- 5 February 2012
- 14,226
Πρόκειται για το βιβλίο του Μίλτου Πασχαλίδη που συνοδεύεται από ομώνυμο CD.
Από τους πιο αγαπημένους μου Έλληνες στιχουργούς ο Άλκης Αλκαίος (αμέτρητες οι ανατριχίλες).
Ιδιαίτερος άνθρωπος και αν και οικειοθελώς εσώκλειστος τα τελευταία τριάντα χρόνια με ταξίδεψε σε μέρη,ανθρώπους,με εξόργισε,με συγκίνησε,με έκανε να χαμογελάσω.
Πικρά πολλές φορές.
Αντιγράφω από το βιβλίο:
"Του επέστρεψα το μπλοκ ελαφρώς απορημένος, ο Αλκης δεν μου είχε απαγγείλει ποτέ τους στίχους του τετ-α-τετ, μόνο απ’ το τηλέφωνο κι αυτό λίγες φορές. Υστερα βίωσα μια από τις πιο μαγικές στιγμές της φιλίας μας.
Ισως την πιο μαγική.
Ποτάμια από λέξεις έρρεαν από τα χείλη του κι εγώ, κρεμασμένος απ’ την άκρη τους, άκουγα χωρίς να καταλαβαίνω, απλώς ένιωθα τον παλμό της φωνής του και χαιρόμουν πιο πολύ που ήταν ζωντανός, που ήμαστε κι οι δυο ζωντανοί και επιτέλους έτοιμοι για την περιπέτεια που σχεδιάζαμε τόσα χρόνια.
Εκανε μια παύση, σήκωσε το βλέμμα απ’ τα χειρόγραφα και ρώτησε:
Πώς σου φαίνονται μέχρι εδώ;
Χαμογέλασα.
Μη με μαλώσεις, αλλά νομίζω ότι αφαιρέθηκα λίγο. Ετσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να βγάλω άκρη μόνο με το αυτί. Προτιμώ να τα διαβάζω κιόλας.
Να σταματήσω
Τρελός είσαι; Πήγαινέ το μέχρι το τέλος.
Το πήγε μέχρι το τέλος.
Μέχρι τότε τον είδα να μεταμορφώνεται χίλιες φορές: να χορεύει με τα δελφίνια, να βρίσκει χαμένα αστέρια, να λύνει μυστικά σταυρόλεξα περιμένοντας το χιόνι, να μεταφράζει τα αηδόνια τη μια βυθισμένος σ’ ένα λίβινγκ ρουμ και την άλλη χαμένος στον Τροπικό του Αιγόκερω.
Κι όλα αυτά ενώ παρέμενε κλεισμένος σ’ έναν πίνακα της Φρίντα Κάλο.
Δεν παραληρώ.
Τα λόγια του είναι.
Τα λόγια του στο χαρτί».
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει
ενθύμια παλιά και φυλακτά
Οι ήρωες το σκάνε απ' την οθόνη
ξυλάρμενοι τραβανε στ'ανοιχτα
Πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι
πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν
σε ποιο ταξίδι σ' έχω ξαναδεί
τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν
το πλένει στα φανάρια ένα παιδί
κι ένας τελάλης σ' έρημη πλατεία
τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν
και κυνηγούν τ' αδέσποτα σκυλιά
και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν,
ξορκίζουν μ' αγιασμό το σατανά
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα
δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει,
μα εγώ είμ' ένα τραγούδι αλλοτινό
στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι
αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι
κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει
Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι
κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει
Από τους πιο αγαπημένους μου Έλληνες στιχουργούς ο Άλκης Αλκαίος (αμέτρητες οι ανατριχίλες).
Ιδιαίτερος άνθρωπος και αν και οικειοθελώς εσώκλειστος τα τελευταία τριάντα χρόνια με ταξίδεψε σε μέρη,ανθρώπους,με εξόργισε,με συγκίνησε,με έκανε να χαμογελάσω.
Πικρά πολλές φορές.
Αντιγράφω από το βιβλίο:
"Του επέστρεψα το μπλοκ ελαφρώς απορημένος, ο Αλκης δεν μου είχε απαγγείλει ποτέ τους στίχους του τετ-α-τετ, μόνο απ’ το τηλέφωνο κι αυτό λίγες φορές. Υστερα βίωσα μια από τις πιο μαγικές στιγμές της φιλίας μας.
Ισως την πιο μαγική.
Ποτάμια από λέξεις έρρεαν από τα χείλη του κι εγώ, κρεμασμένος απ’ την άκρη τους, άκουγα χωρίς να καταλαβαίνω, απλώς ένιωθα τον παλμό της φωνής του και χαιρόμουν πιο πολύ που ήταν ζωντανός, που ήμαστε κι οι δυο ζωντανοί και επιτέλους έτοιμοι για την περιπέτεια που σχεδιάζαμε τόσα χρόνια.
Εκανε μια παύση, σήκωσε το βλέμμα απ’ τα χειρόγραφα και ρώτησε:
Πώς σου φαίνονται μέχρι εδώ;
Χαμογέλασα.
Μη με μαλώσεις, αλλά νομίζω ότι αφαιρέθηκα λίγο. Ετσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να βγάλω άκρη μόνο με το αυτί. Προτιμώ να τα διαβάζω κιόλας.
Να σταματήσω
Τρελός είσαι; Πήγαινέ το μέχρι το τέλος.
Το πήγε μέχρι το τέλος.
Μέχρι τότε τον είδα να μεταμορφώνεται χίλιες φορές: να χορεύει με τα δελφίνια, να βρίσκει χαμένα αστέρια, να λύνει μυστικά σταυρόλεξα περιμένοντας το χιόνι, να μεταφράζει τα αηδόνια τη μια βυθισμένος σ’ ένα λίβινγκ ρουμ και την άλλη χαμένος στον Τροπικό του Αιγόκερω.
Κι όλα αυτά ενώ παρέμενε κλεισμένος σ’ έναν πίνακα της Φρίντα Κάλο.
Δεν παραληρώ.
Τα λόγια του είναι.
Τα λόγια του στο χαρτί».
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει
ενθύμια παλιά και φυλακτά
Οι ήρωες το σκάνε απ' την οθόνη
ξυλάρμενοι τραβανε στ'ανοιχτα
Πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι
πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι
Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν
σε ποιο ταξίδι σ' έχω ξαναδεί
τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν
το πλένει στα φανάρια ένα παιδί
κι ένας τελάλης σ' έρημη πλατεία
τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία
Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν
και κυνηγούν τ' αδέσποτα σκυλιά
και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν,
ξορκίζουν μ' αγιασμό το σατανά
Δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα
δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα
Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει,
μα εγώ είμ' ένα τραγούδι αλλοτινό
στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι
αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ
Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι
κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει
Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι
κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει
Last edited by a moderator: