Που λέτε αγαπητά μου παιδιά, επειδής εδώ και κάποιον καιρό μου έχετε κολλήσει τη ρετσινιά του κλακαδόρου της Audio Spectrum, ε, είπα να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους. Λοιπόν, επειδής άμα δεν ξέρετε δεν μπορείτε να λέτε, αφήστε να σας πω εγώ που ξέρω, να σας πω να μάθετε, γιατί άμα δε μάθετε πώς θα πείτε; Θα το ρίξετε στην κολοκυθόπιτα; Αμ ετούτο εδώ είναι στερεοφωνοσάιτ, όχι τσελεμεντοπόρταλ, οπότε, καταλαβαίνετε, αφού δεν ξέρετε, δεν μπορείτε να πείτε πριν σας πω εγώ που ξέρω για να μάθετε. Καταλάβατε; Ωραία!
Κυκλοφορεί το λοιπόνε η εξ επί τούτου κι έτσι επικρατούσα άποψις, ήτις τις και κατά την οποίαν να πούμε, άμα το ηχείο φέρνει κάτι σε κουτί, ε, δεν είναι ρε παιδί μου και κανένα ηχείο high end, δεν έχει αίσθημα ούτε συναίσθημα, μον’ είναι ολίσθημα προς την άβυσσο της ισοπέδωσης και βούτυρο στο ψωμί καποιωνώνε άσχετων που δεν ξέρουν τί εστί βερύκοκκο σαν ε λόγου μου. Ενώ από την άλλη, δηλαδής κατά πώς γουστάρουν μερικοί εδώ μέσα, άμα το ηχείο έχει κανένα περίεργο σχήμα, ας πούμε σαν τη μύτη του πινόκιο ή τη γκασγκανόσβουρα που είχε ο ξάδερφός μου ο Αρης, ε, τότε αυτομάτως το ηχείο αποκτά εκείνη την αύρα της έξωθεν ειρημμένης καλής μαρτυρίας, της καραχαϊεντίλας κι έτσι, και τότε είναι και που λέτε, που θα ξεχειλίζει από συναίσθημα, τόσο συναίσθημα που τύφλα νά’ χουν οι πλανόδιοι τσιγγάνοι κλαριντζήδες όταν παίζουν το «Παντρεμένοι κι οι δυό».
Δηλαδής, το πράμα το πάνε σε τελείως λάθος πλευρά. Λοιπόν, ακούστε! Άμα θέτε συναίσθημα, θα πρέπει να το νιώσετε, και για να το νιώσετε θα πρέπει να σας αγγίζει, και για να σας αγγίζει θα πρέπει να το έχετε ανάγκη. Δεν θα το βρείτε, όμως, στο άψυχο Γάλλιο. Το συναίσθημα το έχουν έμψυχα όντα, και κυρίως τα νοήμονα τοιαύτα, κυρίως οι άνθρωποι – για τους χαϊεντάδες μη με ρωτάτε, δεν παίρνω όρκο! Κρατήστε, λοιπόν τα μηχανάκια σας, και ξαμοληθείτε για κανένα δισκάκι. Παραδείγματα; Παραδείγματα!
Κάποτε υπήρχε ένα καλό παιδί, Ρωμάνος γέννημα – θρέμμα, που τον έλεγαν Κλαούντιο Βίλλα. Ένας πληθωρικά εκφραστικός τραγουδιστής, που μπροστά του υποκλίνονται τα τριαντάφυλλα. Μεταξύ άλλων, αυτός ο εξαιρετικός τραγουδιστής πήρε το 1ο βραβείο στο Σαν Ρέμο το 1955 και το 1957. Αναζητήστε αυτά τα δύο τραγούδια, να δείτε πώς θα μεταμορφώσουν τα ηχεία σας.
Κοντοχωριανός του Κλαούντιο ήταν ο Λούτσιο Μπατίστι, που δεν τραγουδούσε απλώς, αλλα τα έγραφε ο ίδιος, με το φιλαράκι του τον Mogol. Ψάξτε για την Anna και το Giardini di Marzo. Αυτά τα δυό, φτάνουν. Το Giardini di Marzo το έχουν πει πολλοί, και ο Bruno Lauzi, και ο δικός μας ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, αλλά σαν τον Λούτσιο κανένας. Κανένας!
Από την ίδια εποχή περίπου προέρχεται και το Une belle histoire του Michell Fougain.
Μια άλλη άξια φωνή, από τη Βερόνα αυτή, συμμετέσχε στο Σαν Ρέμο το 1964 –δεκαεφτά χρονώ κοπελίτσα, και πώς τραγουδούσε! - και το 1966. Ψάξτε να βρείτε αυτές τις δύο συμμετοχές της, αν θέλετε συναίσθημα.
Μιθα άλλη άξια φωνή, άτυχη αυτή – έφυγε νωρίς, είναι η Rosana Falasca από την Αργεντινή. Μέσα στο Women of tango θα τη βρείτε.
Θέτε κι άλλα; Να πάτε να πάρετε το Tango του Julio Iglesias. Καθάριος, σαλονάτος ήχος, και ο Julio σε μεγάλες στιγμές – δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, με τέτοιο ρεπερτόριο. Με αυτό το ρεπερτόριο.
Θέτε ακόμα περισσότερο συναίσθημα; Πάρτε το CD με τα τραγούδια από τις ταινίες του Pedro Almodovar. Θα βρείτε μέσα και τον Bola de Nieve, και τον Lucho Gatica, και δύο εξαίσιες ερμηνείες της Λουθ Καζάλ, και άλλα πιο πολλά.
Θέτε το υπέρτατο συναίσθημα; Θέτε να είσαστε και «in»; Ψάξτε το soundtrack των παραχαρακτών. Θα βρείτε μέσα μερικά δείγματα της φωνής, η οποία, κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη κάποιων ακόμη, περισσότερο σχετικών από εμένα, είναι η πλέον προικισμένη των φωνών από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία.
Όμως, ΌΜΩΣ, για να νιώσετε αυτό το συναίσθημα ρε παιδιά, θα πρέπει να είστε του σχετικού ρεπερτορίου, και ουχί του high end σεμιναρίου. Άμα δεν σας αγγίζει κάτι από αυτά, δεν πειράζει, η Φύση σας έχει στην απ’ έξω. Στην επόμενη ζωή μπορεί να είστε πιο τυχεροί. Προς το παρόν, πάρτε κανένα «βινύλιο» του Alan Parsons ή κανένα CD της αλληνής της πιανίστριας της ψηνθιάς, (ψηλής ξανθιάς δηλαδής), να είστε τουλάχιστον «in». Σκέτο.
Άντε, Καλά Χριστούγεννα, και καλώς να μας μπει το 2009.
Μμμμ, τί λείπει, τί λείπει; Α ναι! Έλα τώρα όλοι μαζί, μέ-ρυθμό!
Ουυυυυυυυ Κόγια Captain ειρωνία,
Ουυυυυυυυ Κόγια ισοπεδωτικέ, σε βάλαμε στη γωνία,
Ουυυυυυυυ
(δις)
(Κόρντε ντελα μία κιτάρα, σουονάτε περ με...)
Κυκλοφορεί το λοιπόνε η εξ επί τούτου κι έτσι επικρατούσα άποψις, ήτις τις και κατά την οποίαν να πούμε, άμα το ηχείο φέρνει κάτι σε κουτί, ε, δεν είναι ρε παιδί μου και κανένα ηχείο high end, δεν έχει αίσθημα ούτε συναίσθημα, μον’ είναι ολίσθημα προς την άβυσσο της ισοπέδωσης και βούτυρο στο ψωμί καποιωνώνε άσχετων που δεν ξέρουν τί εστί βερύκοκκο σαν ε λόγου μου. Ενώ από την άλλη, δηλαδής κατά πώς γουστάρουν μερικοί εδώ μέσα, άμα το ηχείο έχει κανένα περίεργο σχήμα, ας πούμε σαν τη μύτη του πινόκιο ή τη γκασγκανόσβουρα που είχε ο ξάδερφός μου ο Αρης, ε, τότε αυτομάτως το ηχείο αποκτά εκείνη την αύρα της έξωθεν ειρημμένης καλής μαρτυρίας, της καραχαϊεντίλας κι έτσι, και τότε είναι και που λέτε, που θα ξεχειλίζει από συναίσθημα, τόσο συναίσθημα που τύφλα νά’ χουν οι πλανόδιοι τσιγγάνοι κλαριντζήδες όταν παίζουν το «Παντρεμένοι κι οι δυό».
Δηλαδής, το πράμα το πάνε σε τελείως λάθος πλευρά. Λοιπόν, ακούστε! Άμα θέτε συναίσθημα, θα πρέπει να το νιώσετε, και για να το νιώσετε θα πρέπει να σας αγγίζει, και για να σας αγγίζει θα πρέπει να το έχετε ανάγκη. Δεν θα το βρείτε, όμως, στο άψυχο Γάλλιο. Το συναίσθημα το έχουν έμψυχα όντα, και κυρίως τα νοήμονα τοιαύτα, κυρίως οι άνθρωποι – για τους χαϊεντάδες μη με ρωτάτε, δεν παίρνω όρκο! Κρατήστε, λοιπόν τα μηχανάκια σας, και ξαμοληθείτε για κανένα δισκάκι. Παραδείγματα; Παραδείγματα!
Κάποτε υπήρχε ένα καλό παιδί, Ρωμάνος γέννημα – θρέμμα, που τον έλεγαν Κλαούντιο Βίλλα. Ένας πληθωρικά εκφραστικός τραγουδιστής, που μπροστά του υποκλίνονται τα τριαντάφυλλα. Μεταξύ άλλων, αυτός ο εξαιρετικός τραγουδιστής πήρε το 1ο βραβείο στο Σαν Ρέμο το 1955 και το 1957. Αναζητήστε αυτά τα δύο τραγούδια, να δείτε πώς θα μεταμορφώσουν τα ηχεία σας.
Κοντοχωριανός του Κλαούντιο ήταν ο Λούτσιο Μπατίστι, που δεν τραγουδούσε απλώς, αλλα τα έγραφε ο ίδιος, με το φιλαράκι του τον Mogol. Ψάξτε για την Anna και το Giardini di Marzo. Αυτά τα δυό, φτάνουν. Το Giardini di Marzo το έχουν πει πολλοί, και ο Bruno Lauzi, και ο δικός μας ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, αλλά σαν τον Λούτσιο κανένας. Κανένας!
Από την ίδια εποχή περίπου προέρχεται και το Une belle histoire του Michell Fougain.
Μια άλλη άξια φωνή, από τη Βερόνα αυτή, συμμετέσχε στο Σαν Ρέμο το 1964 –δεκαεφτά χρονώ κοπελίτσα, και πώς τραγουδούσε! - και το 1966. Ψάξτε να βρείτε αυτές τις δύο συμμετοχές της, αν θέλετε συναίσθημα.
Μιθα άλλη άξια φωνή, άτυχη αυτή – έφυγε νωρίς, είναι η Rosana Falasca από την Αργεντινή. Μέσα στο Women of tango θα τη βρείτε.
Θέτε κι άλλα; Να πάτε να πάρετε το Tango του Julio Iglesias. Καθάριος, σαλονάτος ήχος, και ο Julio σε μεγάλες στιγμές – δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, με τέτοιο ρεπερτόριο. Με αυτό το ρεπερτόριο.
Θέτε ακόμα περισσότερο συναίσθημα; Πάρτε το CD με τα τραγούδια από τις ταινίες του Pedro Almodovar. Θα βρείτε μέσα και τον Bola de Nieve, και τον Lucho Gatica, και δύο εξαίσιες ερμηνείες της Λουθ Καζάλ, και άλλα πιο πολλά.
Θέτε το υπέρτατο συναίσθημα; Θέτε να είσαστε και «in»; Ψάξτε το soundtrack των παραχαρακτών. Θα βρείτε μέσα μερικά δείγματα της φωνής, η οποία, κατά τη γνώμη μου και τη γνώμη κάποιων ακόμη, περισσότερο σχετικών από εμένα, είναι η πλέον προικισμένη των φωνών από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία.
Όμως, ΌΜΩΣ, για να νιώσετε αυτό το συναίσθημα ρε παιδιά, θα πρέπει να είστε του σχετικού ρεπερτορίου, και ουχί του high end σεμιναρίου. Άμα δεν σας αγγίζει κάτι από αυτά, δεν πειράζει, η Φύση σας έχει στην απ’ έξω. Στην επόμενη ζωή μπορεί να είστε πιο τυχεροί. Προς το παρόν, πάρτε κανένα «βινύλιο» του Alan Parsons ή κανένα CD της αλληνής της πιανίστριας της ψηνθιάς, (ψηλής ξανθιάς δηλαδής), να είστε τουλάχιστον «in». Σκέτο.
Άντε, Καλά Χριστούγεννα, και καλώς να μας μπει το 2009.
Μμμμ, τί λείπει, τί λείπει; Α ναι! Έλα τώρα όλοι μαζί, μέ-ρυθμό!
Ουυυυυυυυ Κόγια Captain ειρωνία,
Ουυυυυυυυ Κόγια ισοπεδωτικέ, σε βάλαμε στη γωνία,
Ουυυυυυυυ
(δις)
(Κόρντε ντελα μία κιτάρα, σουονάτε περ με...)