Σαν ραδιόφωνο - Τζαζ και φολκ ακροβασίες...

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,552
Αθήνα
Λοιπόν έκανα μια σκέψη, παρουσίαση σαν ραδιόφωνο.
Ένα πλειλιστ, δύο-τρία λόγια για το κάθε άλμπουμ και το κομμάτι να ακολουθεί.

Τελικά η εξέλιξη ήταν τελείως διαφορετική γιατί οι προσδοκίες άλλαξαν και οι απαιτήσεις αυξηθήκαν!

Η «πολυσυλλεκτική» φύση της λίστας, συνδέει τα διαφορετικά είδη κάτω από μια κοινή ομπρέλα αισθητικής, αναδεικνύοντας τη μεγαλοσύνη της μουσικής.

Εισαγωγή: «Ηχητικές Συγκλίσεις (1957-1972)»​

Η μουσική δεν υπήρξε ποτέ ένας στεγανός κόσμος. Στο μεταίχμιο των δεκαετιών του ’50 και του ’60, και μέχρι την αυγή των 70ς, συνέβη κάτι μοναδικό: η Τζαζ, η Φολκ και η Σόουλ έπαψαν να λειτουργούν ως παράλληλες γραμμές και άρχισαν να τέμνονται με τρόπο απρόσμενο και γοητευτικό.

Από την αυστηρή κομψότητα του χαρντ μποπ στα τέλη των 50ς μέχρι την ψυχεδελική απελευθέρωση και τον πνευματικό μυστικισμό των αρχών των 70ς, το αφιέρωμα αυτό παρουσιάζει είκοσι οκτώ σταθμούς αυτής της διαδρομής. Από την ηλιόλουστη Δυτική Ακτή και τα σκοτεινά κλαμπ του Λονδίνου, μέχρι τις ακτές του Αιγαίου και τα εμπνευσμένα μονοπάτια της Ανατολής.

Ο έντονος ρυθμικός χαρακτήρας του στιβαρού ρυθμ σέξιον του Curtis Counce και του σόουλ-τζαζ οργάνου του Ronnie Foster, μέχρι το φάνκι ξέσπασμα του Ike Turner, "μιλάει" στο σώμα. Το κοντραμπάσο του Danny Thompson γίνεται η γέφυρα που ενώνει την εσωστρέφεια του Nick Drake με την ορχηστρική ευφυΐα του Neil Ardley. Εδώ, η άρπα της Dorothy Ashby συνομιλεί με την ψυχεδελική κιθάρα του Gábor Szabó. Το βιμπράφωνο του Cal Tjader και η σπιρίτσουαλ τζαζ του Pharoah Sanders εισάγουν όργανα και κλίμακες που ξεφεύγουν από τα δυτικά πρότυπα, δημιουργώντας μια ονειρική, σχεδόν υπνωτική ατμόσφαιρα. Καλλιτέχνες όπως ο Volker Kriegel, ο John Surman και ο Dick Heckstall-Smith εκπροσωπούν τη στιγμή που η τζαζ συνάντησε το προοδευτικό ροκ και τον αυτοσχεδιασμό. Είναι η εποχή που τα σύνορα μεταξύ των ειδών καταρρέουν, δίνοντας τη θέση τους σε πολυσύνθετες συνθέσεις και νέες ηχητικές υφές.

Είναι η μουσική που δημιουργήθηκε όταν οι καλλιτέχνες άρχισαν να αναζητούν την «καθαρή» συγκίνηση και ένα ταξίδι όπου η μόνη σταθερά είναι η ποιότητα του ήχου και η ελευθερία της έκφρασης.

Ενότητα Α: Οι Ρίζες και το Πρώιμο Γκρουβ​

1. Curtis Amy & Dupree Bolton - Katanga! (1963, Pacific Jazz)
2. Charles Lloyd Quartet - Dream Weaver (1966, Atlantic)
3. Dave Pike - Jazz for the Jet Set (1966, Atlantic)
4. David Ackles - David Ackles (1968, Elektra)
5. Dino Valente - Dino (1968, Epic)
6. Volker Kriegel - Spectrum (1971, MPS Records/BASF)
7. John Surman / John Warren - Tales of The Algonquin (1971, Deram)
8. Dick Heckstall-Smith - A Story Ended (1972, Bronze)
9. Sonny Rollins - Way Out West (1957, Contemporary Records)
10. Larry Young - Into Somethin' (1965, Blue Note)
11. Duke Pearson - The Phantom (1968, Blue Note)
12. Curtis Counce - You Get More Bounce With Curtis Counce! (1957, Contemporary Records)
13. Ike Turner & The Kings Of Rhythm - A Black Man's Soul (1969, Pompeii Records)
14. Ronnie Foster - The Two Headed Freap (1972, Blue Note)

Ενότητα Β: Η Πνευματική και Φολκ Περιπλάνηση​

<εκκρεμούν...>
15. Pharoah Sanders - Karma (1969, Impulse!): Ένας ηχητικός διαλογισμός για την αναζήτηση του θείου
16. Nick Drake - Five Leaves Left (1969, Island Records): Η φθινοπωρινή μελαγχολία που άλλαξε την φολκ για πάντα
17. Pentangle - The Pentangle: Η τέλεια ισορροπία μεταξύ μεσαιωνικής παράδοσης και τζαζ αυτοσχεδιασμού
18. Bill Withers - Just As I Am (1971, Sussex): Η αφοπλιστική δύναμη της σόουλ μέσα από τη λιτότητα μιας κιθάρας
19. Astrud Gilberto - Look To The Rainbow (1966, Verve): Η ψυχρή γοητεία της Μπόσα Νόβα σε ένα λάουντζ παραμύθι
20. Gary McFarland - The In Sound (1965, Verve): Σοφιστικέ αισθητική και κινηματογραφική αύρα
21. Cal Tjader - Solar Heat (1968, Skye Records): Η λάτιν φλόγα συναντά την ψυχεδελική δροσιά των τελών των '60ς
22. Gábor Szabó - Dreams (1968, Skye Records): Ονειρικές χορδές που γεφυρώνουν την Ανατολή με τη Δύση
23. Dorothy Ashby - Afro-Harping (1968, Cadet): Όταν η άρπα απέκτησε το πιο βαθύ γκρουβ του Σικάγο
24. Byard Lancaster - It's Not Up To Us (1968, Vortex Records): Η αβάντ-γκαρντ τζαζ στην πιο προσβάσιμη και λυρική της στιγμή
25. Brigitte Fontaine, Areski Avec Art Ensemble Of Chicago - Comme À La Radio (1969, Saravah): Ένα σουρεαλιστικό μανιφέστο ελεύθερης έκφρασης
26. Neil Ardley / Ian Carr / Don Rendell - Greek Variations & Other Aegean Exercises (1970, Columbia): Μια τζαζ οδύσσεια κάτω από το φως του Αιγαίου
27. Bob Cooper - Coop! The Music Of Bob Cooper (1958, Contemporary): Η επιστροφή στην κλασική τάξη και τη μελωδική διαύγεια
28. <συνεχίζεται...>
 

Το εκρηκτικό χαρντ μποπ συναντά τον λυρισμό του Ειρηνικού​

Curtis Amy & Dupree Bolton - Katanga! (1963, Pacific Jazz)
Τραγούδια: A1 Katanga, A2 Lonely Woman, A3 Native Land, B1 Amyable, B2 You Don't Know What Love Is, B3 A Shade Of Brown

AmyLoyd.jpg

Το άλμπουμ Katanga! (1963) αποτελεί έναν από τους πιο λαμπρούς σταθμούς της χαρντ μποπ σκηνής της Δυτικής Ακτής, φέρνοντας στο προσκήνιο δύο μουσικούς με εκ διαμέτρου αντίθετες αλλά εξίσου συναρπαστικές διαδρομές: τον μεθοδικό Curtis Amy και τον αινιγματικό Dupree Bolton.

Ο Curtis Amy (1929–2002), Αμερικανός σαξοφωνίστας από το Χιούστον του Τέξας, ενσάρκωνε την εικόνα του επαγγελματία που οικοδόμησε την καριέρα του με συνέπεια. Ξεκίνησε από το κλαρινέτο και στράφηκε στο τενόρο σαξόφωνο κατά τη διάρκεια της θητείας του στον στρατό. Μετά από σπουδές μουσικής και μια περίοδο ως εκπαιδευτικός στο Τενεσί, εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες το 1955. Εκεί καθιερώθηκε γρήγορα στη σκηνή της Pacific Jazz, ηχογραφώντας μια σειρά από αξιόλογα άλμπουμ όπως τα Groovin' Blue και Way Down, πριν φτάσει στην κορυφαία στιγμή του με το Katanga!. Η μετέπειτα πορεία του τον βρήκε σε ρόλο μουσικού διευθυντή για τον Ray Charles, αλλά και ως περιζήτητο σέσιον μουσικό σε εμβληματικές ηχογραφήσεις, όπως το σόλο στο "Touch Me" των The Doors και το άλμπουμ Tapestry της Carole King.

Στον αντίποδα, ο Dupree Bolton (1929–1993), Αμερικανός τρομπετίστας από την Οκλαχόμα Σίτι, υπήρξε μια από τις πιο τραγικές και μυστηριώδεις φιγούρες της τζαζ. Φαινόμενο από νεαρή ηλικία, έφυγε από το σπίτι του στα 14 για να παίξει με την ορχήστρα του Jay McShann, αλλά σύντομα βυθίστηκε στον κόσμο των ναρκωτικών, γεγονός που οδήγησε σε δεκαετίες εγκλεισμού σε φυλακές όπως το San Quentin. Οι σπάνιες εμφανίσεις του στη δισκογραφία –μόλις δύο σημαντικές συμμετοχές, στο The Fox του Harold Land (1959) και στο Katanga!– άφησαν άφωνους κριτικούς και συναδέλφους με την απίστευτη δεξιοτεχνία και τη φωτιά του παιξίματός του, που πολλοί συνέκριναν με αυτή του Clifford Brown. Μετά την ηχογράφηση του 1963, ο Bolton εξαφανίστηκε ξανά στις σκιές των ιδρυμάτων και των δρόμων, αφήνοντας πίσω του έναν θρύλο βασισμένο σε ελάχιστα αλλά αριστουργηματικά δείγματα γραφής.

Το Katanga! δεν είναι απλώς ένας δίσκος τζαζ της Δυτικής Ακτής· είναι μια έκρηξη ενέργειας που αμφισβητεί τον όρο "κουλ" που συχνά συνοδεύει τη μουσική της Καλιφόρνιας. Η σύμπραξη του Amy (στο τενόρο και το σοπράνο σαξόφωνο) με τον Bolton στην τρομπέτα, πλαισιωμένη από την εξαιρετική κιθάρα του Ray Crawford και το πιάνο του Jack Wilson, δημιουργεί έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στον σκληρό δυναμισμό και τη λυρική εσωτερικότητα.

Το ομώνυμο κομμάτι "Katanga", σύνθεση του Bolton, ανοίγει το άλμπουμ με καταιγιστικό ρυθμό. Το σόλο του Bolton είναι ένα μάθημα αρχιτεκτονικής αυτοσχεδιασμού: ταχύτατες φράσεις που διαδέχονται η μία την άλλη με απόλυτη διαύγεια και μια αίσθηση επείγοντος που κόβει την ανάσα. Ο Amy απαντά με ένα σόλο γεμάτο αυτοπεποίθηση, αποδεικνύοντας ότι είναι ο ιδανικός συνομιλητής για την πυρακτωμένη τρομπέτα του Bolton.

Στο "Lonely Woman", το κλίμα αλλάζει δραματικά. Η προσέγγιση είναι σκοτεινή και ατμοσφαιρική, με την παραγωγή του Richard Bock να αναδεικνύει τις υφές των οργάνων. Το "Native Land" αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή της ηχογράφησης. Πρόκειται για μια δεκάλεπτη μοντάλ (modal) σύνθεση όπου ο Bolton οδηγεί το συγκρότημα σε μια κλιμακούμενη έκσταση, ξεκινώντας από χαμηλούς τόνους και καταλήγοντας σε έναν θριαμβευτικό επίλογο.

Η διασκευή στο "You Don't Know What Love Is" αναδεικνύει τη λυρική πλευρά του Amy στο σοπράνο σαξόφωνο, το οποίο χειρίζεται με μια μελαγχολική γλυκύτητα που θυμίζει τον Sidney Bechet, ενώ ο Bolton προσφέρει ένα στιβαρό σόλο που δίνει νέα πνοή στη γνωστή μπαλάντα. Το "Amyable" και το κλείσιμο με το "A Shade of Brown" επιτρέπουν σε όλα τα μέλη, και ιδιαίτερα στον Crawford, να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους σε πιο μπλουζ και "σουίγκιν" μονοπάτια, σφραγίζοντας έναν δίσκο που παραμένει αψεγάδιαστος από την αρχή μέχρι το τέλος.

Συνολικά, το Katanga! παραμένει μια σπάνια στιγμή απόλυτης μουσικής χημείας. Είναι η καταγραφή μιας ιδιοφυΐας (Bolton) που έλαμψε για λίγο πριν χαθεί, και ενός ολοκληρωμένου καλλιτέχνη (Amy) που βρισκόταν στο απόγειο της δημιουργικότητάς του.

«Ο Curtis Amy μου είχε αποσπάσει τη προσοχή από το παίξιμό του στο "Touch Me" του υποτιμημένου The Soft Parade (1969) των Doors. Εδώ όμως συνεργάζεται με τον τρομπετίστα Dupree Bolton, που είναι η αποκάλυψη του δίσκου, σε ένα καταπληκτικό δίσκο τζαζ, δυτικής ακτής.»

- Katanga -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Η γέννηση της σπιρίτσουαλ τζαζ μέσα από την αλληλεπίδραση των ειδώλων​

Charles Lloyd Quartet - Dream Weaver (1966, Atlantic)
Τραγούδια: [Autumn Sequence] A1a Autumn Prelude, A1b Autumn Leaves, A1c Autumn Echo, [Dream Weaver] A2a Meditation, A2b Dervish Dance, B1 Bird Flight, B2 Love Ship, B3 Sombrero Sam

Το Charles Lloyd Quartet του 1966 αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα στην ιστορία της τζαζ, καθώς υπήρξε η γέφυρα που ένωσε τον αυτοσχεδιασμό με την πνευματικότητα και την ενέργεια της ροκ κουλτούρας των 60ς. Με το άλμπουμ Dream Weaver, η τετράδα αυτή δεν παρουσίασε απλώς έναν δίσκο, αλλά μια νέα φιλοσοφία ήχου που κατέκτησε το νεανικό κοινό της εποχής.

Ο ηγέτης του σχήματος, Charles Lloyd, γεννήθηκε το 1938 στο Μέμφις του Τενεσί. Αμερικανός σαξοφωνίστας και φλαουτίστας, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε μπλουζ και τζαζ ερεθίσματα. Μετά από σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, αντικατέστησε τον Eric Dolphy στην ορχήστρα του Chico Hamilton το 1960 και αργότερα εντάχθηκε στο συγκρότημα του Cannonball Adderley. Η απόφασή του να δημιουργήσει το δικό του κουαρτέτο το 1965 ήταν καθοριστική, καθώς αναζητούσε έναν ήχο πιο ελεύθερο και λυρικό.

Δίπλα του βρέθηκε ο νεαρός τότε Αμερικανός πιανίστας Keith Jarrett, γεννημένος το 1945 στο Άλενταουν της Πενσυλβάνια. Ο Jarrett, παιδί-θαύμα στο κλασικό πιάνο, είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα δείγματα της μετέπειτα παγκόσμιας κυριαρχίας του, συνδυάζοντας την κλασική παιδεία με μια εκρηκτική, σχεδόν σωματική προσέγγιση στον αυτοσχεδιασμό. Στο κοντραμπάσο βρισκόταν ο Cecil McBee, γεννημένος το 1935 στην Τάλσα της Οκλαχόμα, ένας Αμερικανός μουσικός με βαθύ, στιβαρό ήχο που είχε ήδη θητεύσει δίπλα σε ονόματα όπως ο Wayne Shorter. Την ομάδα συμπλήρωνε ο ντράμερ Jack DeJohnette, γεννημένος το 1942 στο Σικάγο. Ο DeJohnette, με την πολυρρυθμική του ευφυΐα και την ικανότητα να "χρωματίζει" τον ήχο πέρα από το απλό κράτημα του ρυθμού, αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη του γκρουπ. Μέχρι το 1966, αυτοί οι τέσσερις μουσικοί είχαν καταφέρει να αναπτύξουν μια σχεδόν τηλεπαθητική επικοινωνία στη σκηνή.

Το Dream Weaver είναι ένα έργο που πάλλεται από φρεσκάδα και τόλμη. Στο ομώνυμο κομμάτι, το οποίο χωρίζεται σε έξι ενότητες (Meditation, Dervish Dance κ.ά.), ο Lloyd οδηγεί το κουαρτέτο σε ένα ταξίδι που θυμίζει ιεροτελεστία. Το φλάουτό του είναι αιθέριο, ενώ το πιάνο του Jarrett ξεσπά σε διονυσιακούς ρυθμούς, υποστηριζόμενο από το καταιγιστικό παίξιμο του DeJohnette. Είναι μια σύνθεση που εισάγει στοιχεία "world music" πολύ πριν ο όρος γίνει μόδα, ενσωματώνοντας ανατολίτικες κλίμακες και μια αίσθηση διαλογισμού.

Στο "Autumn Sequence", το συγκρότημα επιδεικνύει την ικανότητά του να αναδομεί την παράδοση. Η προσέγγιση είναι λυρική αλλά και απρόβλεπτη, με τον McBee να προσφέρει ένα στιβαρό θεμέλιο πάνω στο οποίο ο Lloyd αναπτύσσει μακροσκελείς, γεμάτες συναίσθημα γραμμές στο τενόρο σαξόφωνο. Το "Sombrero Sam" είναι ίσως η πιο προσιτή στιγμή του δίσκου, ένα κομμάτι με έντονο λάτιν-σόουλ ρυθμό που έγινε αμέσως επιτυχία στα τζαζ κλαμπ. Εδώ, η ευφορία είναι διάχυτη και η ρυθμική συνοχή του γκρουπ αψεγάδιαστη.

Η σύνθεση "Bird Flight" αποτελεί έναν φόρο τιμής στο μπίμποπ, αλλά ιδωμένο μέσα από το πρίσμα της αβάντ-γκαρντ. Η ταχύτητα και η τεχνική αρτιότητα των μουσικών είναι παροιμιώδης, με τον Jarrett να παίζει συχνά μέσα στις χορδές του πιάνου, διευρύνοντας τα ηχητικά όρια του οργάνου. Το άλμπουμ κλείνει με το "Love Ship", μια μπαλάντα που αποπνέει μια απόκοσμη ηρεμία, επιβεβαιώνοντας ότι το κουαρτέτο αυτό μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματικό στην απόλυτη σιωπή όσο και στον θόρυβο.

Το Dream Weaver δεν ήταν απλώς η αρχή της μεγάλης πορείας του Charles Lloyd στην Atlantic, αλλά η απόδειξη ότι η τζαζ μπορούσε να παραμείνει πνευματική, περιπετειώδης και ταυτόχρονα δημοφιλής. Ήταν ο προπομπός της ιστορικής εμφάνισης στο Monterey Jazz Festival που θα ακολουθούσε την ίδια χρονιά, εδραιώνοντας το γκρουπ ως το απόλυτο "καλτ" σχήμα της δεκαετίας.

«Ο Charles Lloyd είχε αποκτήσει φήμη και καταξίωση από τη δεκαετία του '60 και 2 χρόνια αργότερα θα αποθεωθεί στην ζωντανή εμφάνισή του στο Monterey. Το κουαρτέτο περιλαμβάνει, κρατηθείτε, τους Keith Jarrett, Cecil McBee και Jack DeJohnette. Τζαζ στο πνεύμα της εποχής με άρωμα ανατολής, αλλά όχι τόσο με πειραματικές διαθέσεις. Τελευταία πλαισίωσε και την Μαρία Φαραντούρη!»

- Dream Weaver -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Όταν το βιμπράφωνο ανακάλυψε το ποπ κλίμα των 60ς​

Dave Pike - Jazz for the Jet Set (1966, Atlantic)
Τραγούδια: A1 Blind Man Blind Man, A2 Jet Set, A3 Sunny, A4 When I'm Gone, B1 You've Got Your Troubles, B2 Sweet Tater Pie, B3 Just Say Goodbye, B4 Devilette

PikeAckles.jpg

Ο Dave Pike υπήρξε ένας από τους πιο ανήσυχους και προοδευτικούς μουσικούς της τζαζ, ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να βγάλει το βιμπράφωνο από τα στενά πλαίσια του μποπ και να το εισάγει στον κόσμο της σόουλ-τζαζ και της ψυχεδέλειας. Γεννημένος το 1938 στο Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν, ο Αμερικανός βιμπραφωνίστας υπήρξε ουσιαστικά αυτοδίδακτος στο όργανο, ξεκινώντας αρχικά ως ντράμερ. Η μετακόμισή του στο Λος Άντζελες στα μέσα της δεκαετίας του '50 στάθηκε καθοριστική, καθώς εκεί ήρθε σε επαφή με την ακμάζουσα σκηνή της τζαζ Δυτικής Ακτής. Η καριέρα του εκτοξεύτηκε όταν εντάχθηκε στο σχήμα του θρυλικού πιανίστα Paul Bley, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του '60 μεταπήδησε στη Νέα Υόρκη, όπου συνεργάστηκε στενά με τον Herbie Mann. Αυτή η θητεία δίπλα στον Mann τον μύησε στους λάτιν ρυθμούς και την μπόσα νόβα, στοιχεία που θα χαρακτήριζαν το προσωπικό του στίγμα. Μέχρι το 1966, ο Pike είχε ήδη κυκλοφορήσει αξιόλογα άλμπουμ όπως το It's Time for Dave Pike και το Pike's Peak, δείχνοντας μια διαρκή διάθεση για πειραματισμό που θα κορυφωνόταν στην Atlantic Records.

Το άλμπουμ Jazz for the Jet Set (1966) αποτελεί ένα τολμηρό μανιφέστο της "μοντ" κουλτούρας των 60ς, συνδυάζοντας την τζαζ δεξιοτεχνία με τους γκρούβι ρυθμούς της εποχής. Το εξώφυλλο, με το μοντέλο σε στολή αεροσυνοδού της Braniff International Airways και διάφανο κράνος αποτελούσε μέρος της "διαστημικής" μόδας (Space Age), συμπυκνώνοντας απόλυτα το "Τζετ Σετ" στυλ ζωής της εποχής. Το εντυπωσιακό σε αυτή την ηχογράφηση είναι ότι ο Pike εγκαταλείπει προσωρινά το βιμπράφωνο για να παίξει μαρίμπα, δίνοντας στον δίσκο έναν πιο γήινο, ξύλινο και εξωτικό ήχο. Στο πλευρό του βρίσκονται κορυφαίοι μουσικοί, όπως ο νεαρός τότε Herbie Hancock στο όργανο, ο Clark Terry στην τρομπέτα, o Billy Butler στην κιθάρα, και ο Grady Tate στα τύμπανα, δημιουργώντας ένα σύνολο που σφύζει από ενέργεια και κομψότητα.

Το εναρκτήριο "Blindman, Blindman", μια σύνθεση του Hancock που κινείται σε σόουλ-τζαζ μονοπάτια, θέτει αμέσως το ρυθμικό πλαίσιο του δίσκου. Η χρήση του οργάνου από τον Hancock προσδίδει μια "βρώμικη" αλλά εκλεπτυσμένη αίσθηση, ενώ η μαρίμπα του Pike προσφέρει μια μοναδική τονική αντίθεση. Στο "Jet Set", ο Pike δημιουργεί ένα ηχητικό τοπίο που παραπέμπει στην αισιοδοξία της αεροπορικής εποχής, με γρήγορα περάσματα και μια αίσθηση διαρκούς κίνησης. Το κομμάτι "Sunny", η πασίγνωστη επιτυχία του Bobby Hebb, μεταμορφώνεται εδώ σε ένα υπόδειγμα λάουντζ τζαζ, όπου η μελωδία διατηρείται αναγνωρίσιμη αλλά εμπλουτίζεται με έξυπνους αυτοσχεδιασμούς.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο "When I'm Gone", όπου το συγκρότημα βυθίζεται σε έναν πιο μελαγχολικό αλλά εξαιρετικά ρυθμικό ήχο, αναδεικνύοντας τη χημεία μεταξύ των πνευστών και της μαρίμπας. Το "You've Got Your Troubles" αποτελεί μια ευφυή τζαζ διασκευή ενός ποπ κομματιού, αποδεικνύοντας ότι ο Pike δεν φοβόταν να "λερώσει" τα χέρια του με το εμπορικό ρεπερτόριο της περιόδου, αρκεί να μπορούσε να του προσδώσει τη δική του αισθητική. Το άλμπουμ κλείνει με το "Sweet Tater Pie", ένα κομμάτι που σφύζει από μπλουζ αναφορές, αφήνοντας στον ακροατή μια αίσθηση ικανοποίησης και την επιθυμία να επιστρέψει ξανά στον ηλιόλουστο κόσμο που έπλασε ο Pike. Συνολικά, το Jazz for the Jet Set παραμένει ένας δίσκος-σταθμός για την εύκολη αλλά ποιοτική ακρόαση, γλιστρώντας ανάμεσα στα είδη με την ίδια ευκολία που ένας κοσμοπολίτης της εποχής άλλαζε ηπείρους. Ο Dave Pike έφυγε από τη ζωή το 2015 στην Καλιφόρνια, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που συνεχίζει να εμπνέει τους λάτρεις του γκρουβ.

«Ο βιμπραφωνίστας Dave Pike, εδώ παίζει μαρίμπα, με τον Herbie Hancock στο όργανο και το κιθαρίστα Billy Butler παραδίδουν ένα ανάλαφρο και απολαυστικό άκουσμα που φλερτάρει τη τζαζ και το easy listening
- Blind Man Blind Man -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Η θεατρικότητα και το σκοτάδι ενός μοναχικού τροβαδούρου​

David Ackles - David Ackles (1968, Elektra)
Τραγούδια: A1 The Road To Cairo, A2 When Love Is Gone, A3 Sonny Come Home, A4 Blue Ribbons, A5 What A Happy Day, B1 Down River, B2 Laissez-Faire, B3 Lotus Man, B4 His Name Is Andrew, B5 Be My Friend

Ο David Ackles (1937–1999) υπήρξε ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς και παραγνωρισμένους δημιουργούς της αμερικανικής μουσικής σκηνής των τελών της δεκαετίας του '60. Γεννημένος στο Ροκ Άιλαντ του Ιλινόις, ο Αμερικανός τραγουδοποιός και πιανίστας μεγάλωσε μέσα στις τέχνες, καθώς η οικογένειά του είχε παράδοση στο βαριετέ/βοντβίλ (vaudeville). Πριν αφοσιωθεί στη μουσική, εργάστηκε ως παιδί-ηθοποιός σε ταινίες της σειράς "Rusty", σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και τηλεοπτική παραγωγή στο USC, ενώ παράλληλα έγραφε σενάρια και θεατρικά έργα. Αυτό το κινηματογραφικό και θεατρικό υπόβαθρο υπήρξε καθοριστικό για τη διαμόρφωση του ύφους του. Η καριέρα του πήρε νέα τροπή όταν υπέγραψε στην Elektra Records, αρχικά ως τραγουδοποιός, όμως η βαθιά, βαρύτονη φωνή του και η ικανότητά του να συνθέτει σκοτεινές, αφηγηματικές μπαλάντες ώθησαν την εταιρεία να του προτείνει την ηχογράφηση ενός προσωπικού δίσκου. Μέχρι το 1968, ο Ackles είχε καταφέρει να παντρέψει την αμερικανική λαϊκή παράδοση με το ευρωπαϊκό καμπαρέ, δημιουργώντας μια δική του κατηγορία.

Το ομώνυμο ντεμπούτο του, David Ackles (1968), το οποίο αργότερα επανακυκλοφόρησε με τον τίτλο The Road to Cairo, αποτελεί ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά και ώριμα έργα της εποχής του. Μακριά από την ψυχεδέλεια και το κλασικό φολκ-ροκ των σύγχρονών του, ο Ackles παρουσίασε έναν δίσκο που μοιάζει περισσότερο με συλλογή από σύντομα διηγήματα ή θεατρικές σκηνές. Η μουσική του, βασισμένη κυρίως στο πιάνο και εμπλουτισμένη με ενορχηστρώσεις που θυμίζουν Kurt Weill και Bertolt Brecht, φέρει μια αίσθηση μελαγχολίας, αστικής μοναξιάς και θρησκευτικής αναζήτησης.

Η εστίαση επικεντρώνεται αναπόφευκτα στο εμβληματικό "The Road to Cairo", ένα αριστούργημα απόγνωσης και χαμένης ελπίδας. Με μια αργόσυρτη, επιβλητική ενορχήστρωση, ο Ackles περιγράφει την επιστροφή ενός άνδρα στην πατρίδα του, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι δεν του έχει απομείνει τίποτα, δημιουργώντας μια έντονα κινηματογραφική αίσθηση. Το "Down River" κινείται σε πιο λυρικά μονοπάτια, μια πικρόγλυκη ιστορία για έναν χαμένο έρωτα που ξεδιπλώνεται πάνω σε μια υπέροχη μελωδία στο πιάνο, ενώ το "Blue Ribbons" φανερώνει τις επιρροές του από τη λαϊκή μουσική των πανηγυριών, ιδωμένη όμως μέσα από ένα παραμορφωτικό, σχεδόν μακάβριο πρίσμα.

Στο "His Name Is Andrew", ο Ackles καταπιάνεται με τη θρησκευτική υποκρισία και την υπαρξιακή αγωνία, χρησιμοποιώντας μια ενορχήστρωση που θυμίζει εκκλησιαστικό ύμνο που σταδιακά καταρρέει. Το "What a Happy Day" ειρωνεύεται την αισιοδοξία με έναν τρόπο που θυμίζει το "σκοτεινό καμπαρέ" (dark cabaret), ενώ το "Lonesome Ride" προσφέρει μια πιο παραδοσιακή δομή τραγουδοποιού, διατηρώντας όμως την ιδιότυπη σοβαρότητα του δημιουργού του. Το κλείσιμο του δίσκου με το "Be My Friend" είναι μια κραυγή για ανθρώπινη επαφή, αποκαλύπτοντας την τρωτότητα που κρύβεται πίσω από τη στιβαρή φωνή του Ackles. Συνολικά, το άλμπουμ είναι ένας δίσκος που απαιτεί την προσοχή του ακροατή, καθώς κάθε κομμάτι είναι μια αυτόνομη μελέτη χαρακτήρων και συναισθημάτων. Παρά την εμπορική του αποτυχία την εποχή εκείνη, το ντεμπούτο του David Ackles παραμένει ένας θησαυρός για όσους αναζητούν τη σκοτεινή πλευρά της αμερικανικής τραγουδοποιίας, έχοντας επηρεάσει καλλιτέχνες όπως ο Elton John και ο Elvis Costello.

«Ο David Ackles, όχι και τόσο τυπικός τραγουδοποιός για τα δεδομένα της Αμερικής του '60. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στην Elektra και περιέχει το πιο γνωστό κομμάτι του, το The Road to Cairo. Φολκ, έξυπνες ενορχηστρώσεις και κλίμα που μερικές στιγμές θυμίζει Tim Buckley

- The Road To Cairo -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Ψυχεδελική φολκ ειλικρίνεια στην καρδιά του Σαν Φρανσίσκο​

Dino Valente - Dino (1968, Epic)
Τραγούδια: A1 Time, A2 Something New, A3 My Friend, A4 Listen To Me, A5 Me And My Uncle, B1 Tomorrow, B2 Children Of The Sun, B3 New Wind Blowing, B4 Everything Is Gonna Be OK, B5 Test

ValenteKriegel.jpg

Ο Dino Valente (1937–1994), γνωστός και ως Chester William Powers Jr., υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές και ταυτόχρονα ασταθείς προσωπικότητες της ψυχεδελικής σκηνής του Σαν Φρανσίσκο. Αμερικανός τραγουδοποιός και κιθαρίστας, γεννήθηκε στο Ντάνμπερι του Κονέκτικατ σε μια οικογένεια με θητεία στα καρναβάλια και τα βοντβίλ σόου, γεγονός που του χάρισε μια έμφυτη θεατρικότητα. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 βρέθηκε στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης, όπου έγινε μέρος της φολκ αναβίωσης δίπλα σε ονόματα όπως ο Fred Neil και ο Bob Dylan. Εκεί έγραψε το εμβληματικό "Get Together", έναν ύμνο στην αγάπη και την ενότητα που αργότερα έγινε παγκόσμια επιτυχία από τους Youngbloods. Η μετακόμισή του στη Δυτική Ακτή τον έφερε στο επίκεντρο της γέννησης των Quicksilver Messenger Service, όμως οι συχνές περιπέτειές του με τον νόμο και οι καταδίκες για κατοχή ναρκωτικών τον κράτησαν μακριά από τη δισκογραφία για μεγάλα διαστήματα, στερώντας του την ευκαιρία να ηγηθεί του γκρουπ στην αρχή του. Μετά την αποφυλάκισή του και έχοντας ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός "εκπεσόντος αγγέλου" της φολκ, υπέγραψε στην Epic για την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου το 1968.

Το άλμπουμ Dino (1968) αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα και ονειρικά δείγματα της φολκ-ψυχεδέλειας, ένας δίσκος που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση. Η παραγωγή του Bob Johnston (γνωστού από τις συνεργασίες του με τον Dylan και τον Leonard Cohen) περιέβαλε τη μοναδική, ένρινη και σχεδόν εύθραυστη φωνή του Valente με πλούσια στρώματα από 12χορδες κιθάρες, διακριτικά έγχορδα και μια έντονη αίσθηση αντήχησης (reverb). Το αποτέλεσμα δεν είναι ένας τυπικός φολκ δίσκος, αλλά ένα ηχητικό ποίημα που αποτυπώνει την ουσία του "Summer of Love" μέσα από ένα πρίσμα μελαγχολίας και υπαρξιακής αναζήτησης.

Ο δίσκος ξεκινά με το "Time", το οποίο λειτουργεί ως ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του Valente. Η κυκλική δομή της κιθάρας και οι επαναλαμβανόμενοι στίχοι δημιουργούν μια αίσθηση έκστασης, όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Στο "Something New", ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει τη λυρική του ικανότητα, με τη φωνή του να ανεβοκατεβαίνει σε εντάσεις, εκφράζοντας μια ελπίδα που μοιάζει ταυτόχρονα μακρινή και εφικτή. Το "Everything Is Gonna Be OK" λειτουργεί ως ένας εσωτερικός μονόλογος παρηγοριάς, όπου οι ενορχηστρώσεις των εγχόρδων προσθέτουν ένα βάθος που αγγίζει το μπαρόκ, ενώ η ερμηνεία του Valente παραμένει απολύτως προσωπική.

Ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου είναι το "Me and My Uncle", μια σύνθεση του ίδιου που έγινε αργότερα διάσημη από τους Grateful Dead. Εδώ, ο Valente την αποδίδει με μια σκοτεινή, σχεδόν απειλητική ηρεμία, αναδεικνύοντας την αφηγηματική της δύναμη. Το "Tomorrow" και το "Listen to Me" συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο της πνευματικής περιπλάνησης, με τις 12χορδες κιθάρες να αντηχούν σαν καμπάνες και τον Valente να μοιάζει με έναν σύγχρονο τροβαδούρο που απευθύνεται σε μια χαμένη γενιά. Το κλείσιμο του άλμπουμ αφήνει μια αίσθηση ημιτελούς ονείρου, επιβεβαιώνοντας ότι ο Dino Valente δεν ενδιαφερόταν για τις κλασικές δομές τραγουδιών, αλλά για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας. Συνολικά, το Dino παραμένει ένα καλτ αριστούργημα, η μοναδική στιγμή που αυτός ο αινιγματικός καλλιτέχνης κατάφερε να φυλακίσει το χάος της προσωπικότητάς του σε έναν δίσκο απαράμιλλης ομορφιάς.

«Ο Dino Valente, γνωστός και σαν Chet Powers, είναι ο συνθέτης του "Get Together" που έχουν πάμπολλοι ερμηνεύσει και ιδρυτικό μέλος των Quicksilver Messenger Service, αν και πλαισίωσε το γκρουπ στο τέταρτό τους δίσκο λόγω προβλημάτων με τις αρχές για κατοχή και χρήση ουσιών. Ο δίσκος είναι γοητευτικός, αν και λίγο παρωχημένος για κάποιον που δεν γνωρίζει "πρόσωπα και πράγματα". Χίπικες καταστάσεις με τις απαραίτητες δόσεις φολκ και ψυχεδέλειας.»
- My Friend -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Ο ευρωπαϊκός ορισμός του τζαζ-ροκ με γερμανική ακρίβεια​

Volker Kriegel - Spectrum (1971, MPS Records/BASF)
Τραγούδια: A1 Zoom, A2 So Long, For Now, A3 More About D, B1 Suspicious Child, Growing Up, B2 Instant Judgement, B3 Ach Kina, B4 Strings Revisited

Ο Volker Kriegel (1943–2003) υπήρξε ένας από τους κεντρικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής τζαζ και πρωτοπόρος του φιούσιον κινήματος στη Γηραιά Ήπειρο. Γεννημένος στο Ντάρμστατ της Γερμανίας, ο Γερμανός κιθαρίστας και συνθέτης υπήρξε μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, καθώς διακρίθηκε εξίσου ως σκιτσογράφος και συγγραφέας. Ουσιαστικά αυτοδίδακτος στην κιθάρα, ξεκίνησε την πορεία του τη δεκαετία του ’60 συμμετέχοντας σε διάφορα σχήματα, όμως η καριέρα του πήρε καθοριστική τροπή το 1968, όταν εντάχθηκε στο θρυλικό κουαρτέτο του Αμερικανού βιμπραφωνίστα Dave Pike. Με το σχήμα αυτό, ο Kriegel βοήθησε στη διαμόρφωση ενός ήχου που πάντρευε την τζαζ με την ψυχεδέλεια και το γκρουβ, κερδίζοντας διεθνή αναγνώριση. Η παραμονή του στο πλευρό του Pike μέχρι το 1970 του προσέφερε την απαραίτητη εμπειρία και αυτοπεποίθηση ώστε να αναζητήσει τον δικό του προσωπικό δρόμο, ο οποίος θα τον οδηγούσε στην εμβληματική δισκογραφική στέγη της MPS Records και στην κυκλοφορία του πρώτου του μεγάλου έργου ως ηγέτη.

Το άλμπουμ Spectrum (1971) αποτελεί ένα μνημειώδες δείγμα ευρωπαϊκού τζαζ-ροκ, αποτυπώνοντας την προσπάθεια του Kriegel να διευρύνει τα όρια του είδους πέρα από τα αμερικανικά πρότυπα. Περιτριγυρισμένος από μια ομάδα εξαιρετικών μουσικών, όπως ο Peter Trunk στο μπάσο και ο Cees See στα τύμπανα, ο Kriegel δημιούργησε έναν δίσκο που χαρακτηρίζεται από ηχητική ποικιλομορφία, τεχνική αρτιότητα και μια έντονη διάθεση για πειραματισμό με ηλεκτρονικά εφέ και ασυνήθιστα όργανα, όπως το σιτάρ.

Το εναρκτήριο "Zoom", είναι ένα κομμάτι που ορίζει το πλαίσιο του δίσκου με το καταιγιστικό του ριφ και το δυναμικό παίξιμο του Kriegel, ο οποίος χρησιμοποιεί το γουά-γουά πεντάλ για να δώσει στην κιθάρα του έναν σχεδόν ανθρώπινο, ομιλούντα χαρακτήρα. Στο "So Long, For Now", η ατμόσφαιρα γίνεται πιο λυρική, αναδεικνύοντας την ικανότητα του συνθέτη να πλέκει μελωδίες που ηχούν οικείες αλλά και προκλητικές ταυτόχρονα. Το "More About B" αποτελεί μια σπουδή στον ρυθμό και την αυτοσχεδιαστική ελευθερία, με το ρυθμ σέξιον να δημιουργεί ένα αδιαπέραστο τείχος ήχου πάνω στο οποίο η κιθάρα κεντάει περίπλοκα σχήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί το κομμάτι "Suspicious Child, Growing Up", όπου η χρήση του σιτάρ προσδίδει μια ανατολίτικη, ψυχεδελική χροιά, αποδεικνύοντας ότι ο Kriegel δεν φοβόταν να ενσωματώσει world στοιχεία στο φιούσιον οικοδόμημά του. Το "Instant Games" κινείται σε πιο παιχνιδιάρικα μονοπάτια, με κοφτές φράσεις και μια αίσθηση διαρκούς διαλόγου μεταξύ των οργάνων, ενώ το κλείσιμο με το "Strings Revisited" προσφέρει μια πιο εσωτερική και πειραματική ματιά στις δυνατότητες των εγχόρδων, σφραγίζοντας έναν δίσκο που αρνείται να κατηγοριοποιηθεί εύκολα. Συνολικά, το Spectrum παραμένει ένας φάρος για την ευρωπαϊκή τζαζ σκηνή, αποκαλύπτοντας έναν καλλιτέχνη που έβλεπε τη μουσική ως ένα αδιαίρετο φάσμα χρωμάτων και διαθέσεων. Ο Volker Kriegel έφυγε από τη ζωή το 2003 στην Ισπανία, παραμένοντας μέχρι τέλους ένας αθεράπευτος οραματιστής του ήχου.

«Εξαιρετικός Γερμανός κιθαρίστας με προσωπικούς δίσκους και συμμετοχές σαν σέσιον μουσικός και με τον Dave Pike που προαναφέραμε. Στο Spectrum παίζει και σιτάρ, και κινείται σε τζαζ-ροκ και φιούσιον μονοπάτια.»

- Zoom -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Μια επική τζαζ σουίτα με βρετανική σφραγίδα​

John Surman / John Warren - Tales of The Algonquin (1971, Deram)
Τραγούδια: A1 With Terry's Help, A2 The Dandelion, A3 We'll Make It, A4 Picture Tree, [Tales Of The Algonquin] Ba I The Purple Swan, Bb II Shingebis And The North Wind, Bc III The Adventures Of Manabush, Bd IV The White Water Lily, Be V Wihio The Wanderer

SurmanSmith.jpg

Το Tales of the Algonquin (1971) αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα και καλλιτεχνικά επιτυχημένα εγχειρήματα της βρετανικής τζαζ σκηνής των αρχών της δεκαετίας του '70. Πρόκειται για μια σύμπραξη που ένωσε το εκρηκτικό αυτοσχεδιαστικό πνεύμα του John Surman με την αρχιτεκτονική ευφυΐα του John Warren, δημιουργώντας έναν δίσκο-σταθμό που ισορροπεί ανάμεσα στη μεγάλη ορχήστρα και την ελευθερία της φρι τζαζ.

Ο John Surman, γεννημένος το 1944 στο Tavistock του Devon, είναι ένας από τους κορυφαίους Άγγλους μουσικούς της ευρωπαϊκής τζαζ. Πολυοργανίστας με ειδίκευση στο βαρύτονο και σοπράνο σαξόφωνο, καθώς και στο μπάσο κλαρινέτο, ξεκίνησε την πορεία του τη δεκαετία του '60 ως μέλος της ορχήστρας του Mike Westbrook. Μέχρι το 1971, είχε ήδη καθιερωθεί ως μια από τις πιο καινοτόμες φωνές του οργάνου, έχοντας συνεργαστεί με ονόματα όπως ο John McLaughlin και ο Graham Collier, ενώ το 1969 ίδρυσε το θρυλικό "The Trio" με τους Barre Phillips και Stu Martin. Η ικανότητά του να συνδυάζει την αγγλική φολκ παράδοση με τον μοντάλ αυτοσχεδιασμό τον κατέστησε κεντρικό πρόσωπο της Elektra και αργότερα της Deram.

Στο πλευρό του, ο John Warren (γεννημένος το 1938 στο Μόντρεαλ του Καναδά) λειτούργησε ως ο εγκέφαλος πίσω από τις συνθέσεις. Καναδός βαρύτονος σαξοφωνίστας και συνθέτης, ο Warren εγκαταστάθηκε στην Αγγλία το 1962 και εντάχθηκε γρήγορα στον κύκλο των Βρετανών μοντερνιστών. Παρότι λιγότερο προβεβλημένος ως σολίστας, η φήμη του εδραιώθηκε μέσα από τη δημιουργία της δικής του big band το 1968, στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι μουσικοί όπως ο Kenny Wheeler και ο John Taylor. Η γνωριμία του με τον Surman σε μια μπάντα προβών το 1962 εξελίχθηκε σε μια βαθιά καλλιτεχνική φιλία, που βρήκε την απόλυτη έκφρασή της στην ηχογράφηση του 1971.

Το άλμπουμ Tales of the Algonquin δεν υπήρξε απλώς μια συνεργασία δύο δημιουργών, αλλά ένα σημείο συνάντησης για την αφρόκρεμα της βρετανικής τζαζ σκηνής, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε μια από τις πιο παραγωγικές και τολμηρές φάσεις της. Η ορχήστρα που συγκέντρωσαν οι Surman και Warren αποτελούνταν από μουσικούς που δεν λειτουργούσαν απλώς ως εκτελεστές, αλλά ως συνδιαμορφωτές ενός ήχου που πάντρευε την πειθαρχία της μεγάλης μπάντας με την εκρηκτικότητα του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού.

Ανάμεσα στους πνευστούς, δεσπόζουσα θέση κατείχαν δύο από τους σημαντικότερους τρομπετίστες της εποχής, ο Καναδός Kenny Wheeler και ο γεννημένος στα Μπαρμπάντος Harry Beckett. Ο Wheeler, με τον χαρακτηριστικό λυρικό και συχνά μελαγχολικό του ήχο, προσέφερε μια μελωδική αντίστιξη στις πιο άγριες στιγμές του Surman, ενώ ο Beckett έδωσε μια πιο ζεστή και ρυθμική διάσταση στα περάσματά του. Μαζί τους στις τρομπέτες βρισκόταν και ο Martin Drover, ένας σταθερός συνεργάτης της προοδευτικής σκηνής, προσθέτοντας όγκο και ακρίβεια στα ορχηστρικά μέρη.

O Mike Osborne στο άλτο σαξόφωνο υπήρξε ένας από τους βασικούς σολίστες, με το παίξιμό του στο κομμάτι "The Dandelion" να θεωρείται μία από τις πιο ποιητικές στιγμές του δίσκου. Η ένταση και η ωμότητα της ερμηνείας του Osborne ταίριαζαν απόλυτα με το όραμα του Warren. Δίπλα του, ο Alan Skidmore στο τενόρο σαξόφωνο συμπλήρωνε το ηχητικό φάσμα με μια δύναμη που παρέπεμπε ευθέως στις διδαχές του John Coltrane, ενώ ο Stan Sulzmann πρόσφερε την απαραίτητη ευελιξία και τις υφές που απαιτούσαν οι περίπλοκες ενορχηστρώσεις.

Το τμήμα ρυθμού ήταν εξίσου εντυπωσιακό, με τον John Taylor στο πιάνο να λειτουργεί ως ο αρμονικός συνεκτικός κρίκος της ορχήστρας, προτού εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους τζαζίστες. Η παρουσία δύο ντράμερ, του Αμερικανού Stu Martin και του Βρετανού Alan Jackson, ήταν καθοριστική για την πολυρρυθμική δίνη που χαρακτηρίζει τη σουίτα της δεύτερης πλευράς, προσφέροντας μια διαρκή αίσθηση κίνησης και κινδύνου. Τέλος, το κοντραμπάσο του Barre Phillips και οι τρομπονίστες Malcolm Griffiths και Ed Harvey ολοκλήρωναν ένα σύνολο που διέθετε σπάνια χημεία, μετατρέποντας τις παρτιτούρες του Warren σε έναν ζωντανό, αναπνέοντα οργανισμό.

Το άλμπουμ είναι στην πραγματικότητα ένα έργο του Warren, όπου ο Surman λειτουργεί ως ο κεντρικός αφηγητής και πρωταγωνιστής. Η πρώτη πλευρά του δίσκου αποτελείται από τέσσερις αυτοτελείς συνθέσεις, ενώ η δεύτερη καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από την πενταμερή σουίτα που δίνει το όνομά της στο άλμπουμ, εμπνευσμένη από τους μύθους των ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής.

Το άνοιγμα με το "With Terry's Help" είναι μια δήλωση προθέσεων, με τον Surman να παραδίδει ένα δαιμονισμένο σόλο στο σοπράνο σαξόφωνο πάνω από μια ορχήστρα που σφύζει από ενέργεια. Στον αντίποδα, το "The Dandelion" προσφέρει μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βρετανικής τζαζ, μια λυρική μπαλάντα με επιρροές από τον Gil Evans, όπου ο Mike Osborne στο άλτο σαξόφωνο και ο John Taylor στο πιάνο δημιουργούν μια ατμόσφαιρα υψηλής ποιητικότητας. Το "We'll Make It" και το "Picture Tree" συνεχίζουν την εξερεύνηση των ορχηστρικών υφών, με τον Kenny Wheeler και τον Harry Beckett να προσφέρουν εξαιρετικά σόλο στην τρομπέτα.

Η σουίτα "Tales of the Algonquin" είναι το θεμέλιο του έργου. Ξεκινώντας με το δυσοίωνο τόξο του μπάσου στο "The Purple Swan", η μουσική βυθίζεται στο "Shengebis and the North Wind", όπου η ρυθμική βάση των Stu Martin και Alan Jackson (δύο ντράμερ) δημιουργεί μια πολυρρυθμική δίνη. Ο Warren χρησιμοποιεί τα πνευστά της ορχήστρας για να ζωγραφίσει τοπία έντασης και απελευθέρωσης, ενώ ο Surman στο βαρύτονο σαξόφωνο βρυχάται με έναν τρόπο που συνδέει τη δύναμη του John Coltrane με την ευρωπαϊκή εσωτερικότητα. Η ενότητα "The Adventures of Manabush" φέρνει μια πιο παραδοσιακή, σουίνγκιν αίσθηση πριν η σουίτα κλείσει με το "Wihio the Wanderer", επιστρέφοντας στα μοτίβα του "North Wind" και σφραγίζοντας έναν κύκλο που μοιάζει με μουσικό έπος. Συνολικά, ο δίσκος παραμένει αξεπέραστος για τον τρόπο που εντάσσει την ελευθερία του ατομικού αυτοσχεδιασμού μέσα σε ένα αυστηρά δομημένο, αλλά ποτέ ασφυκτικό, ορχηστρικό πλαίσιο.

«Ο Άγγλος βαρύτονος/σοπράνο σαξοφωνίστας John Surman, που ηγείται της μπάντας του Καναδού συνθέτη John Warren, συνεπικουρούμενος από τους τρομπετίστες Harry Beckett και Kenny Wheeler, τους μπασίστες Graham Collier και Harry Miller και τους σαξοφωνίστες Stan Sulzmann και Alan Skidmore, παρουσιάζει ένα δίσκο κοντά στο κλίμα του ήχου της ECM με διάθεση για πλουραλισμό και ηχητική πολυμορφία.»

- Picture Tree -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Το μπλουζ-ροκ συναντά την τζαζ πρωτοπορία​

Dick Heckstall-Smith - A Story Ended (1972, Bronze)
Τραγούδια: A1 Future Song, A2 Crabs, A3 Moses In The Bullrushourses, A4 What The Morning Was After, B1 The Pirate's Dream, B2 Same Old Thing

Ο Dick Heckstall-Smith (1934–2004) υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της βρετανικής μουσικής σκηνής, ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να γεφυρώσει με μοναδικό τρόπο το μπλουζ-ροκ με την τζαζ. Γεννημένος στο Ludlow του Shropshire, ο Άγγλος σαξοφωνίστας (με ειδίκευση στο τενόρο και το σοπράνο) ξεκίνησε την πορεία του με μια βαθιά ακαδημαϊκή παιδεία, αλλά σύντομα τον κέρδισε η ενέργεια της τζαζ. Η καριέρα του εκτοξεύτηκε τη δεκαετία του '60, όταν έγινε μέλος των Blues Incorporated του Alexis Korner και αργότερα των Bluesbreakers του John Mayall, συμμετέχοντας στο εμβληματικό άλμπουμ A Hard Road. Η θητεία του στους Graham Bond Organisation και η μετέπειτα ίδρυση των Colosseum το 1968 τον καθιέρωσαν ως έναν βιρτουόζο που μπορούσε να παίζει ταυτόχρονα δύο σαξόφωνα, προσδίδοντας έναν ορχηστρικό όγκο στον ήχο του. Μετά τη διάλυση των Colosseum, ο Heckstall-Smith βρέθηκε σε ένα δημιουργικό σταυροδρόμι, το οποίο οδήγησε στην ηχογράφηση του πρώτου του προσωπικού δίσκου.

Το άλμπουμ A Story Ended (1972) αποτελεί ένα από τα πιο υποτιμημένα διαμάντια του βρετανικού προγκρέσιβ ροκ και φιούσιον. Η κυκλοφορία του στη Bronze Records σηματοδοτεί μια στιγμή απόλυτης ελευθερίας για τον Heckstall-Smith, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του ένα "γεμάτο-αστέρια" σύνολο μουσικών, συμπεριλαμβανομένων των Jon Hiseman, Graham Bond, Chris Spedding και Jack Bruce. Ο δίσκος δεν είναι απλώς μια επίδειξη τεχνικής στο σαξόφωνο, αλλά μια πολυδιάστατη σύνθεση που εξερευνά τις οριακές γραμμές μεταξύ της μπλουζ αμεσότητας και του τζαζ πειραματισμού, διατηρώντας πάντα μια έντονη βρετανική ταυτότητα.

Ο δίσκος ξεκινά με το "Future Song", μια εκρηκτική εισαγωγή όπου τα πνευστά του Dick κυριαρχούν πάνω από έναν στιβαρό ρυθμό, δείχνοντας αμέσως τις προθέσεις του για έναν ήχο χωρίς στεγανά. Στο "Crabs", η συνεργασία με τον Graham Bond προσδίδει μια ψυχεδελική και ελαφρώς χαοτική αίσθηση, με το όργανο και το σαξόφωνο να εμπλέκονται σε έναν διάλογο γεμάτο ένταση. Το κομμάτι "Moses in the Bullrushourses" αναδεικνύει την ικανότητα του Heckstall-Smith να χτίζει ατμόσφαιρες, συνδυάζοντας την μπλουζ μελαγχολία με πιο περίπλοκες τζαζ δομές.

Αξιοσημείωτο είναι το "What the Morning Brings", όπου οι στίχοι του Pete Brown και η ερμηνεία προσδίδουν μια ποιητική διάσταση, ενώ το σαξόφωνο λειτουργεί ως μια δεύτερη, λυρική φωνή. Το "Pirate's Dream" αποτελεί ίσως την πιο "Colosseum-ική" στιγμή του δίσκου, ένα δεκάλεπτο έπος γεμάτο εναλλαγές ρυθμών και δυναμικών, όπου ο Heckstall-Smith παραδίδει μερικά από τα πιο παθιασμένα σόλο της καριέρας του. Το κλείσιμο με το ομώνυμο "A Story Ended" φέρει μια αίσθηση ολοκλήρωσης και ταυτόχρονα μιας νέας αρχής, με την ενορχήστρωση να υποστηρίζει το όραμα ενός καλλιτέχνη που δεν φοβήθηκε ποτέ να εξελιχθεί. Συνολικά, το άλμπουμ παραμένει μια συγκλονιστική κατάθεση ενός μουσικού που αρνήθηκε να μπει σε καλούπια, προσφέροντας έναν ήχο που παραμένει φρέσκος και προκλητικός ακόμα και σήμερα. Ο Dick Heckstall-Smith συνέχισε να δημιουργεί μέχρι το τέλος της ζωής του το 2004, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που τιμάται από κάθε λάτρη του ποιοτικού βρετανικού ήχου.

«Ο έτερος Άγγλος σαξοφωνίστας, Dick Heckstall-Smith, είναι ένας "τεράστιος" μουσικός που τα πνευστά του έχουν ακουστεί στους Alexis Korner's Blues Incorporated, Graham Bond Organisation, Bluesbreakers και Colosseum για να αναφέρω μερικούς. Εδώ έχουμε το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ, που θα επιβεβαιώσει αυτούς που τον γνωρίζουν και θα εκπλήξει αυτούς που τον αγνοούν.»

- The Pirate's Dream -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Ο Μοναχικός Καουμπόι του Τενόρου​

Sonny Rollins - Way Out West (1957, Contemporary Records)
Τραγούδια: A1 I'm An Old Cowhand - 5:35, A2 Solitude - 7:47, A3 Come, Gone - 7:47, B1 Wagon Wheels - 10:08, B2 There Is No Greater Love - 5:13, B3 Way Out West - 6:28

RollinsYoung.jpg

Ο Walter Theodore "Sonny" Rollins, γεννημένος στις 7 Σεπτεμβρίου 1930 στη Νέα Υόρκη από οικογένεια με καταγωγή από τις Παρθένες Νήσους, υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους Αμερικανούς τενόρο σαξοφωνίστες στην ιστορία της τζαζ. Ο επονομαζόμενος και "Κολοσσός" του σαξοφώνου, ο οποίος ξεκίνησε από το πιάνο για να καταλήξει στο τενόρο, αναδείχθηκε σε κορυφαία μορφή του μπίμποπ και του χαρντ μποπ. Συνεργάστηκε με γίγαντες όπως ο Miles Davis, ο Thelonious Monk και ο Charlie Parker. Πριν από την κυκλοφορία του εμβληματικού άλμπουμ Way Out West το 1957, ο Rollins είχε ήδη αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του με ηχογραφήσεις σταθμούς και αριστουργήματα όπως το Saxophone Colossus.

Το Way Out West σηματοδοτεί την πρώτη φορά που ο Rollins ηχογράφησε εκτός Νέας Υόρκης, συγκεκριμένα στο Λος Άντζελες για την Contemporary Records. Αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο στην τζαζ, καθώς είναι η πρώτη φορά που ο σαξοφωνίστας ηγήθηκε ενός σχήματος χωρίς πιάνο ή κιθάρα, δημιουργώντας την πρωτοποριακή σύνθεση του σαξόφωνου με μπάσο και ντραμς. Η απόφαση αυτή απελευθέρωσε τον αυτοσχεδιασμό, επιτρέποντας στον Rollins να πειραματιστεί με αρμονικές και ρυθμικές δομές, μια τεχνική που έμεινε γνωστή ως "strolling".

Στη δημιουργία αυτού του ηχητικού αριστουργήματος συνέβαλαν δύο κορυφαίοι μουσικοί. Ο δεξιοτέχνης του μπάσου Ray Brown και ο ευρηματικός ντράμερ Shelly Manne, οι οποίοι αν και δεν είχαν ξαναπαίξει με τον Rollins, προσαρμόστηκαν στιγμιαία δημιουργώντας ένα πυκνό, αλληλεπιδραστικό και αρμονικά πλήρες υπόστρωμα. Καταλυτικό ρόλο στην αισθητική του αποτελέσματος έπαιξε και ο θρυλικός ηχολήπτης Roy DuNann. Ο DuNann, χρησιμοποιώντας προηγμένα μικρόφωνα της εποχής και τεχνικές κοντινής τοποθέτησης, κατάφερε να αποτυπώσει το παίξιμο του Rollins με εξαιρετική λεπτομέρεια, διαύγεια και πρωτοφανή ζεστασιά, αναδεικνύοντας τον ήχο του σαξόφωνου σχεδόν σαν φυσική παρουσία στον χώρο.

Η περιήγηση ξεκινά με το "I'm An Old Cowhand", όπου η παιχνιδιάρικη ενορχήστρωση και η χρήση ξύλινων κρουστών (woodblocks) από τον Manne παραπέμπουν κινηματογραφικά στο θέμα των καουμπόηδων. Ο Rollins αυτοσχεδιάζει με ευρηματικότητα πάνω στο χιουμοριστικό μοτίβο του κομματιού. Ακολουθεί το "Solitude" του Duke Ellington, στο οποίο ο Rollins επιδεικνύει την ικανότητά του στην μπαλάντα, παίζοντας με βαθύ συναίσθημα και αποκαλύπτοντας τον λυρικό, γεμάτο σώμα τόνο του. Το "Come, Gone" είναι μια γρήγορη, εκρηκτική σύνθεση βασισμένη στο κομμάτι "After You've Gone", όπου ο Brown και ο Manne τροφοδοτούν τον Rollins με ακατάπαυστη ενέργεια.

Το κομμάτι "Wagon Wheels" αποπνέει μια νοσταλγική και ταξιδιάρικη αίσθηση, με το σχήμα να διατηρεί σταθερό και μελωδικό ρυθμό, ενώ στο "There Is No Greater Love" ο Rollins ξεδιπλώνει όλο το εύρος της αυτοσχεδιαστικής του ευφυΐας και της αρμονικής του σκέψης, αναπτύσσοντας περίτεχνες φράσεις. Τέλος, το ομώνυμο "Way Out West" είναι μια δική του σύνθεση που κλείνει το δίσκο, ένας φόρος τιμής στα ανοιχτά τοπία της Δύσης, με δυναμικό σουίνγκ και περίπλοκο διάλογο ανάμεσα στα τρία όργανα. Η συνολική αποτύπωση του άλμπουμ αναδεικνύει τη δημιουργική ελευθερία, την τεχνική αρτιότητα και τη βαθιά σύνδεση μεταξύ των τριών συντελεστών, προσφέροντας ένα αξεπέραστο παράδειγμα μοντέρνας τζαζ.

Το Way Out West δεν αποτέλεσε απλώς έναν θρίαμβο της Δυτικής Ακτής ή μια ακόμη επιτυχημένη ηχογράφηση για την Contemporary Records, αλλά μια καθοριστική στιγμή ενηλικίωσης για το ίδιο το τενόρο σαξόφωνο. Αφαιρώντας το δίχτυ ασφαλείας του πιάνου, ο Sonny Rollins απέδειξε ότι ένας προικισμένος αυτοσχεδιαστής μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή στηριζόμενος αποκλειστικά στη μελωδική του ευφυΐα και στο ρυθμικό του ένστικτο.

- Way Out West -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Ο Χαρισματικός Ανανεωτής του Hammond B-3​

Larry Young - Into Somethin' (1965, Blue Note)
Τραγούδια: A1 Tyrone, A2 Plaza De Toros, B1 Paris Eyes, B2 Backup, B3 Ritha

Ο Larry Young, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο μουσικός που απελευθέρωσε το τζαζ όργανο από τα στενά δεσμά των παραδοσιακών μπλουζ, γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1940 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Η αμερικανική του υπηκοότητα συνοδεύτηκε από μια σύντομη αλλά εξαιρετικά επιδραστική ζωή, καθώς έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1978, σε ηλικία μόλις 37 ετών, από επιπλοκές που σχετίζονταν με πνευμονία. Το μουσικό όργανο με το οποίο ταυτίστηκε απόλυτα και στο οποίο άλλαξε ριζικά την τεχνική προσέγγιση ήταν το ηλεκτρικό όργανο Hammond B-3.

Μεγαλώνοντας σε μουσική οικογένεια, ξεκίνησε με σπουδές στο κλασικό πιάνο, όμως η γνωριμία του με το Hammond B-3 στα τέλη της δεκαετίας του 1950 άλλαξε την πορεία του. Οι πρώτοι μεγάλοι σταθμοί της καριέρας του καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με μια σειρά ηχογραφήσεων για την εταιρεία Prestige, όπου το στυλ του ήταν ακόμη επηρεασμένο από τον κυρίαρχο Jimmy Smith. Η μεγάλη καλλιτεχνική στροφή συντελέστηκε όταν άρχισε να ενσωματώνει τις μοντάλ (modal) αναζητήσεις του John Coltrane, προσεγγίζοντας το όργανο με έναν πιο λιτό, πιανιστικό τρόπο, χρησιμοποιώντας λιγότερο τα τυπικά μπάσα πεντάλ και περισσότερο τις ανοιχτές αρμονίες. Αυτή η εξέλιξη τον οδήγησε στο κατώφλι της Blue Note Records, με την οποία κυκλοφόρησε το 1965 το μνημειώδες άλμπουμ Into Somethin', το οποίο σηματοδότησε την αρχή της χρυσής και πιο δημιουργικής του περιόδου.

Το άλμπουμ Into Somethin' αποτελεί μια τολμηρή γέφυρα ανάμεσα στο παραδοσιακό χαρντ μποπ και στην αναδυόμενη αβαντ-γκαρντ σκηνή της εποχής. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο κορυφαίο κουαρτέτο που τον πλαισίωσε στο στούντιο. Ο Sam Rivers στο τενόρο σαξόφωνο έφερε μια ωμή, αντισυμβατική και ελεύθερη πνοή, σπάζοντας τις κλασικές μελωδικές γραμμές. Ο Grant Green στην κιθάρα, με τον καθαρό, ρυθμικό και βαθιά δομημένο ήχο του, κράτησε τις ισορροπίες προσφέροντας απαραίτητο "γκρουβ". Τέλος, ο Elvin Jones στα τύμπανα –γνωστός από το θρυλικό κουαρτέτο του John Coltrane– αποδείχθηκε ο απόλυτος καταλύτης, καθώς με τις περίπλοκες πολυρυθμίες του απογείωσε τις συνθέσεις και ώθησε τους σολίστες στα όριά τους.

Το άλμπουμ ανοίγει με το επιβλητικό "Tyrone", μια σύνθεση που ο Young αφιέρωσε στον πεντάχρονο γιο του, όπου το απλό και σχεδόν παιδικό θέμα μετατρέπεται γρήγορα σε έναν βαθύ, υπνωτικό μπλουζ αυτοσχεδιασμό. Εδώ, οι επαναλαμβανόμενες μινιμαλιστικές γραμμές του οργάνου προμηνύουν τις κατοπινές φιούσιον αναζητήσεις του δημιουργού. Ακολουθεί το "Plaza de Toros", η μοναδική σύνθεση του δίσκου που υπογράφει ο Grant Green, η οποία εισάγει έντονες ισπανικές επιρροές και μοντάλ εναλλαγές συγχορδιών. Σε αυτό το κομμάτι, ο Rivers παραδίδει ένα εκρηκτικό, σχεδόν άγριο σόλο, ενώ ο Young απαντά με μια υποδειγματική, γεμάτη ψυχραιμία ανάπτυξη που σταδιακά κλιμακώνει τη συναισθηματική ένταση.

Το "Paris Eyes" είναι ένα ανάλαφρο, γρήγορο σουίνγκ κομμάτι, γραμμένο με αφορμή ένα επικείμενο ταξίδι του Young στη Γαλλία, στο οποίο ξεχωρίζει το γρήγορο περπάτημα του οργάνου στα μπάσα και η λυρική, σχεδόν ρομαντική προσέγγιση του σαξοφώνου από τον Rivers. Το "Backup" επαναφέρει το κουαρτέτο σε γνώριμα χαρντ μποπ μονοπάτια με ένα κλασικό, πεντακάθαρο μπλουζ, δίνοντας την ευκαιρία στον Green να ξεδιπλώσει την απαράμιλλη τεχνική του στην κιθάρα. Ο δίσκος κλείνει ατμοσφαιρικά με το "Ritha", μια αισθησιακή και ελικοειδή μπαλάντα στην οποία ο Sam Rivers δεν συμμετέχει. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο εναπομείναν τρίο να αναδείξει μια πιο εσωτερική, παθιασμένη πλευρά, με τον Young να κυριαρχεί απόλυτα, αποδεικνύοντας ότι το Hammond μπορεί να ηχεί ταυτόχρονα στιβαρό και απίστευτα ευαίσθητο.

Με το Into Somethin', ο Larry Young δεν παρουσίασε απλώς έναν εξαιρετικό δίσκο, αλλά επαναπροσδιόρισε τη θέση του οργάνου του στη σύγχρονη μουσική. Καταργώντας τα κλισέ του παρελθόντος, απέδειξε ότι το Hammond B-3 μπορούσε να σταθεί επάξια στην πρώτη γραμμή των πιο προοδευτικών και αφηρημένων τζαζ αναζητήσεων. Η ηχογράφηση αυτή άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για το επόμενο μεγάλο του αριστούργημα, το Unity, εδραιώνοντάς τον δικαιωματικά ως τον «John Coltrane του οργάνου».

- Back Up -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Η κομψότητα της Blue Note σε μια ονειρική, εξωτική διαδρομή​

Duke Pearson ‎– The Phantom (1968, Blue Note)
Τραγούδια: A1 The Phantom, A2 Blues For Alvina, A3 Bunda Amerela (Little Yellow Streetcar), B1 Los Ojos Alegres (The Happy Eyes), B2 Say You're Mine, B3 The Moana Surf

CouncePearson.jpg

Ο Duke Pearson (1932–1980) υπήρξε ένας από τους πιο πολύπλευρους και επιδραστικούς αρχιτέκτονες του ήχου της Blue Note, ένας άνθρωπος που καθόρισε την αισθητική της τζαζ στα μέσα της δεκαετίας του '60 όχι μόνο ως πιανίστας, αλλά κυρίως ως παραγωγός, συνθέτης και ενορχηστρωτής. Γεννημένος στην Ατλάντα της Τζόρτζια, ο Αμερικανός μουσικός ξεκίνησε τη διαδρομή του με το τρομπόνι πριν αφοσιωθεί οριστικά στο πιάνο. Η μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη το 1959 τον έφερε γρήγορα στο προσκήνιο, όπου αντικατέστησε τον Wynton Kelly στο συγκρότημα του Donald Byrd. Η καριέρα του πήρε μια καθοριστική τροπή όταν ανέλαβε τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή (A&R) για την Blue Note μετά τον θάνατο του Ike Quebec, συμβάλλοντας στην ανακάλυψη ταλέντων και στη δημιουργία μερικών από τους πιο κλασικούς δίσκους της εταιρείας. Μέχρι το 1968, ο Pearson είχε εξελίξει το στυλ του από το χαρντ μποπ σε μια πιο εκλεπτυσμένη, ατμοσφαιρική προσέγγιση, ενσωματώνοντας λάτιν στοιχεία και πλούσιες ενορχηστρώσεις πνευστών.

Το άλμπουμ The Phantom (1968) αποτελεί μια από τις πιο μυστηριώδεις και σαγηνευτικές στιγμές της προσωπικής του δισκογραφίας. Σε αυτόν τον δίσκο, ο Pearson απομακρύνεται από τις συμβατικές δομές των πενταμελών σχημάτων της εποχής και δημιουργεί έναν ήχο που σφύζει από εξωτισμό, χάρη στη χρήση δύο κιθαριστών (Jerry Moore και Al Gafa) και μιας ισχυρής ομάδας κρουστών. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που προαναγγέλλει την έλευση της σπιρίτσουαλ τζαζ και του φιούσιον, διατηρώντας όμως την κομψότητα που χαρακτήριζε πάντα τις παραγωγές του.

Η πρώτη επαφή έρχεται με το ομώνυμο "The Phantom", ένα δεκάλεπτο έπος που κυριαρχείται από ένα υπνωτικό, επαναλαμβανόμενο ριφ στο μπάσο και το πιάνο. Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή και τελετουργική, με το φλάουτο του Jerry Dodgion να αιωρείται πάνω από τα κρουστά, δημιουργώντας μια αίσθηση αστικού μυστηρίου. Στο "Blues for Africa", ο Pearson εξερευνά τις ρίζες του ρυθμού με μια πιο γήινη προσέγγιση, όπου οι κιθάρες πλέκουν περίπλοκα σχήματα που θυμίζουν αφρικανικά έγχορδα, ενώ το σόλο του στο πιάνο παραμένει υποδειγματικό στην οικονομία και τη φρασεολογία του.

Το κομμάτι "Say You're Mine" επαναφέρει τη λυρική πλευρά του δημιουργού, μια πανέμορφη μπαλάντα που αναδεικνύει την ικανότητα του Pearson να γράφει μελωδίες που μένουν αξέχαστες. Στο "The Moana Surf", ο ρυθμός γίνεται πιο ανάλαφρος και ηλιόλουστος, παραπέμποντας σε μια μπόσα νόβα αισθητική που ο Pearson πάντα αγαπούσε και ήξερε να χειρίζεται με δεξιοτεχνία. Το "Bunda Amerela" συνεχίζει σε λάτιν μονοπάτια, με τα κρουστά του Victor Pantoja και του "Potato" Valdez να δίνουν μια αυθεντική αίσθηση δρόμου στην ηχογράφηση. Το κλείσιμο με το "Los Malos Hombres" είναι μια δυναμική σύνθεση που επιτρέπει στα πνευστά να ξεσπάσουν, σφραγίζοντας έναν δίσκο που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στον εγκεφαλικό σχεδιασμό και το ένστικτο. Συνολικά, το The Phantom παραμένει μια κορυφαία κατάθεση ενός καλλιτέχνη που γνώριζε πώς να μεταμορφώνει το στούντιο σε έναν καμβά χρωμάτων και διαθέσεων, πριν η νόσος του Πάρκινσον ανακόψει πρόωρα τη δημιουργική του πορεία τη δεκαετία του '70.

«Από τα ποιό ώριμα καλλιτεχνικά έργα του Duke Pearson με ένα εκπληκτικό Bobby Hutcherson στο βιμπράφωνο, λάτιν κρουστά σε ένα μεταμποπ άλμπουμ με "διεγερτικές" διαθέσεις!»

- The Phantom -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Το απόλυτο σουίνγκ της Δυτικής Ακτής σε πλήρη άνθιση​

Curtis Counce - You Get More Bounce With Curtis Counce! (1957, Contemporary Records)
Τραγούδια: A1 Complete, A2 How Deep Is The Ocean, A3 Too Close For Comfort, A4 Mean To Me, B1 Stranger In Paradise, B2 Counceltation, B3 Big Foot

Ο Curtis Counce (1926–1963) υπήρξε ένας από τους πιο στιβαρούς και επιδραστικούς μπασίστες της τζαζ της Δυτικής Ακτής, ένας μουσικός που κατάφερε να αποδείξει ότι ο ήχος της Καλιφόρνιας μπορούσε να διαθέτει το ίδιο "νεύρο" και βάθος με εκείνον της Νέας Υόρκης. Γεννημένος στο Κάνσας Σίτι του Μιζούρι, ο Αμερικανός δεξιοτέχνης του κοντραμπάσου μεγάλωσε σε μια πόλη με τεράστια παράδοση στο μπλουζ και το σουίνγκ, στοιχεία που ενσωμάτωσε στο παίξιμό του. Μετά τη μετακόμισή του στο Λος Άντζελες το 1945, έγινε γρήγορα ένας από τους πιο περιζήτητους μουσικούς, συνεργαζόμενος με θρύλους όπως ο Lester Young, ο Benny Carter και ο Billy Eckstine. Η θητεία του στο πλευρό του Shorty Rogers και του Stan Kenton στις αρχές της δεκαετίας του '50 τον εδραίωσε ως κεντρική φιγούρα της σκηνής, όμως η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1956, όταν ίδρυσε το δικό του κουιντέτο. Με αυτό το σχήμα, ο Counce θέλησε να μπολιάσει την κομψότητα του Λος Άντζελες με τη σκληρή ενέργεια του χαρντ μποπ, μια προσπάθεια που κορυφώθηκε στη συνεργασία του με την Contemporary Records.

Το άλμπουμ You Get More Bounce With Curtis Counce! (1957) αποτελεί την επιτομή αυτής της προσέγγισης, παρουσιάζοντας ένα από τα πιο δεμένα και εκρηκτικά σύνολα της εποχής. Δίπλα στον Counce βρίσκονταν ο Jack Sheldon στην τρομπέτα, ο Harold Land στο τενόρο σαξόφωνο, ο Carl Perkins στο πιάνο και ο Frank Butler στα τύμπανα. Το άλμπουμ, με την αψεγάδιαστη παραγωγή του Lester Koenig, αναδεικνύει την ικανότητα του Counce να ηγείται "εκ των όπισθεν", προσφέροντας ένα ακλόνητο ρυθμικό θεμέλιο που επιτρέπει στους σολίστες του να λάμψουν.

Η ακρόαση ξεκινά με το εμβληματικό "Complete", μια σύνθεση που αναδεικνύει την απόλυτη χημεία του γκρουπ, με τον Counce να δίνει τον τόνο μέσα από ένα στιβαρό και γεμάτο αυτοπεποίθηση βάδισμα στο μπάσο. Στο "How Deep Is the Ocean?", το συγκρότημα προσφέρει μια λυρική αλλά ταυτόχρονα μυώδη ανάγνωση του κλασικού στάνταρντ, όπου ο σαξοφωνίστας Harold Land ξεχωρίζει για τον ζεστό και σκοτεινό του ήχο. Το κομμάτι "Too Close for Comfort" σφύζει από ενέργεια και σουίνγκ, με τον τρομπετίστα Jack Sheldon να παραδίδει ένα σόλο γεμάτο πνεύμα και τεχνική αρτιότητα, ενώ ο πιανίστας Carl Perkins χρησιμοποιεί τον ιδιαίτερο "λοξό" του τρόπο παιξίματος για να προσθέσει απρόσμενες γωνίες στη μελωδία.

Ξεχωριστό είναι το "Stranger in Paradise", όπου η διασκευή του Counce μετατρέπει τη γνωστή μελωδία σε ένα όχημα για εξεζητημένο χαρντ μποπ αυτοσχεδιασμό, αποφεύγοντας κάθε ίχνος συναισθηματισμού. Το "Counselation" και το "Mean to Me" επιβεβαιώνουν ότι η δύναμη αυτού του κουιντέτου βρισκόταν στην ισορροπία: κανένα όργανο δεν καπέλωνε το άλλο, με τον ντράμερ Frank Butler να προσφέρει μερικά από τα πιο μουσικά και δυναμικά γεμίσματα της περιόδου. Το άλμπουμ κλείνει με το "Angel Eyes", μια μπαλάντα όπου το μπάσο του Counce ακούγεται σχεδόν σαν δεύτερη φωνή, προσφέροντας μια αίσθηση βάθους και μελαγχολίας. Συνολικά, το You Get More Bounce With Curtis Counce! παραμένει ένας δίσκος-υπόδειγμα για το πώς το χαρντ μποπ μπορεί να είναι ταυτόχρονα εξεζητημένο και απόλυτα προσιτό. Ο Curtis Counce έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1963 από καρδιακή προσβολή, αφήνοντας πίσω του μια σύντομη αλλά λαμπρή δισκογραφία που συνεχίζει να θεωρείται το χρυσό πρότυπο για την τζαζ της Δυτικής Ακτής.

«Με είχε προσελκύσει το εξώφυλλο, αλλά τελικώς το αγόρασα για τον σαξοφωνίστα, Harold Land. Ένα χαμένο τζαζ διαμαντάκι της δυτικής ακτής, απολαυστικό όσο και το εξώφυλλό του...»

- Too Close For Comfort -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Φανκ ωμότητα και R&B δεξιοτεχνία χωρίς συμβιβασμούς​

Ike Turner & The Kings Of Rhythm ‎– A Black Man's Soul (1969, Pompeii Records)
Τραγούδια: A1 Thinking Black, A2 Black Beauty, A3 Ghetto Funk, A4 Blacks' Alley, A5 Black Angel, A6 Getting Nasty, B1 Funky Mule, B2 Philly Dog, B3 Scotty Souling, B4 Up Hard, B5 Nuttin' Up, B6 Freedom Sound

TurnerFoster.jpg

Ο Ike Turner (1931–2007) υπήρξε ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους αλλά αναμφισβήτητα ιδιοφυείς αρχιτέκτονες του σύγχρονου αμερικανικού ήχου, ένας άνθρωπος που γεφύρωσε το μπλουζ με το ροκ εντ ρολ και τη σόουλ. Γεννημένος στο Κλάρκσντεϊλ του Μισισιπή, ο Αμερικανός πιανίστας και κιθαρίστας ξεκίνησε την πορεία του ως παιδί-θαύμα στο πιάνο, μαθητεύοντας δίπλα στον Pinetop Perkins. Η καριέρα του εκτοξεύτηκε το 1951 όταν, ως ηγέτης των Kings of Rhythm, ηχογράφησε το "Rocket 88", το οποίο πολλοί ιστορικοί θεωρούν το πρώτο ροκ εντ ρολ τραγούδι. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, ο Turner λειτούργησε ως περιζήτητος κυνηγός ταλέντων και παραγωγός για εταιρείες όπως η Sun και η Modern, ανακαλύπτοντας καλλιτέχνες όπως ο B.B. King και ο Howlin' Wolf. Η συνάντησή του με την Anna Mae Bullock –τη μετέπειτα Tina Turner– οδήγησε στη δημιουργία του Ike & Tina Turner Revue, το οποίο κυριάρχησε στις σκηνές κατά τη δεκαετία του '60. Ωστόσο, πίσω από τη λάμψη των επιτυχιών, ο Ike παρέμενε ένας ανήσυχος μουσικός που αναζητούσε διαρκώς την εξέλιξη του ήχου του, κάτι που τον οδήγησε στο τέλος της δεκαετίας να ηχογραφήσει ένα σπάνιο προσωπικό δείγμα γραφής χωρίς τη συνοδεία της Tina.

Το άλμπουμ A Black Man's Soul (1969) αποτελεί μια ηχητική αποκάλυψη, καθώς παρουσιάζει τον Ike Turner σε έναν ρόλο που συχνά επισκιαζόταν: αυτόν του πρωτοπόρου του φανκ και του δεξιοτέχνη της ηλεκτρικής κιθάρας. Κυκλοφόρησε από την Pompeii Records σε μια εποχή που ο James Brown είχε ήδη θέσει τα θεμέλια του φανκ, όμως ο Turner προσφέρει μια πιο ωμή, "βρώμικη" και μπλουζ εκδοχή του είδους. Ο δίσκος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου οργανικός, επιτρέποντας στους Kings of Rhythm να επιδείξουν μια τρομακτική ρυθμική ακρίβεια, την ίδια στιγμή που ο Ike πειραματίζεται με παραμορφώσεις και κοφτά ριφ που θα ζήλευαν οι μετέπειτα ήρωες του χιπ-χοπ σάμπλινγκ.

Η απόλαυση ξεκινά με το καταιγιστικό "Thinking Black", ένα κομμάτι που ορίζει την αισθητική του δίσκου με το επίμονο γκρουβ του και τις εκρήξεις των πνευστών. Ο Ike χρησιμοποιεί την κιθάρα του με έναν τρόπο σχεδόν κρουστό, δημιουργώντας μια αίσθηση επείγοντος. Στο "Black Is Beautiful", ο ρυθμός γίνεται πιο αργός και βαρύς, αποπνέοντας μια περηφάνια και μια ένταση που ευθυγραμμίζεται με το κλίμα του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων της εποχής. Το "Ghetto Funk" είναι ένα μάθημα οικονομίας και ουσίας, όπου το μπάσο και τα τύμπανα δημιουργούν ένα αδιαπέραστο τείχος ήχου πάνω στο οποίο ο Turner κεντάει με μπλουζ φράσεις.

Αξιοπρόσεκτο είναι το "Getting Nasty", ένα κομμάτι που έγινε θρυλικό στους κύκλους των ντιτζέι για το απίστευτο πιάνο του, το οποίο συνδυάζει το μπούγκι-γούγκι με την ψυχεδέλεια. Το "Funky Mule" προσφέρει μια πιο "άγρια" πλευρά του συγκροτήματος, με τα πνευστά να ουρλιάζουν πάνω από έναν ρυθμό που σε αναγκάζει να κινηθείς, ενώ το "Philly Dog" αναδεικνύει την ικανότητα του Ike να αναδομεί γνωστά μοτίβα και να τους δίνει μια νέα, πιο σκοτεινή ενέργεια. Το άλμπουμ κλείνει με το "Grumbling", αφήνοντας τον ακροατή με την αίσθηση ότι μόλις παρακολούθησε μια ζωντανή ηχογράφηση σε ένα καπνισμένο κλαμπ του Σεντ Λούις. Συνολικά, το A Black Man's Soul είναι ένας δίσκος-σταθμός που αποδεικνύει ότι ο Ike Turner ήταν ένας από τους ελάχιστους που μπορούσαν να ελέγξουν το χάος και να το μετατρέψουν σε καθαρό, ακατέργαστο ρυθμό. Παρά τις σκοτεινές πτυχές της προσωπικής του ζωής, η μουσική του κατάθεση σε αυτόν τον δίσκο παραμένει αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής αξίας, προαναγγέλλοντας τις ηχητικές επαναστάσεις της επόμενης δεκαετίας.

«Ένας Ike πιο φανκ από ποτέ. Κιθάρα και πιάνο από τον ίδιο ενώ στο Gettin Nasty ακούγεται και ο Billy Preston

- Gettin Nasty -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.


Ο ορισμός της φάνκι όργκαν τζαζ που δονεί το δρόμο​

Ronnie Foster - The Two Headed Freap (1972, Blue Note)
Τραγούδια: A1 Chunky, A2 Drowning In The Sea Of Love, A3 The Two Headed Freap, A4 Summer Song, B1 Let's Stay Together, B2 Don't Knock My Love, B3 Mystic Brew, B4 Kentucky Fried Chicken

Ο Ronnie Foster, ένας από τους τελευταίους μεγάλους ανανεωτές του Hammond οργάνου στον κατάλογο της Blue Note, γεννήθηκε το 1950 στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης. Αμερικανός στην εθνικότητα, ο Foster ανήκει σε εκείνη τη γενιά μουσικών που, στα τέλη της δεκαετίας του '60 και τις αρχές της δεκαετίας του '70, κατάφεραν να μπολιάσουν την τζαζ παράδοση με τον επίκαιρο τότε ήχο της σόουλ και του φανκ. Ξεκίνησε την πορεία του με κλασικές σπουδές στο πιάνο, όμως η συνάντησή του με το Hammond B-3 υπήρξε καθοριστική, καθώς του επέτρεψε να διοχετεύσει την ρυθμική του ενέργεια σε ένα όργανο με απέραντες ηχητικές δυνατότητες. Η καριέρα του πήρε σημαντική ώθηση όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και άρχισε να συνεργάζεται με κορυφαίους καλλιτέχνες, με σημαντικότερο σταθμό τη συμμετοχή του στο εμβληματικό άλμπουμ Alive! του Grant Green το 1970. Αυτή η συνεργασία τράβηξε την προσοχή των ανθρώπων της Blue Note, οδηγώντας τον στο στούντιο για την ηχογράφηση του πρώτου του προσωπικού δίσκου.

Το άλμπουμ The Two Headed Freap (1972) αποτελεί ένα από τα πιο "φρέσκα" και ρυθμικά δείγματα του τζαζ-φανκ ιδιώματος, σηματοδοτώντας μια στροφή της ιστορικής εταιρείας προς πιο σύγχρονες, "γκρουβ-άτες" φόρμες που θα γίνονταν αργότερα το ιερό δισκοπότηρο των παραγωγών του χιπ-χοπ. Η παραγωγή του George Butler τοποθετεί τον Foster στο κέντρο ενός πανίσχυρου συνόλου, όπου συμμετέχουν ο Gene Bertoncini στην κιθάρα, ο George Duvivier στο μπάσο, ο Jimmy Johnson στα τύμπανα και οι Arthur Jenkins και George Devens στα κρουστά. Στα πνευστά, ο George Coleman στο τενόρο σαξόφωνο προσθέτει ένα απαραίτητο τζαζ βάρος, ενώ ο Wade Marcus επιμελείται τις πλούσιες και κομψές ενορχηστρώσεις.

Σημείο αναφοράς αποτελεί αναμφίβολα το θρυλικό "Mystic Brew", ένα κομμάτι που έγραψε ιστορία όταν χρησιμοποιήθηκε ως δείγμα από τους A Tribe Called Quest στο "Electric Relaxation". Εδώ, το παίξιμο του Foster είναι υποδειγματικά οικονομικό και ατμοσφαιρικό, με το όργανο να δημιουργεί μια υπνωτική αίσθηση που σε παρασύρει. Στο "Chunky", ο ρυθμός γίνεται πιο επιθετικός και φανκ, αναδεικνύοντας τη δύναμη του ρυθμ σεξιον και την ικανότητα του Foster να παράγει "βρώμικους" αλλά απόλυτα ελεγχόμενους ήχους από το Hammond. Η διασκευή του στο "Alfie" του Burt Bacharach αποτελεί μια από τις πιο όμορφες στιγμές του δίσκου, καθώς ο Foster καταφέρνει να διατηρήσει τη λυρικότητα της σύνθεσης προσθέτοντας μια απαλή σόουλ χροιά.

Το κομμάτι "The Two Headed Freap" είναι ένα ξέσπασμα ενέργειας που επιτρέπει στον George Coleman να ξεδιπλώσει τη δεξιοτεχνία του, ενώ ο Foster απαντά με σόλο που σφύζουν από ρυθμική εφευρετικότητα. Στο "Summer Song", η ατμόσφαιρα γίνεται πιο ηλιόλουστη και ανάλαφρη, ενώ η διασκευή στο "Let's Stay Together" του Al Green μετατρέπει την ποπ επιτυχία σε ένα τζαζ κομψοτέχνημα, όπου το όργανο αντικαθιστά τη φωνή με απίστευτη εκφραστικότητα. Το άλμπουμ κλείνει με το "Kentucky Fried Chicken", ένα κομμάτι που αποπνέει την αίσθηση του αμερικανικού Νότου, με το γκρουβ να είναι τόσο "παχύ" που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του. Συνολικά, το The Two Headed Freap παραμένει ένας δίσκος-σταθμός που αποδεικνύει ότι ο Ronnie Foster δεν ήταν απλώς ένας οργανοπαίκτης, αλλά ένας καλλιτέχνης που ήξερε να μεταφράζει το πνεύμα της εποχής του σε ήχο. Ο Foster παραμένει ενεργός μέχρι σήμερα, έχοντας πρόσφατα επιστρέψει στη Blue Note, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική αξία της μουσικής του πρότασης.

«Το υπερδραστήριο χάμοντ, όχι τόσο ορθόδοξο όσο του Jimmy Smith, δεν σε αφήνει να ησυχάσεις μέχρι να παραδοθείς ολοκληρωτικά στις "ορέξεις" του. Let's get funk...»

- The Two Headed Freap -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
David Ackles - David Ackles (1968)
Ο David Ackles, όχι και τόσο τυπικός τραγουδοποιός για τα δεδομένα της Αμερικής του '60. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στην Elektra και περιέχει το πιο γνωστό κομμάτι του, το The Road to Cairo. Φόλκ, έξυπνες ενορχηστρώσεις και κλίμα που μερικές στιγμές θυμίζει Tim Buckley.


Όμορφα...Γρηγορη που το βρίσκουμε το παραπάνω;;
 
Όμορφα...Γρηγορη που το βρίσκουμε το παραπάνω;;
Σπύρο, μια από τις τελευταίες επανεκδόσεις του, που μπορείς να αναζητήσεις, ήταν αυτή του 2002 από την Collectors' Choice Music, παραγωγής της Rhino.

DavidAcklesCDback.jpg

ΥΓ. Υπάρχει, βέβαια, και η εναλλακτική, να στο γράψω...
 
Ο Ike λόγω του "άστατου" χαρακτήρα του δεν έτυχε της αναγνώρισης που του άρμοζε. Ήταν μουσικός τιτάνας με τεράστια προσφορά και επιρροή. Μην ξεχνάμε ότι η σύνθεσή του, "Rocket 88", θεωρείται σαν ο πρώτος ροκ εν ρολ δίσκος...
 
Απάντηση: Re: Σαν ραδιόφωνο - Τζαζ και φολκ ακροβασίες...

Ο Ike λόγω του "άστατου" χαρακτήρα του δεν έτυχε της αναγνώρισης που του άρμοζε. Ήταν μουσικός τιτάνας με τεράστια προσφορά και επιρροή. Μην ξεχνάμε ότι η σύνθεσή του, "Rocket 88", θεωρείται σαν ο πρώτος ροκ εν ρολ δίσκος...

Το ειχα γραψει και παλαιοτερα,στο θρεντ με τα soul video,οτι δυστυχως ο Ike στο μυαλο των περισσοτερων θα μεινει σαν "αυτος που ξυλοφορτωνε την Τινα".
Πολυ μεγαλος μουσικος ο οποιος δεν εκατσε ποτε στ'αυγα του και ψαχτηκε με πολλα μουσικα ιδιωματα.Μπλουζ,φανκ,σοουλ,ψυχεδελια,ροκ,r'n'b τα παντα ολα..
 
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Κάποτε γράφθηκε εδώ μία πολύ όμορφη παρουσίαση για τον Marcus Belgrave, πολύ πριν κιόλας γίνει μόδα! Υπήρχαν εκεί αναφορές για την κολεκτίβα στην tribe records! Ο τίτλος με ώθησε να ποστάρω εδώ το moves του Doug Hammond (από τους πρωτεργάτες στην Tribe)., ακριβώς γιατί πιστεύω πως δεν υπάρχει κάτι πιο αντιπροσωπευτικό για αυτόν τον τίτλο (τζαζ- φολκ ακροβασία)