Το “One Shot with Ed Sheeran” δεν είναι απλώς μια ακόμα μουσική “ταινία” αλλα ούτε ενα ατελείωτο video -clip, αλλά ένα live πείραμα: ένας τραγουδιστής, μια πόλη (Νέα Υόρκη) και μια κάμερα που γράφει συνεχόμενα.. Η αίσθηση είναι πως κάποιος πάτησε record και άφησε τον Ed να σε πάρει μαζί του για μία ώρα στους δρόμους, στο μετρό, σε ταράτσες και λεωφορεία, με τη μουσική να τρέχει πραγματικό χρόνο. Μια τεχνική που μεχρι που διέπρεψε στην μινι σειρά Αdolescence αλλα εδώ ειναι μακράν δυσκολότερο.
Τεχνικά, το μονοπλάνο εδώ είναι αυτό που καταλαβαίνει κανείς: η κάμερα ακολουθεί τον Ed σε γεμάτους δρόμους, μπαίνει σε ταξί, βγαίνει στο πεζοδρόμιο, ανεβαίνει σε τουριστικό λεωφορείο, σε ταράτσες, περνάει μέσα από κόσμο, μουσικούς, θαυμαστές, χωρίς “κόψιμο”. Κάθε κίνηση είναι χορογραφημένη: ο κάθε κάμεραμαν πρέπει να είναι στο ακριβές σημείο κάθε φορά που ξεκινάει ή τελειώνει ένα τραγούδι, την ώρα που εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο ή αλλάζει το σκηνικό γύρω τους. H συνεχης εναλλαγή καμεραμεν, drone κλπ ειναι υποδειγματική και On the fly. Μια κι έξω σε μη ελεγχόμενο πεδίο όπως πχ μια παραγωγή σειράς.
Η δυσκολία είναι ότι μιλάμε για πραγματικούς δρόμους της Νέας Υόρκης, με απρόβλεπτα στοιχεία: κίνηση, περαστικούς, θόρυβο, μέχρι και σειρήνες, που τον αναγκάζουν σε στιγμές να “σχολιάζει” μέσα στη ροή του act, χωρίς να σταματήσει το γύρισμα. Αυτό σημαίνει απολυτο συγχρονισμό ήχου–κάμερας–ED και την ψυχραιμία να συνεχίσουν ακόμη κι αν κάτι πάει λίγο στραβά.
Η ταινία ξεκινά καθώς ετοιμάζεται για συναυλία και λέει ότι θέλει επιτέλους να “βγει στην πόλη” και από εκεί και πέρα τον βλέπεις να περπατά σε διαφορετικές γειτονιές, να αλλάζει spots και να περνά από σκηνή σε σκηνή σαν φυσική ροή της βόλτας. Καθώς περπατά, πετάει μικρές ιστορίες για τη ζωή του, την πίεση, την έμπνευση και το πώς βλέπει τη μουσική, σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ που συμβαίνει στον δρόμο και όχι σε interview καρέκλας.
Το ωραίο είναι ότι δεν έχει κλασική “πλοκή” τύπου ταινίας, ούτε την τυπική δομή συναυλίας. Είναι κάτι ανάμεσα σε live performance, περιπατητικό vlog, με τη Νέα Υόρκη να λειτουργεί σαν δεύτερος πρωταγωνιστής που αλλάζει συνεχώς πρόσωπα με τις περίφημες γειτονιές του.
Στη διαδρομή παίζει αρκετά από τα μεγάλα του hits, είτε μόνος με κιθάρα, είτε με κάποια μπάντα που προσυμφωνημένα βρίσκεται στα σημεία ενδιαφέροντος. Υπάρχουν ρομαντικές στιγμές σε σημεία, που ταιριάζουν με κομμάτια τύπου Perfect, και πιο ανεβαστικές φάσεις με full band και κόσμο να μαζεύεται γύρω του σχεδόν αυθόρμητα. Κάνει μικρά “mini gigs” σε τυχαίους ανθρώπους: σε ταξιτζή, σε ζευγάρι, σε περαστικούς, αλλά και με άλλους μουσικούς στον δρόμο ή στο μετρό. Αυτές οι μικρές εμπλοκές δίνουν αίσθηση ότι η μουσική στήνεται εκείνη τη στιγμή μπροστά σου, χωρίς σκηνή, χωρίς φώτα συναυλίας, αλλά ηχητικά παραμένει προσεγμένη, με καθαρό ήχο -στα περισσότερα σημεία- .
Ακόμη κι αν δεν είσαι φαν του Ed Sheeran, το project λειτουργεί σαν μια βόλτα στην πόλη με έναν τύπο που τυχαίνει να είναι superstar και απλώς δεν αφήνει ποτέ την κιθάρα του. Δεν πουλάει δήθεν μυστήριο ή δράμα· πατάει στην απλότητα, στο χιούμορ του, στις ατάκες με τον κόσμο που τον κυνηγάει για μια σέλφι και στην άνεση με την κάμερα που σε κάνει να νιώθεις ότι περπατάς δίπλα του, όχι ότι βλέπεις έναν “άπιαστο” σταρ από μακριά.
Η συνεχόμενη λήψη δίνει μια αίσθηση “εδώ και τώρα”: δεν βλέπεις ένα γυαλισμένο, αποστειρωμένο show, αλλά κάτι που μοιάζει να μπορεί να ξεφύγει ανά πάσα στιγμή (η σκηνη στο πουλμαν πχ) – κι αυτό το κάνει πιο ζωντανό και ανθρώπινο. Αν σου αρέσουν οι δημιουργικές ιδέες στο γύρισμα, τα μονοπλάνα και η αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα στη σκηνή, είναι πολύ πιθανό να το βάλεις “για να δω τι στο καλό έχουν κάνει” και να το αφήσεις να σε κρατήσει μέχρι το τέλος...
Τεχνικά, το μονοπλάνο εδώ είναι αυτό που καταλαβαίνει κανείς: η κάμερα ακολουθεί τον Ed σε γεμάτους δρόμους, μπαίνει σε ταξί, βγαίνει στο πεζοδρόμιο, ανεβαίνει σε τουριστικό λεωφορείο, σε ταράτσες, περνάει μέσα από κόσμο, μουσικούς, θαυμαστές, χωρίς “κόψιμο”. Κάθε κίνηση είναι χορογραφημένη: ο κάθε κάμεραμαν πρέπει να είναι στο ακριβές σημείο κάθε φορά που ξεκινάει ή τελειώνει ένα τραγούδι, την ώρα που εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο ή αλλάζει το σκηνικό γύρω τους. H συνεχης εναλλαγή καμεραμεν, drone κλπ ειναι υποδειγματική και On the fly. Μια κι έξω σε μη ελεγχόμενο πεδίο όπως πχ μια παραγωγή σειράς.
Η δυσκολία είναι ότι μιλάμε για πραγματικούς δρόμους της Νέας Υόρκης, με απρόβλεπτα στοιχεία: κίνηση, περαστικούς, θόρυβο, μέχρι και σειρήνες, που τον αναγκάζουν σε στιγμές να “σχολιάζει” μέσα στη ροή του act, χωρίς να σταματήσει το γύρισμα. Αυτό σημαίνει απολυτο συγχρονισμό ήχου–κάμερας–ED και την ψυχραιμία να συνεχίσουν ακόμη κι αν κάτι πάει λίγο στραβά.
Η ταινία ξεκινά καθώς ετοιμάζεται για συναυλία και λέει ότι θέλει επιτέλους να “βγει στην πόλη” και από εκεί και πέρα τον βλέπεις να περπατά σε διαφορετικές γειτονιές, να αλλάζει spots και να περνά από σκηνή σε σκηνή σαν φυσική ροή της βόλτας. Καθώς περπατά, πετάει μικρές ιστορίες για τη ζωή του, την πίεση, την έμπνευση και το πώς βλέπει τη μουσική, σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ που συμβαίνει στον δρόμο και όχι σε interview καρέκλας.
Το ωραίο είναι ότι δεν έχει κλασική “πλοκή” τύπου ταινίας, ούτε την τυπική δομή συναυλίας. Είναι κάτι ανάμεσα σε live performance, περιπατητικό vlog, με τη Νέα Υόρκη να λειτουργεί σαν δεύτερος πρωταγωνιστής που αλλάζει συνεχώς πρόσωπα με τις περίφημες γειτονιές του.
Στη διαδρομή παίζει αρκετά από τα μεγάλα του hits, είτε μόνος με κιθάρα, είτε με κάποια μπάντα που προσυμφωνημένα βρίσκεται στα σημεία ενδιαφέροντος. Υπάρχουν ρομαντικές στιγμές σε σημεία, που ταιριάζουν με κομμάτια τύπου Perfect, και πιο ανεβαστικές φάσεις με full band και κόσμο να μαζεύεται γύρω του σχεδόν αυθόρμητα. Κάνει μικρά “mini gigs” σε τυχαίους ανθρώπους: σε ταξιτζή, σε ζευγάρι, σε περαστικούς, αλλά και με άλλους μουσικούς στον δρόμο ή στο μετρό. Αυτές οι μικρές εμπλοκές δίνουν αίσθηση ότι η μουσική στήνεται εκείνη τη στιγμή μπροστά σου, χωρίς σκηνή, χωρίς φώτα συναυλίας, αλλά ηχητικά παραμένει προσεγμένη, με καθαρό ήχο -στα περισσότερα σημεία- .
Ακόμη κι αν δεν είσαι φαν του Ed Sheeran, το project λειτουργεί σαν μια βόλτα στην πόλη με έναν τύπο που τυχαίνει να είναι superstar και απλώς δεν αφήνει ποτέ την κιθάρα του. Δεν πουλάει δήθεν μυστήριο ή δράμα· πατάει στην απλότητα, στο χιούμορ του, στις ατάκες με τον κόσμο που τον κυνηγάει για μια σέλφι και στην άνεση με την κάμερα που σε κάνει να νιώθεις ότι περπατάς δίπλα του, όχι ότι βλέπεις έναν “άπιαστο” σταρ από μακριά.
Η συνεχόμενη λήψη δίνει μια αίσθηση “εδώ και τώρα”: δεν βλέπεις ένα γυαλισμένο, αποστειρωμένο show, αλλά κάτι που μοιάζει να μπορεί να ξεφύγει ανά πάσα στιγμή (η σκηνη στο πουλμαν πχ) – κι αυτό το κάνει πιο ζωντανό και ανθρώπινο. Αν σου αρέσουν οι δημιουργικές ιδέες στο γύρισμα, τα μονοπλάνα και η αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα στη σκηνή, είναι πολύ πιθανό να το βάλεις “για να δω τι στο καλό έχουν κάνει” και να το αφήσεις να σε κρατήσει μέχρι το τέλος...