Makaya McCraven - Universal Beings

kostas k

AVClub Addicted Member
19 June 2006
1,998
Μελίσσια
Με αφορμή την χθεσινή μου αυθόρμητη παρουσίαση του δίσκου Fly or Die της Jaimie Branch και μιας και ήταν συμπτωματικά και η παγκόσμια μέρα jazz, σκεφτόμουν όλη ημέρα σήμερα (και μιας και τελειωσα τις αξιολογήσεις) να γράψω δυο λόγια για δυο αγαπημένους μου σύγχρονους καλλιτέχνες μέσα στο ΣΚ.

Ο ενας εξ αυτών ειναι ο Makaya McCraven (drummer, bandleader, producer), ο οποίος είναι αυτό που λέμε «δεν έτυχε, πέτυχε». Γεννημένος στο Παρύσι και μεγαλωμένος στο Chicago, είναι παιδί δύο μουσικών: της folk τραγουδίστριας Agnes Zsigmondi και του ντράμερ της jazz Stephen McCraven. Από νωρίς έζησε τον κόσμο της μουσικής, των περιοδειών και της συναναστροφής με μουσικούς από όλο τον κόσμο.

Πρέπει να αναφέρω οτι συνδετικός κρίκος με το προηγούμενο νήμα αποτελεί το Chicago, η έντονη παρουσία των drums, η χρήση εγχόρδων όπως τσέλο και βιολί, και –για να το πούμε κι αυτό– το γεγονός ότι κι αυτόν μου τον πρότεινε το Spotify.

Ο δίσκος του, το Universal Beings, που κυκλοφόρησε το 2018 από την International Anthem Recording Company και θεωρείτε από πολύ κόσμο δίσκος αναφοράς της συγχρονης jazz, δεν είναι ένας δίσκος που γράφτηκε σε ένα στούντιο με μια μπάντα. Είναι αποτέλεσμα ζωντανών ηχογραφήσεων σε τέσσερις πόλεις — Chicago, New York City, Los Angeles και London — με διαφορετικούς μουσικούς κάθε φορά αλλά και καποια studio recordings στις αντιστοιχες πολεις. Από ό,τι κατάλαβα διαβάζωντας για τη διαδικασία των live recordings, ο McCraven ηχογραφεί μεγάλα sessions αυτοσχεδιασμού και στη συνέχεια αποσύρεται στο στούντιο, όπου δουλεύει το υλικό σαν παραγωγός hip-hop: κόβει φράσεις, κρατά στιγμές, δημιουργεί loops, ξαναδένει τα πάντα. Ο αυτοσχεδιασμός δεν παρουσιάζεται “ανέγγιχτος” ως γεγονός που συμβαίνει μπροστά σου, αλλά χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για το τελικό αποτέλεσμα. Και όμως, αυτό δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό· μόνο όταν διαβάσεις για τον δίσκο αρχίζεις να πιάνεις σε κάποια σημεία ότι αυτό που ακούς ίσως έχει “πειραχτεί”.


Τα κομμάτια του Chicago έχουν μια ένταση σχεδόν ωμή όπως και της Jaimie Branch. Το “Inner Flight” και το “Prosperity’s Fear” ξεχειλίζουν ενέργεια, έχουν κάτι από raw υλικό, που σε ξεσηκώνει Είναι groove, είναι παλμός, είναι αυτή η αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει τώρα.

Στη Νέα Υόρκη το πράγμα γίνεται πιο πυκνό, πιο “γεμάτο” πληροφορία. Το “Tall Tales” για μένα ξεχωρίζει με το τσέλο να ξεφεύγει, να γίνεται κάτι άλλο, σχεδόν οργανικό.

Από το Los Angeles η αίσθηση αλλάζει. Υπάρχει περισσότερος χώρος, περισσότερος κοσμοπολίτικός αέρας και κομμάτια όπως το “Universal Beings” έχουν μια πιο ανοιχτή, φωτεινή διάθεση.

Στην πλευρά του Λονδίνου το κλίμα γίνεται πιο εσωτερικό. Λίγο πιο σκοτεινό, λίγο πιο “βροχερό”, με ένταση που δεν ξεσπά αλλά μένει από κάτω. Το “Atlantic Black” είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ατμόσφαιρας.

Παρά τις διαφορετικές πηγές, ο δίσκος δεν ακούγεται αποσπασματικός. Αντίθετα, έχει μια συνοχή που προκύπτει από τη λογική του McCraven: τη μετατροπή του πολλαπλού σε ενιαίο.

Όποιος ακούει jazz και έχει αρχίσει να ψάχνει κάτι πιο σύγχρονο, πιο ανοιχτό και λιγότερο “κλασικό”, αξίζει να δώσει χρόνο σε αυτόν τον δίσκο. Δεν είναι εύκολος με την πρώτη, αλλά αν κουμπώσει, δύσκολα τον αφήνεις.


Εδώ ο ιδιος μέσα από το home studio του μιλά για το πως δουλευει


makaya.jpeg


mak-mc-univ-f.jpg
 

Η τέχνη της στιγμής ή/και της ανασύνθεσης​

Το Universal Beings του "beat scientist", Makaya McCraven, πρωτάκουσα στα τέλη του '18, σε φίλο που "ψάχνεται" με τις σύγχρονες τάσεις και ρεύματα της τζαζ, και αρχικά με εντυπωσίασε, αν και αναγνώρισα ότι είχε τύχει παρεμβάσεων και επεξεργασίας. Ο γνωστός, μου επιβεβαίωσε ότι θυμίζει περισσότερο την τεχνική του Teo Macero στα ηλεκτρικά άλμπουμ του Miles Davis που έπαιρνε ατελείωτες ώρες ζωντανού αυτοσχεδιασμού και τις "μόνταρε" δημιουργώντας κάτι εντελώς νέο. Αν και δεν είμαι "καθαρολόγος", δεν το κρύβω ότι αυτό με προβλημάτισε, στο βαθμό που τα τεχνολογικά βοηθήματα "διορθώνουν" το γνήσιο και πηγαίο με το άρτιο και αψεγάδιαστο, που καμιά φορά καταλήγει να είναι αποστειρωμένο. Βέβαια, αυτό γινόταν πάντα, στο μέτρο του εφικτού της κάθε εποχής, χωρίς όμως τα σημερινά απόλυτα από τεχνικής πλευράς αποτελέσματα.

Η παραδοσιακή τζαζ του αυτοσχεδιασμού βασίζεται στη γραμμικότητα και την αλληλεπίδραση της στιγμής, ενώ στη σύγχρονη τζαζ λογική της εποχής του σάμπλιν, η αλληλεπίδραση περνάει και μέσα από το "ψαλίδι" του παραγωγού. Για έναν έμπειρο ακροατή, αυτή η επαναληπτικότητα ή η απότομη μετάβαση μπορεί να ξενίζει, γιατί αφαιρεί την "ανάσα" του φυσικού παιξίματος.

Από την άλλη, έχω επίσης τις ενστάσεις μου, που για κάποιους επαΐοντες και μη, θέλουν τα σημερινά ακούσματα, πιάνοντας εξ ορισμού το παλμό του σήμερα, να εγγυώνται την εξέλιξη, ενώ τα παλαιότερα, δείχνοντας τα χρόνια τους, να είναι ξεπερασμένα. Φυσικά, οι γενικεύσεις για άλλη μια φορά δεν ισχύουν, και υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα και στις δύο θεωρήσεις που απορρίπτουν αυτές τις "δοξασίες". Ένας δίσκος του 1959 μπορεί να ακούγεται πιο "φρέσκος" από μια σημερινή παραγωγή, αν αποτυπώνει μια στιγμή δημιουργικής έντασης, αυτοσχεδιασμού και ανθρώπινης χημείας. Η τεχνολογία είναι απλώς ένα ακόμα εργαλείο· το αν θα οδηγήσει σε πραγματική εξέλιξη ή σε μια εντυπωσιακή αλλά κενή "βιτρίνα" εξαρτάται αν ο καλλιτέχνης έχει κάτι ουσιαστικό να πει και αν ηχητικά προκαλεί τον ακροατή.

Στην περίπτωση του McCraven, η επιτυχία του έγκειται στο ότι, παρά το "μοντάζ", καταφέρνει να διατηρήσει μια φρεσκάδα που συνδέει το χθες με το σήμερα, έστω και αν κάποιες στιγμές η αίσθηση του "αρτιφίσιαλ" γίνεται αντιληπτή λίγο περισσότερο.

Μπράβο Κώστα για την πρόταση!