Free - Tons Of Sobs

Νότης

AVClub Enthusiast
14 October 2009
714
Αιγάλεω
FREE - TONS OF SOBS (Island Records UK 1969)

R-16133669-1603996892-2424.jpg

Όταν ηχογραφήθηκε αυτός ο δίσκος, κανένα από τα μέλη του συγκροτήματος δεν είχε κλείσει τα 20 χρόνια.
Ήταν Φθινόπωρο του 1968 και κυκλοφόρησε στις αρχές του επόμενου χρόνου. Η παραγωγή κόστισε συνολικά μόνο 800 λίρες, αλλά αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως είναι κακή. Αντιθέτως, ο παραγωγός Gaye Fraser προσέγγισε ικανοποιητικά, αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι τέσσερις νεαροί για το μπλούζ και το ροκ γενικότερα, δίνοντας έναν τραχύ bluesy ήχο που ταίριαξε απόλυτα με την σκληρή φωνή του Paul Rogers και τα δυναμικά του μπάσου και των κρουστών που τον συνόδευαν. Από την άλλη, η οξεία δυναμική της κιθάρας του Paul Kossoff, ισορροπούσε ηχητικά το συνολικό αποτέλεσμα. Οι περισότεροι κριτικοί βαθμολόγησαν τον πρώτο δίσκο των Free ως εξαιρετικό (4,5/5), αλλά γενικότερα δεν κατάφερε να ανέβει ψηλά στα διάφορα charts και billboards - πράγμα που εμένα με αφήνει αδιάφορο, αν τα αυτιά μου ακούνε άλλα.
Γιατί διάλεξα το Tons of Sobs ανάμεσα στα άλλα επίσης περίφημα άλμπουμ των Free; Πρωτίστως γιατί μου αρέσει πολύ το Blues-Rock και τούτο το δισκάκι είναι 100% αγνό και αφτιασίδοτο, γεμάτο με όμορφες συνθέσεις του P. Rogers (ο Andy Frasier πήρε μετά την σκυτάλη). Πιστεύω δε, πως μόνο το Fire and Water μπορεί να το συναγωνιστεί συνθετικά και ηχητικά. Όταν ένα συγκρότημα ξεκινάει την καριέρα του με δίσκους όπως αυτός, σημαίνει πως υπάρχει ταλέντο που πρέπει να καλλιεργηθεί. Και πράγματι οι Free χάρισαν στο ροκ δώρα γεμάτα χρυσάφι για πολλά χρόνια, παίρνοντας στην συνείδηση των ακροατών την εκτίμηση και την αγάπη που τους άξιζε.

Paul Rogers: τραγούδι
Paul Kossoff: κιθάρα
Andy Frasier: μπάσο
Simon Kirk: κρουστά
 

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,030
Αθήνα
Η παρουσίαση του Tons Of Sobs (αλλά και του επόμενου Free), υπήρχε στα προς καταχώρηση από το καλοκαίρι του 2020, αλλά πάντα υπήρχε κάποιος λόγος σοβαρός ή ασήμαντος για να παραμένει αδημοσίευτη. Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε την χαρά μου όταν ο φίλος μου Νότης, άνοιξε το παρόν νήμα με την συνηθισμένη από μεριάς του χαρακτηριστική, περιεκτική, και εύστοχη πρόταση ενός καταπληκτικού δίσκου. Και όπως έχω πει και άλλη φορά είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις κάτι με λίγα, αλλά τα κατάλληλα λόγια και συνάμα το αποτέλεσμα να είναι πλήρες και αντιπροσωπευτικό, κάτι που ο Νότης πάντα καταφέρνει, οδηγώντας μας με τα ορεκτικά του πολλές φορές σε λουκούλλεια γεύματα. Προς επίρρωση της πρότασής του θα παραθέσω παρακάτω στο φιλόξενο νήμα του, και τη δικιά μου, για τους φίλους μας αναγνώστες.
 

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,030
Αθήνα

Τόνοι από λυγμούς!​

Free - Tons Of Sobs (Μάρτιος 1969, Island Records)

TonsOfSobs.jpg

Τραγούδια: A1 Over The Green Hills Pt. I (Rodgers) - 1:01, A2 Worry (Rodgers) - 3:25, A3 Walk In My Shadow (Rodgers) - 3:20, A4 Wild Indian Woman (Rodgers, Fraser) - 3:19, A5 Goin' Down Slow (Oden) - 8:08, B1 I'm A Mover (Rodgers, Fraser) - 2:49, B2 The Hunter (Jones, Wells, Jackson, Dunn, Cropper) - 4:11, B3 Moonshine (Rodgers, Kossoff) - 5:01, B4 Sweet Tooth (Rodgers) - 4:43, B5 Over The Green Hills Pt. II (Rodgers) - 1:53
Μουσικοί: Paul Rodgers (φωνητικά) • Paul Kossoff (ληντ κιθάρα, ρυθμική κιθάρα) • Andy Fraser (μπάσο, πιάνο) • Simon Kirke (τύμπανα, κρουστά) • Steve Miller (πιάνο)
Παραγωγή / Μηχανικός: Guy Stevens / Andy Johns

Ηχογραφήθηκε στα Morgan Studios τον Οκτώβριο και το B2 τον Δεκέμβριο του 1968.

TonsOfSobsInside.jpg

Λονδίνο, 1968, ήταν ένας άλλος κόσμος. Το καλοκαίρι της αγάπης μόλις πέρασε. Ειρήνη και αγάπη, καστανό ρύζι και χίπικες χάντρες ήταν ακόμα πολύ στη μόδα. Όμως, μουσικά, κάτι άλλο συνέβαινε, ένας ήχος εμπνευσμένος από το σκοτάδι με κάθε έννοια: Βρετανικά μπλουζ και ρυθμ εντ μπλουζ. Αφορούσε περισσότερο το σεξ παρά την πνευματικότητα, μύριζε ιδρώτα παρά θυμίαμα. Οι Free ήταν στην καρδιά του.

Συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά το απόγευμα της 19ης Απριλίου στο Nag's Head, νότια του Τάμεση στο Battersea. Όλοι έφηβοι, αλλά σε καμία περίπτωση αρχάριοι, ήταν ένα αλλιώτικο τσούρμο.

Ο Paul Kossoff (14 Σεπτεμβρίου 1950 - 19 Μαρτίου 1976 †) ήταν Βόρειος Λονδρέζος, γιος του διάσημου ηθοποιού David. Εκπαιδευμένος από την παιδική του ηλικία ως κλασικός κιθαρίστας, βρήκε το πεπρωμένο του ένα βράδυ του 1965, όταν είδε τον Eric Clapton να παίζει με τους Bluesbreakers του John Mayall. Δύο χρόνια αργότερα, εντάχθηκε στους ρυθμ εντ μπλουζ πουρίστες Black Cat Bones του παμπ κυκλώματος. Ο ντράμερ Simon Kirke (28 Ιουλίου 1949) πέρασε τα πρώτα του χρόνια σε ένα χωριό του Shropshire που ονομάζεται Clun, ο πατέρας του εργάτης εργοστασίου για ένα διάστημα, ανίκανος να αντέξει οικονομικά πάνω από μια λίρα την εβδομάδα ενοίκιο και ένα σπίτι χωρίς τρεχούμενο νερό ή ηλεκτρικό ρεύμα. Ζωηρός, αλλά γοητευμένος από τη μουσική, στα 16 του ανέβαλε το πανεπιστήμιο, μετακόμισε στο Λονδίνο και πέρασε δύο καταθλιπτικά χρόνια ως εργάτης. Τότε είδε μια συναυλία των Black Cat Bones. Απελπισμένος, πλησίασε τον Kossoff και είπε ότι η μπάντα πρέπει να αντικαταστήσει τον ντράμερ της με αυτόν. Έκανε οντισιόν την επόμενη εβδομάδα και απέδειξε την άποψή του.

Ο Paul Rodgers (17 Δεκεμβρίου 1949), ήταν γιος λιμενεργάτη από το Middlesbrough, ένα από επτά παιδιά. Στα 12 βρήκε τη φωνή του, κραυγάζοντας το "Good Golly Miss Molly" με τους συντρόφους του, και εξελισσόμενος μέσα από πολλά συγκροτήματα, τους The Titans, The Intrepids, The Roadrunners, Wildflowers, «δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει». Ήταν επικεφαλής σ' ένα σχήμα που τροφοδοτούνταν από Σικάγο ρυθμ εντ μπλουζ, με όνομα Brown Sugar, όταν ο Kossoff τζαμάρισε μαζί τους στο πανδοχείο The Fickle Pickle του Finsbury Pork. Ενθουσιασμένοι ο ένας από το παίξιμο του άλλου, με μια κόκα κόλα συμφώνησαν να δημιουργήσουν μια νέα μπάντα για να κάνουν το είδος της μουσικής που είχαν ονειρευτεί. Ο Kirke ήταν επίσης στο παιχνίδι και έψαξαν τριγύρω για έναν μπασίστα. Ο πολύ νεότερος από τους τέσσερις, Andy Fraser (3 Ιουλίου 1952 - 16 Μαρτίου 2015 †), από το Roehampton του Δυτικού Λονδίνου, είχε ήδη συνδεθεί με την αριστοκρατία του Βρετανικού ρυθμ εντ μπλουζ. Ο πατέρας του από τη Γουιάνα, έφυγε από το σπίτι όταν ήταν έξι ετών. Η Αγγλίδα μητέρα του δούλευε τρεις δουλειές την ημέρα για να φροντίσει τα τέσσερα παιδιά της. Ο Fraser, στο μεταξύ, έμαθε την κοινωνική ευελιξία για να επιβιώσει, αποκαλούμενος "Νίγκερ!" στον παιδότοπο και καθώς «το περίεργο αυτό λευκό παιδί», έπαιζε από νωρίς μπάσο σε κλαμπ της Καραϊβικής, του East End. Μετά στάθηκε τυχερός, όταν σπουδάζοντας στο Hammersmith College of Education, βγήκε με τη Sappho Korner, κόρη του παλαίμαχου του Βρετανικού μπλουζ Alexis Korner. Στις αρχές του 1968, ο Korner συνέστησε τον 15χρονο στον John Mayall και για έξι ταραχώδεις εβδομάδες ήταν Bluesbreaker μαζί με τον μελλοντικό Rolling Stone, Mick Taylor. Αλλά ο ανήσυχος Mayall προειδοποίησε τον Korner ότι o προστατευόμενός του ήταν για 'κόψιμο' και ο Korner πέρασε το όνομα του Fraser στους Kossoff και Kirke μέσω του παραγωγού και ιδιοκτήτη της Blue Horizon, Mike Vernon.

RodgersKirkeFraserKossoff.jpg
Paul Rodgers, Simon Kirke, Andy Fraser, Paul Kossoff
 
  • Like
Reactions: opsim

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,030
Αθήνα

Πάνω από τους καταπράσινους λόφους ή οράματα της κόλασης...​

MorganRecordingStudios.gif

Έτσι, λοιπόν, στο δωμάτιο του επάνω ορόφου στο The Nag's Head, συνέβη ένα μικρό θαύμα χημείας. Ξεκίνησαν με μπλουζ πρότυπα όπως το "Spoonful" και το "Born Under A Dad Sign". Ο Rodgers έφερε τα τραγούδια του, "Walk In My Shadow", "Over The Green Hills", "Trouble On Double Time", "Worry" και άλλα. Στη συνέχεια, σε μια από αυτές τις υπέροχες στιγμές ανακάλυψης, διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να γράψουν και μαζί. Ο Rodgers απάντησε σε μερικές συγχορδίες του Kossoff με μια μικρή έκρηξη μελωδίας και λέξεων και είχαν το "Moonshine". Ο Fraser βρήκε ένα ριφ μπάσου και σε ελάχιστο χρόνο με τον Rodgers το μεταμόρφωσαν σε "I'm A Mover", την πρώτη από τις πολλές συν-συνθέσεις. «Βρυχηθήκαμε από την αρχή», θυμάται ο Fraser, 30 χρόνια μετά.

Μια τέτοια αυθόρμητη δημιουργική ανάφλεξη είναι μια πολύτιμη ανάμνηση στη ζωή κάθε μουσικού. Όπως λέει και ο Rodgers: «Ξεκινήσαμε το μεσημεριανό γεύμα ως μεμονωμένοι άνθρωποι και μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα ήμασταν μπάντα».

Οι Free έκαναν δυνατό ξεκίνημα. Υποκινούμενοι από τις διασυνδέσεις του Αλέξις Κόρνερ, που επίσης πρότεινε το όνομα "Free" για την μπάντα, και οργανωμένοι από το αξιόλογο επιχειρηματικό δαιμόνιο του Fraser (συγκέντρωσε τα χρήματα της συναυλίας τους, πλήρωσε τα έξοδά τους, τους μισθούς και το μερίδιο του ατζέντη τους), κινήθηκαν διακατεχόμενοι από έντονο μουσικό πάθος. «Ήμασταν πεισμωμένοι με αυτό που κάναμε», λέει ο Rodgers. «Δεν με ένοιαζε αν θα ζούσα ή θα πέθαινα, αλλά για την μπάντα».

Οδηγούσαν το βαν τους Morris 1800 σε όλη τη χώρα, παίζοντας κάθε βράδυ και χτίζοντας γρήγορα μια φήμη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο ιδρυτής της Island, Chris Blackwell τους υπέγραψε και στις αρχές Οκτωβρίου πετάχτηκαν στο Morgan, ένα μικρό στούντιο του Λονδίνου, όποτε είχαν μια ελεύθερη μέρα, για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τις στούντιο μπομπίνες να αναφέρουν σέσιον στις 8, 11, 17, 22 και 31 Οκτωβρίου.

Βυθισμένοι στο τραχύ πνεύμα του ρυθμ εντ μπλουζ, ήθελαν να μεταφέρουν το λάιβ σετ τους στην ταινία γρήγορα και φθηνά. Ο προϋπολογισμός ήταν περίπου 800 λίρες και ο παραγωγός ήταν ο Guy Stevens, τον οποίο ο Rodgers περιγράφει ως «τρελή ιδιοφυΐα», έναν άνθρωπο που ο τρελαμένος ενθουσιασμός του έκανε την πλήρη άγνοιά του για τις τεχνικές λεπτομέρειες του στούντιο εντελώς επουσιώδη. Παρεμπιπτόντως, ο Stevens, διευθυντής της Island, ονόμασε επίσης το άλμπουμ, με τίτλο μια σπάνια αντιληπτή διττή σημασία που αναφέρεται τόσο στο θρήνο των Δέλτα μπλουζ όσο και σε μια κόκνεϊ φράση για «άφθονο χρήμα».

Ιστορικά, λοιπόν, το Tons Of Sobs είναι ένα ντοκουμέντο των πρώτων έξι μηνών των Free. Αλλά, ακόμη και τώρα, δεν υπάρχει τίποτα ξεπερασμένο ή ακαδημαϊκό σε αυτό. Αυτό ήταν μια δήλωση για κάτι απρογραμμάτιστο, απρόβλεπτο, πέρα από τα είδη, απευθείας από την κυκλοφορία του αίματος.

Οι Free περιέλαβαν δύο κλασικά ρυθμ εντ μπλουζ, το "Goin' Down Slow" (που γράφτηκε από τον πιανίστα του Σεντ Λούις, James Burke Oden και έγινε διάσημο από τον Howlin‘ Wolf) και το "The Hunter" (που γράφτηκε από τους Booker T. & The M.G.'s για τον Albert King). Αλλά ακόμη και αυτοί οι χαιρετισμοί στους ήρωές τους χαρακτηρίστηκαν από την ξεχωριστή, αμείλικτη αγριότητά τους - στο "Goin' Down Slow", η ερμηνεία του Rodgers και το μακρύ σόλο του Kossoff εξέφρασαν μια ένταση οργής ενάντια στο θάνατο, το τραγικό θέμα του τραγουδιού, το οποίο είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι απασχολεί τέσσερις εφήβους.

Τα δικά τους τραγούδια είναι όλα για το σεξ και την αγωνία σε διαφορετικές αναλογίες. Τα "Walk In My Shadow", "I'm A Mover" και "Sweet Tooth" εισάγουν την με γογγυτά, αισθησιακή σταθερή ροκ αίσθηση που επρόκειτο να δημιουργήσει τον θρύλο των Free, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό –μια υποχθόνια-και-βρώμικη στάση που ξεπεράστηκε στο βρετανικό ροκ μόνο από τους Rolling Stones.

Από την άλλη πλευρά, το "Over The Green Hills" (και τα δύο μέρη), το "Moonshine" και, ιδιαίτερα, το "Worry" δείχνουν πόσο εμποτίστηκαν με την κολασμένη και στοιχειωμένη από τη νύχτα, μαύρη εμπειρία και τις ιδέες των μπλουζ. Δεν είναι ρυθμ εντ μπλουζ, δεν είναι "προγκρέσιβ" και σίγουρα δεν είναι ποπ όταν, στο "Worry", ο Rodgers βογκάει «Είναι η κρύα μαύρη νύχτα / Που τρώει την καρδιά σου / Ο κρύος ιδρώτας σε κρατάει και κοιμάσαι χώρια» και η κιθάρα του Kossoff ανταποκρίνεται αραιά, σιγοντάροντας στη δυσοίωνη ατμόσφαιρα.

Στην πραγματικότητα, το Tons Of Sobs θα μπορούσε να ήταν ακόμα πιο σκοτεινό αν η κυκλοφορία του δεν είχε καθυστερήσει μέχρι τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου, ενώ το λάιβ αγαπημένο "The Hunter" τοποθετήθηκε ως μεταγενέστερη αντικατάσταση για ένα κομμάτι που ονομαζόταν "Visions Of Hell". Όπως και να έχει, ήταν ένα εκπληκτικό ντεμπούτο. Και ουσιαστικά αγνοήθηκε εκείνη την εποχή. Καθόλου χαμένη προσπάθεια, όμως, άλλωστε αυτό ήταν το 1969...

Από τους καλύτερους δίσκους του βρετανικού μπλουζ.

Στον μερακλή φίλο Νότη!

(*****, πηγές: εξώφυλλο, freebandofficial.com, σημειώσεις επανέκδοσης, Phil Sutcliffe, Mojo, Free: Heavy Load by David Clayton & Todd K. Smith)

KossoffRodgersKirkeFraser.jpg
 

Νότης

AVClub Enthusiast
14 October 2009
714
Αιγάλεω
Ιστορικά, λοιπόν, το Tons Of Sobs είναι ένα ντοκουμέντο των πρώτων έξι μηνών των Free. Αλλά, ακόμη και τώρα, δεν υπάρχει τίποτα ξεπερασμένο ή ακαδημαϊκό σε αυτό. Αυτό ήταν μια δήλωση για κάτι απρογραμμάτιστο, απρόβλεπτο, πέρα από τα είδη, απευθείας από την κυκλοφορία του αίματος.


Αυτή είναι μία φράση βγαλμένη από την αλήθεια μιας ψυχής που την θρέφει η μουσική. Στην ουσία, ένα βιβλίο για το Rock γραμμένο από το χέρι σου, θα ήταν αρκετό για να θρέψει τόσες ψυχές, ώστε να γίνουν και οι ίδιες, από ακαλλιέργητο χώμα, αμπέλια του Διονύσου για να τρυγάνε οι αιώνες.
 

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,030
Αθήνα

Τραγούδια του χθες!​

Free - Free (Οκτώβριος 1969, Island Records)

Free1969.jpg

Τραγούδια: A1 I'll Be Creepin' (Fraser, Rodgers) - 3:15, A2 Songs Of Yesterday (Fraser, Rodgers) - 3:31, A3 Lying In The Sunshine (Fraser, Rodgers) - 4:02, A4 Trouble On Double Time (Fraser, Kossoff, Rodgers, Kirke) - 3:34, A5 Mouthful Of Grass (Fraser, Rodgers) - 3:36, B1 Woman (Fraser, Rodgers) - 3:45, B2 Free Me (Fraser, Rodgers) - 5:37, B3 Broad Daylight (Fraser, Rodgers) - 3:33, B4 Mourning Sad Morning (Fraser, Rodgers) - 5:03
Μουσικοί: Paul Rodgers (κύρια φωνητικά) • Paul Kossoff (ληντ κιθάρα) • Andy Fraser (μπάσο, ρυθμική κιθάρα, ακουστική κιθάρα, πιάνο) • Simon Kirke (τύμπανα, κρουστά) • Chris Wood (φλάουτο: B4)
Παραγωγή / Μηχανικός / Εξώφυλλο: Chris Blackwell / Andy Johns / Ron Raffaelli, The Visual Thing Inc.

Ηχογραφήθηκε στα Morgan Studios μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 1969, εκτός των A2, B2 που ηχογραφήθηκαν στα Trident με μηχανικό τον Rob!

Free1969Inside.jpg

Το υποβλητικό πρώτο άλμπουμ τους, Tons Of Sobs, απέδειξε ότι απείχαν πολύ από τους τυπικούς παραδοσιακούς του 'Δέλτα–που συναντά το–Σικάγο'... Στα τέλη της δεκαετίας του '60, το ροκ εξερευνούσε τις δυνατότητές του, καλλιτεχνικά και εμπορικά. Απαλλαγμένες από, αναστολές λόγω της τεράστιας επιτυχίας, μπάντες όπως οι Beatles και οι Beach Boys δεν αναγνώριζαν κανέναν περιορισμό στο τι θα μπορούσε να επιτευχθεί σε ένα δωδεκάιντσο LP, ξοδεύοντας μήνες στο στούντιο με τη διοχέτευση περίσσιας φαντασίας και αχαλίνωτης αυτοέκφρασης στην επίτευξη του στόχου τους.

Όμως, το 1969 οι Free, απείχαν ακόμη πολύ μακριά από αυτό το 'πολυτελές' επίπεδο. Με το ντεμπούτο τους άλμπουμ, Tons Of Sobs, που συναρμολογήθηκε το προηγούμενο φθινόπωρο και με την κυκλοφορία του να καθυστερεί μέχρι τον Μάρτιο, οι Free πιέστηκαν επτά νύχτες την εβδομάδα χτίζοντας αυτό που ο Paul Kossoff περιέγραψε περήφανα ως «μια δυνατή, ειλικρινή συνέχεια». Έφηβοι σε μια ασταμάτητη περιπέτεια, έμαθαν πώς να παίρνουν χρήματα από μη συνεργάσιμους χρηματοδότες και πώς να κάνουν επιδρομές στις κουζίνες των ξενοδοχείων, που έκλεισαν πολύ πριν από την αναγκαστικά καθυστερημένη και λιμοκτονική άφιξη τους μετά το σόου.

Απρόβλεπτα, όμως, όταν οι Free ήρθαν στα σποραδικά σέσιον για το δεύτερο άλμπουμ τους, η ενότητα του πάθους και του σκοπού τους έδειξε τα πρώτα σημάδια έντασης. Είχαν δουλέψει στα "Trouble On Double Time" και "Broad Daylight" τον Ιανουάριο, αλλά όταν επέστρεψαν στο στούντιο τον Απρίλιο, ξέσπασαν οι εντάσεις.

Όπως οι συνθέτες στις περισσότερες μπάντες, ο Andy Fraser και ο Paul Rodgers, οι οποίοι παρείχαν οκτώ από τα εννέα τραγούδια, είχαν ισχυρές ιδέες για το πώς θα έπρεπε να διασκευάζονται και να ερμηνεύονται οι συνθέσεις τους. Αυτή ήταν μια δύσκολη πρόκληση για την άγρια αυθόρμητη προσέγγιση του Kossoff, που απλώς ήθελε να ανταποκριθεί στα φωνητικά του Rodgers τόσο ελεύθερα όσο μέχρι τότε. Αντίθετα, οι τραγουδοποιοί ζήτησαν μια νέα πειθαρχία στο ρυθμικό του παίξιμο. Όταν δεν προέκυψε φυσικά, λέει ο Fraser, «έπρεπε να καθίσω και να του μάθω κάθε μέρος». Εκ των υστέρων, λυπάται για το πόσο πιεστική μπορεί να ήταν αυτή η διαδικασία στο πνεύμα του κιθαρίστα. Πράγματι, ο τακτικός μηχανικός του στούντιο των Free, Andy Johns, θυμάται πώς, κατά τη διάρκεια αυτών των σέσιον, ο Kossoff «ήταν αμήχανος, σφιγμένος και δεν μιλούσε για μια ή δύο ώρες».

Η έκταση της αναστάτωσης μπορεί να κριθεί από το γεγονός ότι, κρυφά, ο Kossoff και ο Kirke δοκίμασαν μπασίστες για ένα νέο συγκρότημα, ενώ ο Rodgers και ο Fraser συζητούσαν να φύγουν ως ντουέτο. Στη συνέχεια, ο Kossoff πέρασε από οντισιόν τόσο για τους Jethro Tull όσο και για τους Rolling Stones (μετά την αποχώρηση του Brian Jones). Δεδομένου ότι το ευέξαπτο στέλεχος της Island, Guy Stevens, ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή στο Tons of Sobs, φαινόταν να επιτείνει τη διάσπαση, ο (διπλωματικός) ιδιοκτήτης της εταιρείας Chris Blackwell έσωσε πιθανότατα την παρτίδα, αναλαμβάνοντας τα σέσιον.

Σίγουρα, μέχρι τον Ιούνιο, όταν ολοκλήρωσαν το άλμπουμ σε 'περίεργες' μέρες στα στούντιο Trident και Morgan του Λονδίνου, οι Free φαινόταν να έχουν επανασυσπειρωθεί και να έχουν ανακτήσει τη μουσική τους έμπνευση.

Παρόλα αυτά, αναμφισβήτητα ο τόνος του άλμπουμ Free περιέχει κάτι από το κλίμα της αποκατεστημένης ειρήνης μετά από σύγκρουση –που επιτομή του, αποτελεί το ονειρικό ακουστικό οργανικό, "Mouthful Of Grass" με τον Andy Fraser να παίζει την εξάχορδη και τον Paul Kossoff να παίζει το ληντ τμήμα βοηθώντας στην εμπέδωση του τραγουδιού. Ο Ρότζερς το είδε ως το "σόουλ" άλμπουμ των Free και, ιδιαίτερα, στην πανέμορφη μπαλάντα "Lying In The Sunshine", με τη νωχελική φόλκι ατμόσφαιρα και την εκπληκτική ακουστική κιθάρα, τα φωνητικά του πλησίασαν τη μίμηση του πιο νωθρού στυλ του Marvin Gaye καθώς γουργούριζε επαινώντας την απραξία, αν και υπάρχει το «Οι φράχτες θέλουν επισκευή / Και χρήματα που πρέπει να αποκτηθούν». Στον αντίποδα, το "Songs Of Yesterday", ένα ρυθμικό ρόκερ, εναλλάσσει τα γρήγορα με τα πιο αργά μέρη, διαθέτοντας το καλύτερο μπάσο του Andy σε ολόκληρο τον δίσκο και τον Kossoff να παρεμβάλει μια μεθυστική γραμμή κιθάρας.
 

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,030
Αθήνα

Πένθιμο θλιβερό πρωινό​

RodgersFraserKossoffKirke.jpg
Paul Rodgers, Andy Fraser, Paul Kossoff και Simon Kirke

Η κύρια τάση στο Free, ήταν να διατηρήσουν τον χαρακτηριστικό ήχο του Tons Of Sobs, αλλά η διάθεση περιελάμβανε λιγότερο μάτσο βηματισμό. Κάποιο κομπασμό είχαν μόνο, το εναρκτήριο "I'll Be Creepin'", με τις δυσοίωνες ουά-ουα νότες και το διάσημο μπάσο του Fraser, και τα τραχιά "Trouble On Double Time" και "Woman", βασισμένα σε μικρά πιασάρικα ριφ παιγμένα από τον Kossoff και τραγουδισμένα με τον χαρακτηριστικό τρόπο του Rodgers. Το τελευταίο, μάλιστα ασυνήθιστα για αυτόν, διαθέτει μια χιουμοριστική άποψη για την έλξη που παλεύει με τη διστακτικότητα: «Παντρέψου με σήμερα, μωρό μου / θα σου δώσω τα πάντα / Την κιθάρα μου / Την κιθάρα και το αυτοκίνητό μου». Πιο επικρατούσα από οποιαδήποτε αρρενωπή τάση ήταν μάλλον η συγκρατημένη μελαγχολία.

Η χαμένη αγάπη ήταν το παραδοσιακό σημείο εκκίνησης για πολλά τραγούδια των Fraser/Rodgers και ενέπνευσε δύο από τις καλύτερες στιγμές αυτού του άλμπουμ. Το υπνωτικό ατμοσφαιρικό αριστούργημα "Mourning Sad Morning", με τον Chris Wood στο φλάουτο, μια βαθιά τραγική μπαλάντα που είναι αργή και τρομακτική, αλλά όταν ο Ρότζερς ψάλλει αυτή τη μαγική γραμμή «Πρωί πρωί, θλιβερή μέρα / Α, αχ, αχ, αχ, αχ, αχ, αχ», πετυχαίνει να συλλάβει λίγη από αυτή τη γνήσια αυθεντική φολκ τραγωδία, κάτι πολύ δύσκολο. Και μετά το ένδοξο "Free Me", που έχει μια δική του γοητεία με τις παραπονιάρικες αρμονίες και το συγκρατημένο σόλο του Kossoff.

Ωστόσο, οι Free ήταν πράγματι τόσο εμποτισμένοι με μπλουζ και ρυθμ εντ μπλουζ που ένιωθαν ικανοί να παίζουν σκοτεινά συναισθήματα χωρίς να τα εκλογικεύουν. Από αυτή την άποψη, το "Broad Daylight" είναι το ισοδύναμο του "Worry" στο Tons Of Sobs που όλα είναι ζοφερά, αν και στην εξέλιξή του διαφαίνεται λίγη αισιοδοξία: «Δες τον καπνό να γεμίζει το δωμάτιό μου / Κουλούριασε και ψιθύρισε στη σκοτεινιά / Τότε λαχταράω τη μέρα / Όταν ο ήλιος βγαίνει...».

Ένα δεύτερο έξοχο άλμπουμ, με υπέροχο εξώφυλλο[*] που έμεινε κλασικό, το Free κατά την κυκλοφορία του τον Οκτώβριο του 1969, εμπορικά πήγε παρόμοια με το προκάτοχό του πουλώντας περίπου 20.000 κόπιες στους θαυμαστές που κερδίσαν στις περιοδείες. Αλλά για την μπάντα αυτό πέρασε σχεδόν απαρατήρητο γιατί εκείνο το καλοκαίρι έκαναν μερικά τεράστια βήματα προς τα πάνω. Υποστηρίζοντας τους Blind Faith, περιόδευσαν για πρώτη φορά στην Αμερική, παίζοντας μια ταραχώδη νύχτα στο Madison Square Garden. Μετά γύρισαν σπίτι για να εμφανιστούν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες στο πρώτο φεστιβάλ της νήσου Γουάιτ.

Ευτυχώς, το αμερικανικό ταξίδι έφερε μεγάλη παρηγοριά στον Kossoff, το πιο ευάλωτο μέλος της μπάντας. Στα παρασκήνια σε ένα κλαμπ της Νέας Υόρκης συστήθηκε στον Έρικ Κλάπτον, που μετά ηγήθηκε των Blind Faith. Προς έκπληξη του Kossoff, ο σπουδαίος κιθαρίστας, ο άνθρωπος που λάτρευε από μια επιδραστική συναυλία του 1965 των Bluesbreakers του John Mayall, ζήτησε τη συμβουλή του για τη βιμπράτο τεχνική και μετά πρότεινε μια ανταλλαγή κιθάρας, τη Les Paul Sunburst του, για τη Les Paul Custom του Kossoff.

Αυτή η αναγνώριση τον εμψύχωσε, τουλάχιστον προσωρινά, και όταν έδωσε συνεντεύξεις εκείνο το φθινόπωρο για να προωθήσει το άλμπουμ Free, σκεφτόταν για άλλη μια φορά θετικά για τις δύσκολες στιγμές της μπάντας στο στούντιο: «Είμαστε πολύ επικριτικοί με τον τρόπο που παίζουμε, μάλλον λίγο υπερβολικά δυσανεκτικοί. Απλώς έτσι είμαστε. Προκαλεί πολύ πόνο και απογοήτευση, αλλά είναι επίσης πολύ εποικοδομητικό».

Προσωπικά, προτιμώ τα δύο πρώτα τους άλμπουμ, χωρίς να ξεχωρίζω κάποιο μεταξύ τους, από το τρίτο Fire and Water, και πιο γνωστό λόγω της επιτυχίας του "All Right Now". Οι Free ευτύχησαν να διαθέτουν τέσσερις μουσικά χαρισματικές προσωπικότητες, με την υπέροχη τραχιά φωνή του Paul Rodgers, την οικονομία των γραμμών της εξαίσιας κιθάρας του Paul Kossoff, τα πρωτοποριακά τύμπανα του Simon Kirke και την κύρια –αλλά απαρατήρητη– δημιουργική ιδιοφυΐα του Andy Fraser, συνθέτη των περισσότερων επιτυχιών της μπάντας, και βιρτουόζο του μπάσου. Μάλιστα, το μπάσο του εδώ είναι πολύ πιο κυρίαρχο από ό,τι στο προηγούμενο άλμπουμ, καθώς χρησιμοποιείται ως ρυθμική κιθάρα που οδηγεί τα κομμάτια, ενώ η κιθάρα του Kossoff αναπτύσσεται από αυτό.

Μαζί με τους Cream και τους Led Zeppelin, οι Free με τη μοναδική μουσική χημεία υπήρξαν σημαντικοί και επιδραστικοί, αφού έβαλαν τη σφραγίδα τους, εμπλουτίζοντας το μουσικό ιδίωμα που υπηρετούσαν, μακριά από απλή μίμηση και επανάληψη, αλλά όχι (τόσο) επιτυχημένοι, όσο άλλοι ομότεχνοί τους. Η ταμπέλα του χάρντ ροκ που τους ακολουθούσε τους περιόριζε, αφού δεν τους αντιπροσώπευε απόλυτα και πολλές φορές ούτε μερικώς. Οι δίσκοι τους, σε πρώτο άκουσμα πιθανόν να φαντάζουν κοινότυποι, αλλά εάν τους δώσετε μια δεύτερη ευκαιρία θα σας αποκαλύψουν κάτι πιο εσωτερικό και ιδιαίτερο, που εγώ τουλάχιστον στην εφηβεία μου, επηρεασμένος και από τις απόψεις των εγχώριων 'επαϊόντων', το διέγνωσα λίγο αργότερα (ευτυχώς) και με καθήλωσε.

Οπότε, ακούστε προσεκτικά ή προσπεράστε...
________________
[*] το εντυπωσιακό εξώφυλλο φιλοτεχνήθηκε από τον αμερικάνο φωτογράφο Ron Raffaelli, με τον οποίο ήρθαν σε επαφή όταν βρίσκονταν στο Λος Άντζελες. Η εικόνα μιας γυμνής γυναίκας που δρασκελίζει, ιδωμένη από κάτω, με το περίγραμμα του σώματός της γεμάτο αστέρια τοποθετημένο σε φόντο γαλάζιου ουρανού, τράβηξε πολλή προσοχή από τους θιασώτες της εμπορικής τέχνης και έγινε βασικό στοιχείο των ανθολογιών με εξώφυλλα άλμπουμ.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, freebandofficial.com, σημειώσεις επανέκδοσης, Phil Sutcliffe, Mojo, Free: Heavy Load by David Clayton & Todd K. Smith)

FreeWinwood1970.jpg
Steve Winwood, Andy Fraser, Paul Rodgers, Simon Kirke και Paul Kossoff