρίδα,
και που συνήθως στρέφεται προς τον εαυτό της, υπεύθυνη εξ ολοκλήρου για το επικείμενο και αναπόφευκτο τέλος του κόσμου!

πηγή : flix