The Jungle Beat

17 June 2006
14,352
jbrown_489x500.jpg


The Jungle Beat: Δύο Περιπτώσεις

Πολλοί είναι αυτοί που ερίζουν για την πατρότητα του Χτύπου που εδώ και κάμποσα χρόνια γνωρίζουμε σαν funk. Αλλά οι ρέκτες, τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να έχουν αποφασίσει: πατέρας του είναι μιά μαστοράτζα των κρουστών από τη Νέα Ορλεάνη, ο Earl Palmer. Αν και δεν είχε κυκλοφορήσει μέχρι το 1991, το ‘Messy Bessy’ του Dave Bartholomew, ηχογραφημένο το 1949, ηχεί σαν η ...κολυμπήθρα του καινούργιου ρυθμού. Τα τύμπανα του Palmer είναι σκέτος χείμαρρος από τρίηχα και απανωτά rolls στο ταμπούρο, ένα στύλ που μοιάζει να μεταποιεί στα μέτρα του drum kit ολόκληρο τον ήχο από τις μπάντες εμβατηρίων της Νέας Ορλεάνης – σύμφωνα με τους ρέκτες ο δίσκος προεξοφλεί όχι μόνο το ροκ’ εν´ρολ και το funk του James Brown ή των Meters αλλά ακόμη και το surf ή τη μόδα με τα τύμπανα των Burundi. Kι όλα αυτά από έναν ήχο που πιθανώς δεν είναι και πολύ διαφορετικός από αυτόν μιάς μπάντας με φλογέρες και τύμπανα από εκείνες που οδηγούσαν τους Πολιτοφύλακες του Τζόρτζ Ουάσινγκτον, τους Μinutemen, όταν την έπεφταν στα ‘Κόκκινα Σακκάκια’ –στους Αγγλους- το 1775 στη μάχη του Concord. Ο Palmer είχε σκαρφιστεί έναν ήχο πολεμικό, κοκκαλιάρη και γεμάτο γωνίες, μονολιθικό και με μετρονομική ακρίβεια – τον ακούς στους δίσκους που έγραψε με τον Fats Domino και τον Little Richard και μοιάζει με κομπρεσσέρ που τρυπάει βράχο. Ο Phil Spector αμέσως μετά στρατολόγησε τον Palmer γιά να φτιάξει τον Τοίχο από Ηχο (Wall of Sound), το ακουστικό τέρας που ακούς να ωρύεται και να βυσσοδομεί μέσα στις τρίλεπτες Ποπ συμφωνίες του που θα έκαναν κατάληψη στα ερτζιανά στις αρχές του ’60.
Ο χτύπος απέκτησε ληξιαρχική πράξη γέννησης. Στη Νέα Ορλεάνη ακόμα γελάνε με το ...γεγονός: γι αυτούς ο χτύπος ήταν πάντα εκεί, μέρος του αέρα που ανέπνεαν. Ο Peter Shapiro (‘Turn the Beat Around’) χρονικογραφεί Πώς αυτό το beat ξέφυγε από τους βάλτους της Λουιζιάνα, έγινε πιά αρχετυπικό και παιζόταν από χειροποίητες φτηνές κιθάρες και μαράκας σε δρόμους και σε αυλές. Πως έγινε καθεστώς στη Νέα Ορλεάνη με τους Λάτιν πρόσφυγες και τον τραγουδούσαν οι μπαρμπέρηδες στα κουρεία. Πως εμπλουτίσθηκε από τους ρυθμούς του voodoo και της Σαντερία που εξόρκιζαν τις κατάρες – αυτούς που είχαν φέρει μαζί τους οι εμιγκρέδες από την Καραϊβική. Πως βρήκε το δρόμο του για τις Μπάντες που έπαιζαν στους δρόμους και στις κηδείες. Πως ανδρώθηκε μέσα στα blues του Slim Harpo. Πως τον πήρε ο Bo Diddley για να τον φυτέψει στην καρδιά της Αμερικάνικης λαϊκής μουσικής και να τον βρίσκουμε σήμερα μέσα σε οτιδήποτε - από τα γκρούπ της Βρεττανικής εισβολής μέχρι την disco.
Το ...έργο του Earl Palmer βρήκε συνεχιστή στον Charles ‘Hungry’ Williams. Ντράμερ του Huey ‘Piano’ Smith και των Clowns σε δίσκους όπως ‘High Blood Pressure’, ‘Little Liza Jane’, ‘Rocking Pneumonia and the Boogie Woogie Flu’: ο Hungry πήρε το χτύπο και τον έκανε πιό πολυρυθμικό. Χόρευε πιά σαν δερβίσης αλλά ποτέ του δεν έχανε το μέτρο. Ο Hungry πέρασε την τέχνη του στον Clayton Fillyau που παίζει ντράμς στο ‘Live at the Apollo’ του James Brown. Από μάστορα σε μάστορα...Μετά, ο Τύπος άρχισε να κυκλοφορεί τα κουτσομπολιά: στις μπάντες του James Brown, όποιος μουσικός έχανε έστω και για ένα δευτερόλεπτο το μέτρο, έτρωγε ένα ξεγυρισμένο πρόστιμο από το Νονό. Το μέτρο ήταν το Πάν!

Ο Νονός
Θυμάμαι ένα παληό αφιέρωμα στο Νονό που πρόβαλε η τηλεόραση, πολλά χρόνια πρίν: τον έδειχνε σε συναυλία να περπατάει με ‘βάδισμα καμήλας’ πάνω στη σκηνή, γυρίζοντας κάθε τόσο στο μικρόφωνο για να εξαπολύσει τα γρυλλίσματα που ήταν το Σήμα Κατατεθέν του, πάντα με μιά τρομαχτική αίσθηση timing: το beat ήταν πάντα εκεί, γρανιτένιο και κυρίαρχο. Τα φωνητικά του πάντα τα σέρβιρε σαν να έπαιζε κρουστά: ‘έφτυνε’ τις λέξεις με μανία, κι αυτές καρφώνονταν πάνω σου σαν ατσάλινες πρόκες. Ακόμα και σήμερα, κάθε που ακούω το ‘Cold Sweat’ ή το ‘Licking Stick, Licking Stick’ μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Μπορεί ο Ray Charles να έφερε τα γκόσπελ στο Ρύδμ’εν’Μπλούζ αλλά ο Νονός τα πήρε αγκαλιά και τα μπόλιασε με δαιμονοπληξία. Τα live του από εκείνη την περίοδο είναι κατακλυσμικά, σε κάνουν να σκέφτεσαι τους βάρβαρους του Αλάριχου που εισβάλουν στη Ρώμη. Η μουσική περνάει από πάνω σου σαν οδοστρωτήρας: αστράφτει κι είναι γεμάτη επιτακτικότητα και νταηλίκι - τα ουρλιαχτά του πλήθους σε κάνουν να σκέφτεσαι Τί χάνεις που δεν είσαι Εκεί. Τόννοι μελάνης έχουν χυθεί για να περιγράψουν funk - πρωτόλεια όπως το ‘Ooh Poo Pah Doo’ όπου ο Brown φτιάχνει ένα άκουσμα ευλύγιστο και μυώδες, σφιχτό και μαζί λυγερό, ακριβώς σαν τον τρόπο που χόρευε...ή το ‘Papa’s Got A Brand New Bag’ όπου ο Νονός απλοποιεί ολόκληρη τη φωνητική παράδοση του Γκόσπελ συνοψίζοντάς την σε στριγγλιές και βρυχηθμούς ενώ την ίδια στιγμή δίπλα του ο κιθαρίστας προαναγγέλει με τις πενιές του ολόκληρη τη γέννηση του reggae. Oταν μπήκε η δεκαετία του 70 το Prog rock εγκαθιδρύθηκε με τους Υπερ-μουσικούς του, τους πιό επιτηδευμένους χρόνους και τις πιό σύνθετες αλλαγές του. Ο Brown και οι βάρβαροι ...αυλητές του απάντησαν απλοποιώντας κι άλλο τον ήχο, γδύνοντας το beat στα απολύτως στοιχειώδη: με το Give It Up Or Turn It A Loose και το Ain’t It Funky. Κι αμέσως μετά, το Get Up (I Feel Like Being A Sex Machine) - ο Shapiro γράφει για τον Bootsy (Collins) στο συγκεκριμένο κομμάτι: ‘ο μπασίστας ήταν σκέτος γκάνγκστερ και το παίξιμο του είχε περισσότερο νταβατζηλίκι από μιά σύναξη Προαγωγών στη Lennox Avenue’. Κι από κοντά η κιθάρα του Cattfish, μινιμαλιστικό chicken-scratch που έμοιαζε να έρχεται κατευθείαν από τις φυτείες της Τζόρτζια και Δωρικά τύμπανα που παίζουν τα απολύτως απαραίτητα. Αν οι λευκοί ήταν ‘κρυόκωλοι’, ο Νονός ήταν Εδώ για να τους πεί δυό-τρία ‘φωνήεντα’.
Το ‘Star Time’ (Polydor 849108 4XCD) είναι ένα κουτί με 4 CDs που χρονικογραφούν αυτή τη φοβερή ιστορία. Είναι, απλά, Η Απόλυτη Συλλογή: περιέχει όλα όσα χρειάζεται κάποιος απ το Νονό μαζί με διάφορα ακυκλοφόρητα διαμάντια –όπως πχ το ‘Papa’s Got A Brand New Bag’ πρίν επιταχύνουν την ταινία και το κυκλοφορήσουν στην έκδοση που ξέρουμε για να του δόσουν ‘μια αυξημένη αίσθηση κλειστοφοβίας’. Ή αποσπάσματα από το ηχογραφημένο Ζωντανά υλικό που θα έβγαινε σαν 3πλό live άλμπουμ με τίτλο ‘Love, Power, Peace’, ένα project που ναυάγησε. Η τιμή του είναι αστεία (κάτι λιγότερο από 30 ευρώ) και πρόκειται να εξαφανισθεί σύντομα. Κρατάς αυτό το κουτί και το ‘Live at the Apollo’ και είσαι καλυμένος απόλυτα σε ό τι έχει να κάνει με το Νονό. Χάνεις βέβαια επεισόδια και κάμποση ακόμα Συγκλονιστική μουσική – αλλά δε μπορεί κανείς να τα έχει όλα...
 
17 June 2006
14,352
C est CHIC
Με τους Chic τα πράγματα είναι λίγο πιο …μπερδεμένα: δεν μπορώ με τίποτα να σας συστήσω Ένα αντιπροσωπευτικό άλμπουμ. Οι επίσημες κυκλοφορίες τους περιέχουν στιγμές καθαρής ιδιοφυίας ανάμικτες με αρκετή ’σαβούρα’. Οι ανθολογίες δεν στέκουν πάντα στο ύψος τους –για παράδειγμα, ειδικά με τους Chic, σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνεται να αφήνεις απ έξω τα extended versions και να βάζεις τις ’πετσοκομμένες’ εκδοχές. Όπως δεν γίνεται να αφήσεις απ έξω τα προσωπικά άλμπουμ των Nile Rodgers και Bernard Edwards ή τη δουλειά που έχει κάνει ο Rodgers σε δίσκους άλλων –στο ’Upside Down’ της Diana Ross που έκανε την παραγωγή, παίζει κιθάρα στο ομώνυμο track: τα τελευταία 40 δευτερόλεπτά του είναι μέσα στα καλύτερα πράγματα που έκανε ποτέ, 40 δεύτερα καθαρό υγρό πύρ απ’ όποια πλευρά και να τα δεί κανείς. Να σας εξομολογηθώ εδώ μία από τα πιο μύχιες όνειρώξεις μου που θα με έκανε ακόμα και στα γεράματα να …λερώνω τα σεντόνια μου: βλέπω λοιπόν ότι με παίρνουν τηλέφωνο οι γραβάτες’ από τα κεντρικά της Atlantic, μου δίνουν απεριόριστη πρόσβαση στα …αρχεία τους και μου ζητάνε να τους φτιάξω το απόλυτο retrospective του Nile Rodgers – τα όνειρα είναι τσάμπα και έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω ότι δεν υπάρχουν πολλοί που να τον αγαπούν και να τον ξέρουν καλύτερα από μένα: από τα χέρια μου έχει κατά καιρούς περάσει ό τι κυκλοφόρησε ποτέ, και εννοώ εδώ κάθε 12ιντσο, EP, White Label (οι κόπιες που δίνανε οι εταιρίες στους DJs) και dance mix που ο Rodgers έχει παίξει έστω και μία πενιά ή έχει επιβλέψει την παραγωγή. Κι όταν λέω όλα εννοώ Όλα! Αν είχαν οι κουστουμάκηδες της εταιρίας μυαλό, Ποιόν θα εμπιστευόντουσαν; Μα …ποιόν άλλο από έναν ’άρρωστο’ φαν, κάποιον που ξέρει την παραμικρή διαφορά, το ένα μέτρο (!) παραπάνω στο μπάσο, τα 5 extra δευτερόλεπτα πάνω στο break που κάνουν τα ντράμς. Κάποιον που τα έχει ακούσει –και τα ξέρει απ έξω κι ανακατωτά- όλα. Και την εποχή που άκουγα τους Chic ήταν ’άγριοι’ καιροί: οι …μεταλλουργοί και οι prog της παρέας σε περίμεναν στη γωνία να σε πούν ’καρεκλά’ και ’τσινάρι’ – δε βαριέστε: με όσους από αυτούς εξακολουθώ να βλέπομαι σήμερα, το 90% ακούει Σκύλους ή …’έντεχνο’ ελληνικό τραγούδι…
Θα προσπαθήσω να είμαι …συγκρατημένος όσον αφορά τους Chic: πιστεύω ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο funk γκρούπ που είδαν ποτέ τα studios. Ο Grail Marcus έλεγε για τον James Jamerson, το μπασίστα της Motown: ´όλη η πρώϊμη παραγωγή της Motown είναι το πώς αναθεωρείς και ξανα-ανακαλύπτεις από την αρχή το λεξιλόγιο του μπάσου σε 53 (όσα και τα singles) απλά μαθήματα’ – μαντέψτε τώρα από Ποιόν έμαθε την τέχνη του ο μπασίστας των Chic (Bernard Edwards). Στα ντράμς είχαν έναν ανθρώπινο μετρονόμο και στην κιθάρα τον Nile Rodgers: ποτέ μέχρι τότε δεν είχε ακούσει ο κόσμος κάποιον να παίζει την κιθάρα με ανάλογο τρόπο – ο ήχος του Rodgers ήταν ’κρουστός’, ευφραδής, πολυλογάς και αιχμηρός, απότομος και κοφτός. Τα τραγούδια έμοιαζαν με jingles, οι στίχοι ήταν ’τηλεγραφικοί’, η μουσική αυτή, ακόμα και στα πιο ’ηδονιστικά’ της, απέπνεε ένα απίστευτα φαταλιστικό -και ακραία γοητευτικό- χρώμα. Eχει γραφτεί επανειλημμένα πως οι Chic απέσταξαν και εκσυγχρόνισαν ολόκληρη την κληρονομιά του Ρύδμ’εν’Μπλούζ, τη soul της Stax, της Motown και τον Miles Davis στα πλαίσια της πιο ανελέητης και ’φονικής’ ρυθμικής επίθεσης που είδε ο Κόσμος μας μέσα στα τελευταία 50 χρόνια.
Ο γράφων θεωρεί την προσέγγιση των λευκών intellectuelos (λέγε με Laswell) στο funk απόλυτα έγκυρη και ενδιαφέρουσα σαν αυτόνομο υβρίδιο και δημιουργική …μεταγενέστερη σκέψη, αλλά η σχέση της με το αυθεντικό, στ αυτιά μου τουλάχιστον, ακούγεται αρκούντως βεβιασμένη και εκτός τόπου: σαν τον Κορνήλιο Καστοριάδη να προσπαθεί να αναλύσει –με χορευτικά παραδείγματα- το boogaloo. ´H σαν διάλεξη του Αγιου Ιωάννη του Σταυρού (Σαν Χουάν Ντε Λα Κρούθ) πάνω στις χαρές του Σεξ. Σε κάθε ενδιαφερόμενο θα πρότεινα τους δίσκους του James Brown και των Chic. Aυτό το πριαπικό, γιορταστικό, ακραία ηδονιστικό άκουσμα που σου βάζει το διάβολο στους γοφούς.