Ανά(σ)ταση! [The Butterfield Blues Band]

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,583
Αθήνα
Η ρυθμική βάση του μπλουζ παραπέμπει στα τραγούδια εργασίας (work songs) και αυτά στις αφρικάνικες ρίζες τους. Το αστικό περιβάλλον εξηλέκτρισε τα μπλουζ για να μπορούν να αντανακλούν τις νέες συνθήκες, όπου η ένταση "προκαλεί" την προσοχή και τη διεκδίκηση. Όμως η εξέλιξη δεν σταμάτησε, γιατί οι εκφραστικές ανάγκες, άρρηκτα συνδεδεμένες με την εποχή τους, συνεχώς διαφοροποιούνταν. Έτσι ο εμπλουτισμός με άλλα στοιχεία όπως ο αυτοσχεδιασμός, τα πνευστά κ.α. φαινόταν φυσική συνέπεια. Αυτό απαιτούσε ανήσυχους καλλιτέχνες που μπορούσαν να λάβουν τα μηνύματα αλλά και με ικανότητες για να μπορούν να τα εκφράσουν μουσικά.

PaulButterfield.jpg

Ο Paul Butterfield ήταν ένας καλλιτέχνης με όραμα για μια νέα μουσική, που απέρριπτε τα όρια που καθορίζονταν από τη δισκογραφική βιομηχανία και είναι ευτύχημα το γεγονός ότι δημιούργησε την μουσική του, στην εποχή του καλλιτεχνικού πειραματισμού. Μέχρι το 1967, ο Butterfield έχει ήδη αναπτύξει τη φωνή και το στυλ του στη φυσαρμόνικα, σε μια ενιαία έκφραση που ξεπερνά την απλή μίμηση των επιρροών του. Η πρόθεσή του ήταν να συμπεριλάβει τζαζ στοιχεία στη μουσική του. Πολλοί από τους μεταπολεμικούς παίκτες του Σικάγο μπλουζ το προσπάθησαν και σίγουρα δεν υπήρξε νέα ιδέα. Αλλά η απόπειρα του Butterfield είχε μια ποικιλία από στοιχεία που είναι διαφορετικά, για παράδειγμα, από αυτά του Little Walter. Όπως ο Walter, είχε το ταλέντο, τις ικανότητες και τη φιλοδοξία, αλλά είχε επίσης μια ευρύτερη κατανόηση των διαφόρων ειδών της μουσικής. Είχε ακόμα ένα μεγάλο δεκτικό ακροατήριο, καθώς και την μοναδική ικανότητα να αναγνωρίζει τα ταλέντα και στη συνέχεια να τα αξιοποιεί, για το δικό του καλλιτεχνικό όφελος.

Ο Paul ίδρυσε την πρώτη του μπάντα το 1963 στο Σικάγο. Ήταν γιος ενός δικηγόρου και ο Elvin Bishop ήταν φοιτητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, όπου τον συνάντησε o Paul. Και οι δύο άρχισαν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μουσική και συνεργάστηκαν με τον Jerome Arnold και τον Sam Lay, που έπαιζαν με τον Howlin' Wolf, καθώς επίσης και με τον άλλο από το Σικάγο, Nick Gravenites. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Mike Bloomfield επίσης από το Σικάγο, ένα φαινόμενο στην μπλουζ κιθάρα, θα γίνει μέλος της μπάντας. Στο ξεκίνημά τους, έγιναν η "σπιτική" μπάντα του Big John, ενός κλαμπ στη βόρεια πλευρά του Σικάγου, πριν ακόμη ο Mike Bloomfield ή ο Paul Butterfield ήταν σε νόμιμη ηλικία για να πιουν. Η σύνθεση της μπάντας τους ήταν διαφυλετική, πριν την εμφάνιση του Sly and the Family Stone. Το ομότιτλο LP τους, The Paul Butterfield Blues Band, του 1965 υπήρξε ιστορικό και αποτέλεσε ένα από τα πρώτα μπλουζ άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν στην Αμερική με λευκό τραγουδιστή, λίγα χρόνια πριν το βρετανικό μπλουζ κίνημα. Στο επόμενο East-West του 1966, υπήρχε και το φερώνυμο 13λεπτο τζαμάρισμα, που βασίστηκε σε ινδικές τονικότητες και τζαζ αυτοσχεδιασμούς... όχι ακριβώς μπλουζ, αλλά σίγουρα ένας πρόδρομος για παρόμοια αυτοσχεδιαστική ροκ μουσική που ολοκληρώθηκε αργότερα από μπάντες σαν τους Allman Brothers και Grateful Dead.

PBBBEastWest.jpg
 
  • Love
Reactions: #@george@#
PBBB.jpg

Ο Butterfield συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Elvin Bishop στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο Bishop θυμάται την πρώτη του συνάντηση με τον Paul: «Μια μέρα περπατούσα στη γειτονιά και είδα έναν τύπο να κάθεται σε μια βεράντα πίνοντας ένα λίτρο μπίρας - οι λευκοί που ενδιαφέρθηκαν για το μπλουζ ήταν ελάχιστοι και διασκορπισμένοι. Αλλά αυτός τραγουδούσε κάποια μπλουζ και μάλιστα καλά. Ήταν ο Butterfield. Αλληλοεκτιμηθήκαμε γρήγορα και αρχίσαμε να παίζουμε σε γιορτές στη γειτονιά, ξέρετε, απλά ακουστικά. Έπαιζε κιθάρα περισσότερο από φυσαρμόνικα, όταν τον πρωτογνώρισα. Αλλά σε περίπου έξι μήνες, σοβαρεύτηκε με την φυσαρμόνικα και φαινόταν σαν να ήξερε από παλιά. Ήταν απλά μια φυσική ιδιοφυΐα. Και αυτό ήταν το 1960 ή το 1961».

BBB.gif

Ο Butterfield και ο Bishop άρχισαν μαζί να περιφέρονται, σε τακτική βάση στα μπλουζ κλαμπ, ακούγοντας και μερικές φορές πλαισιώνοντας μπλουζίστες όπως τους Otis Rush, Magic Sam, Howlin' Wolf, Junior Wells και Muddy Waters. Συχνά ήταν ο μόνοι λευκοί σ' αυτούς τους χώρους, αλλά λόγω των μουσικών τους ικανοτήτων καθώς και της προφανούς αγάπης για τα μπλουζ, έγιναν δεκτοί και έτυχαν προστασίας, ιδίως από τον Muddy Waters. Αργότερα, όταν ο Butterfield είχε το δικό του γκρουπ, ανέπτυξε το προσωπικό του ήχο με την μπλουζ φυσαρμόνικα και βέβαια είχε να "ανταγωνιστεί" δύο ταλαντούχους ηλεκτρικούς ληντ κιθαρίστες. O Paul έπαιζε ανάποδα φυσαρμόνικα, Hohner "Marine Band" και χρησιμοποιούσε ένα φορητό μικρόφωνο συνδεδεμένο με τουλάχιστον ένα και συχνά περισσότερους ενισχυτές, που στη συνέχεια ενισχυόταν μέσω του συστήματος PA του συναυλιακού χώρου. Ο ήχος που προέκυπτε ήταν δυνατός και μπροστά... και όχι μόνο λόγω της υψηλής έντασης της κιθάρας του Bloomfield ή του Bishop.

Ο Bloomfield άφησε την μπάντα το 1967 για να σχηματίσει τους Electric Flag με τον Nick Gravenites. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με τον Al Kooper στο άλμπουμ Super Session. Αν και ευρέως αναγνωρισμένος σαν αυθεντία ποτέ δεν γνώρισε επιτυχία και αγωνίστηκε χρόνια με την κατάθλιψη, το αλκοόλ και τις ουσίες. Ο Paul Butterfield, όπως ο Bloomfield, είχε τους δικούς του δαίμονες. Πέθανε στο Λος Άντζελες το 1987 από επιπλοκές, από ένα διάτρητο έντερο και περιτονίτιδα, αλλά πραγματικά ήταν το ποτό και η ηρωίνη που τον σκότωσε.

PBBB-2.jpg
 

Διπλός μπελάς!​

The Butterfield Blues Band - The Resurrection Of Pigboy Crabshaw (Ιανουάριος 1968, Elektra)

TheResurrectionOfPigboyCrabshaw.jpg

Τραγούδια: A1 One More Heartache (Robinson, White, Moore, Rogers, Tarplin) - 3:20, A2 Driftin' And Driftin' (Brown, Moore, Williams) - 9:09, A3 Pity The Fool (D. Malone) - 6:00, A4 Born Under A Bad Sign (B. T. Jones, W. Bell) - 4:10, B1 Run Out Of Time (Butterfield, Peterson, Dinwiddie) - 2:59, B2 Double Trouble (Otis Rush) - 5:38, B3 Drivin' Wheel (R. Sykes) - 5:34, B4 Droppin' Out (Butterfield, Zimmerman) - 2:16, B5 Tollin' Bells (W. Dixon) - 5:23
Μουσικοί: Paul Butterfield (φυσαρμόνικα, φωνητικά), Elvin Bishop (κιθάρα), Mark Naftalin (πλήκτρα), Bugsy Maugh (μπάσο & φωνητικά: B3), Phil Wilson (τύμπανα), Gene Dinwiddie (τενόρο σαξόφωνο), Dave Sanborne (άλτο σαξόφωνο), Keith Johnson (τρομπέτα)
Καλλιτεχνική Διεύθυνση / Εικονογράφηση εξωφύλλου: William S. Harvey / Kim Whitesides
Παραγωγή / Μηχανικός: John Court / Ray Hagerty

BBB.jpg

Το άλμπουμ, The Resurrection Of Pigboy Crabshaw, που κυκλοφόρησε το 1968 από την Elektra Records, αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και μεταβατικά ορόσημα στην ιστορία του λευκού ηλεκτρικού μπλουζ. Σηματοδοτεί την αποχώρηση του θρυλικού κιθαρίστα Mike Bloomfield και την ανάληψη του καθήκοντος της πρώτης κιθάρας από τον Elvin Bishop (1942), του οποίου το παρατσούκλι (Pigboy Crabshaw) έδωσε τον τίτλο στον δίσκο. Η απουσία του Bloomfield, παρά το τεράστιο εκτόπισμά του, δεν πτόησε τον Paul Butterfield (1942-1987)· αντιθέτως, λειτούργησε ως καταλύτης για μια τολμηρή μουσική κατεύθυνση. Ο ήχος της μπάντας μετατοπίστηκε από το αυστηρό, ωμό Σικάγο μπλουζ προς έναν πιο γεμάτο, ψυχωμένο και ρυθμ-εντ-μπλουζ προσανατολισμό. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της ανανέωσης ήταν η προσθήκη ενός εκπληκτικού τμήματος πνευστών.

Βασικός πυρήνας της σύνθεσης ήταν ο ίδιος ο Paul Butterfield, ο οποίος πέρα από τη στιβαρή φωνή του, παραδίδει μερικές από τις πιο εμβληματικές ερμηνείες του στη φυσαρμόνικα, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως πρωτοπόρος του είδους. Στην κιθάρα, ο Elvin Bishop αφήνει το δικό του μοναδικό αποτύπωμα, με έναν ήχο πιο γήινο και ρυθμικό σε σχέση με τον προκάτοχό του, γεμίζοντας τα κομμάτια με ουσιαστικά, μεστά σόλο. Σημαντική ήταν η συμβολή του Mark Naftalin (1944) στο πιάνο και το ηλεκτρικό όργανο, ο οποίος έδωσε βάθος και μια τζάζι ατμόσφαιρα στις συνθέσεις, δένοντας αρμονικά με τη ρυθμική βάση του μπασίστα Bugsy Maugh (1942-2015) και του ντράμερ Phil Wilson (1941-1992). Η προσθήκη των πνευστών αποτέλεσε κομβικό σημείο, με τον Gene Dinwiddie (1936-2002) στο τενόρο σαξόφωνο, τον Keith Johnson (1940-2021) στην τρομπέτα και τον τότε νεαρό David Sanborn (1945-2024) στο άλτο σαξόφωνο, ο οποίος αργότερα θα εξελισσόταν σε θρυλικό μουσικό της ποπ-τζαζ.

BBB_Ad.jpg
- 1967: (Α-Δ) Gene Dinwiddie, Paul Butterfield, Keith Johnson, Elvin Bishop, Mark Naftalin (εμπρός) Philip Wilson, Bugsy Maugh, και David Sanborn
- καταχώρηση στο Cash Box, τον Μάρτιο του 1968​

Το άλμπουμ ξεκινά δυναμικά με το "One More Heartache", μια διασκευή στο κλασικό κομμάτι που πρωτοερμήνευσε ο Marvin Gaye. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα μπλουζ-ροκ ραδιοφωνικού ύφους, όπου η σπουδαία φυσαρμόνικα του Butterfield συναντά τα εκρηκτικά πνευστά, δημιουργώντας έναν ακαταμάχητο ρυθμό. Ακολουθεί το επικό στάνταρντ "Driftin' And Driftin'", ένα αργόσυρτο και εσωτερικό μπλουζ που ξεπερνά τα εννέα λεπτά. Εδώ το κομμάτι απλώνεται, δίνοντας τον χώρο στα πνευστά να αναδείξουν μια θρηνητική διάθεση, συμπεριλαμβανομένου ενός καθοριστικού και συναισθηματικού σόλο από τον David Sanbornστο άλτο σαξόφωνο, το οποίο ξεχειλίζει από πάθος και τεχνική αρτιότητα, δείχνοντας το μέλλον της σύγχρονης τζαζ-φιούσιον.

Στο "Pity The Fool", μια κλασική επιτυχία του Bobby Bland, η μπάντα βουτά βαθιά στη μπλουζ-σόουλ αισθητική. Η ερμηνεία του Butterfield είναι γεμάτη δραματικότητα και συναισθηματικό βάρος, ενώ τα πνευστά και το όργανο του Naftalin χτίζουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ιδανική για να αναδειχθεί η απόγνωση των στίχων. Την ίδια εποχή που το έκαναν και οι Cream με έναν πιο σκληρό ροκ τρόπο, η μπάντα διασκευάζει το γραμμένο από τους William Bell και Booker T. Jones για τον Albert King, "Born Under A Bad Sign", με μια εντελώς φρέσκια, ρυθμική ματιά. Εδώ επιλέγει να διατηρήσει το αυθεντικό φανκ-μπλουζ γκρουβ, με τον Elvin Bishop να παραδίδει κοφτά, γλυκά ριφ που συμπληρώνουν άψογα τις παρεμβάσεις των πνευστών.

Ο Butterfield έγραψε το "Run Out Of Time", που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά, στο Woodstock με τη σύζυγό του Kathy και τον Dinwiddie. Είναι μια πιο παιχνιδιάρικη και γρήγορη ρυθμ-εντ-μπλουζ στιγμή, όπου το πάθος των πνευστών συναντά το ρυθμικό μπάσο, προσφέροντας μια ανάλαφρα χορευτική νότα. Η επιστροφή στις σκοτεινές μπλουζ ρίζες του Σικάγο γίνεται με το "Double Trouble", ένα τραγούδι του Otis Rush που βασίζεται σε αργούς ρυθμούς. Η παρουσία της κιθάρας του Elvin Bishop είναι έντονη καθώς "κλαίει" στο παρασκήνιο, ενώ η ρυθμική βάση κρατά το τέμπο με απόλυτη ακρίβεια.

«Έι έι, για να τα καταφέρεις πρέπει να προσπαθήσεις / Μωρό μου, αυτό δεν είναι ψέμα / Κάποιοι από αυτή τη γενιά είναι εκατομμυριούχοι / Κι εγώ δεν έχω καν υποφερτά ρούχα να φορέσω / Γελάστε μαζί μου έτσι που περπατώ / Και δεν έχω πού να πάω / Η κακοτυχία και οι μπελάδες με κυρίευσαν / Δεν έχω δεκάρα τσακιστή για να δείξω ... » - Double Trouble

Στη συνέχεια, το "Drivin' Wheel" (σε σύνθεση Roosevelt Sykes) είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου· ένας εξαιρετικός συνδυασμός μπλουζ και σόουλ που λειτουργεί ως ιδανικό όχημα για την ανάδειξη των φωνητικών του Bugsy Maugh και του στιβαρού του μπάσου, υποστηριζόμενα από τις ζωηρές τρομπέτες και τα σαξόφωνα. Στο "Droppin' Out", γραμμένο από τον Butterfield και τον Νεοϋορκέζο τραγουδοποιό Tucker Zimmerman, το γκρουβ των τυμπάνων του Wilson και η ταχύτητα της φυσαρμόνικας κλέβουν την παράσταση σε ένα μικρό, γεμάτο ενέργεια κομμάτι. Ο δίσκος ολοκληρώνεται ιδανικά με το παραδοσιακό στάνταρντ "Tollin' Bells", ένα ελαφρώς ψυχεδελικό κομμάτι, κάτι σαν πένθιμο εμβατήριο, όπου τα αργά και γεμάτα αντήχηση πλήκτρα του Mark Naftalin, οι κιθαριστικές πινελιές του Bishop και η συγκλονιστική φυσαρμόνικα του Butterfield δημιουργούν ένα καθηλωτικό και μυστηριακό κλίμα.

«Μου αρέσει το Crabshaw για έναν μόνο λόγο. Εμείς απλά βρεθήκαμε και παίξαμε, δεν κάναμε ετεροχρονισμένες προσθήκες ήχου (over-dubbing). Παίξαμε εντελώς ζωντανά. Αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να ηχογραφείται η μουσική και όχι να χρησιμοποιούνται κόλπα...» - Paul Butterfield

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται και στην κριτική του AllMusic, πρόκειται πιθανότατα για το καλύτερο μονό άλμπουμ αυτής της χρονικής περιόδου και συνάμα ένα από τα πιο υποτιμημένα της δισκογραφίας του Butterfield. Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι ζωγραφισμένο σε τεχνοτροπία ψυχεδελικού παστίς, με έντονες επιρροές από το κίνημα "φλάουερ πάουερ" της δεκαετίας του '60. Το εικαστικό δημιουργήθηκε από τον εικονογράφο Kim Whitesides, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του William S. Harvey.

Το The Resurrection of Pigboy Crabshaw, έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ποπ και ροκ μουσικής της δεκαετίας του 1960, όσο το A Long Time Comin' των Electric Flag και το Child Is Father To The Man των Blood, Sweat & Tears, στα τέλη του '67 και τις αρχές του '68. Το άλμπουμ άλλαξε την κατεύθυνση της σκηνής, καθώς ενέπνευσε και άλλες ροκ μπάντες να προσθέσουν πνευστά, να χρησιμοποιήσουν ρυθμ-εντ-μπλουζ υλικό και ενθάρρυνε την ενσωμάτωση στοιχείων τζαζ στη μουσική τους.

Αυτή η τολμηρή στροφή στην καριέρα των Paul Butterfield Blues Band άνοιξε την πόρτα για τη μετέπειτα ιστορική τους εμφάνιση στο Woodstock και καθόρισε τον ήχο τους για τα επόμενα χρόνια. Το άλμπουμ κατάφερε να γεφυρώσει τον ωμό ρεαλισμό του αμερικανικού Νότου με την κοσμογονία της ψυχεδελικής κουλτούρας. Για όσους αναζητούν την ακριβή στιγμή που το λευκό ηλεκτρικό μπλουζ ενηλικιώθηκε, απέβαλε τις παρωπίδες του και αγκαλιάστηκε με τη μαύρη σόουλ, η απάντηση θα βρίσκεται πάντα κρυμμένη πίσω από αυτό το πολύχρωμο, ψυχεδελικό εξώφυλλο.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia, paulbutterfield.blogspot.com, Michael G. Nastos)

Fillmore67Winterland68.jpg
 
  • Love
Reactions: #@george@#
- The Paul Butterfield Blues Band · One More Headache -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

- The Paul Butterfield Blues Band · Run out of Time -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

- The Paul Butterfield Blues Band · Double Trouble -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Τι να πεις; μετά από τόσα χρόνια και αναρίθμητες ακροάσεις, παραμένουν για μένα κάτι παραπάνω από συγκινητικά, απλά απίστευτα συγκλονιστικά!
 
  • Love
Reactions: #@george@#
Γρήγορη εξαιρετική παρουσίαση και ψαγμένη όπως πάντα...Καλή συνέχεια.
 
Πραγματικά ειλικρινής και αυθόρμητη μουσική. Καταλαβαινεις οτι οι δημιουργοι αισθάνονται τα κομμάτια πριν "τα γραψουν" και οχι οτι ψάχνουν τι να γραψουν για να γραψουν.
Σημερα μετα τους τα μπαραζ πυροβολικου της Χεβυ Μεταλ οπου οι κιθαριστες ανεβοκατεβάζουν τις ταστιέρες λες και παιζουν Παγκανινι, ισως μερικοι απο τους νέους δεν μπορουν κα διανοηθουν ποσο κατακλυσμικός και καινοτόμος ηταν ο ηχος αυτός.

Οπως αναφερθηκε ο Al Kooper - o οποιος ειναι καλλιτεχνης "συνδετικός κρικος" και αν θυμαμαι καλά το super session ειναι απο τους πολυ αγαπημενους δισκους του grio -
να κάνω και εγω ενα συνδεσμο... με ένα αλλο γκρουπ αλλα αυτη την φορά απο το Greenwich Village, NY : Τους Blues Project.

Κανω αυτη την αναφορά γιατι μου ερχεται σαν συνειρμός...απο τότε...οταν εβγαζα δισκους να παιξω κατεβαζα Paul Butterfield και ταυτοχρονα Blues Project.
Kαι μετά επακολουθουσαν μαγικές για μενα στιγμές και πιστευω για κάθε ακροατη.

Συστηνω αυτα τα ακουσματα στους νεότερους για μια ωμη ανάγνωση του λήμματος "αυθεντικότητα".

Εξαιρετικη αφιέρωση οπως πάντα, δεν ειναι ανάγκη να επαναλαμβανόμαστε...συν το μπόνους, το λινκ που με έκανε να ανακαλυψω το νημα για το Αγγλικό Blues η Rythm n' Blues ( αν και ο τελευταιος όρος εχει εκφυλιστει τελευταια με μια τετοια γκαμα καταναλωτικων προϊοντων που χανει η μανα το παιδι )

Κατι τελευταιο, ο ειρμός που με οδηγει να ακουω απο ενα δισκο σε άλλο, οσον αφορά αυτους του καλλιτεχνες, Butterfield, Kooper, Electric Flag, δεν με οδηγει να ακουσω τους Βρετανούς μπλουsιστες, λες και ενα φραγμα, (υδατινο ; ) εμποδιζει την αισθητικη η ψυχολογικη μου προσεγγιση, και ισως να ειναι ο Ατλαντικός ; Δεν ξέρω...ισως...

Πραγματική Rock & Roll εγκυκλοπαιδεια o χωρος. Μπραβο.
 
Elvin Bishop και Mike Bloomfield.....

θεριά....

trivia: (το 1977 έγραψα το πρώτο μου τραγούδι -όντως τραγούδι λόγω συμμετοχής σε ένα ...διαγωνισμό)- Ενα βασικό θέμα γράφτηκε έχοντας στο μυαλό μου το σόλο του Bishop στο fooled around and fell in love-μεταγενέστερο βέβαια, αλλά....είπαμε:trivia)
 
  • Love
Reactions: #@george@#
trivia: το 1977 έγραψα το πρώτο μου τραγούδι -όντως τραγούδι..................αλλά....είπαμε:trivia)

Τα trivia ειναι καλά, ολο το νοημα της ζωής, αλλα και τα τετραvia (η quadrivia) ακόμα καλυτερα. :drummer: :BDGBGDB55:

Για πες, αυτο που συνεθεσες, εμπνευσμένο απο Bishop, το βρισκουμε πουθενα ; Εχει και στιχους ;
 
Ο.Τ. >>> βασικά είναι ένα μικρό σόλο λίγων μέτρων, γέφυρα μεταξύ δυό μερών. Το κομμάτι είναι κάτι μεταξύ rock και jazz-fusion με ...ποπ σχεδόν στίχους (λόγω απαιτήσεων του διαγωνισμού). Αυτή την περίοδο κάνω μια γενική σύγχρονη αναπαλαίωση κομματιών της νιότης αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι παλιές ηχογραφήσεις είναι...σχεδόν χάλια ηχοληπτικά. Αν ποτέ ολοκληρωθεί....<<<Ο.Τ.

υ.γ. το avatar σου με τρομάζει...
 
υ.γ. το avatar σου με τρομάζει...

Δεν εισαι σινεφιλ ? :grandpa: Δεν θυμασια το τραγουδακι "Κι αν ειμαι Rock, μη με φοβασαι"...Ε ο Rock ειναι.

υ.γ.Μαλλον δεν ειδες ακομα το San Andreas :Banane0:
 
Bεβαια πλακα κανω, το τραγουδι του Παπακωνσταντινου δεν ειχε καμμια σχεση με τον κατσερ, και πλεον ηθοποιό, The Rock.
 
Εψαξα να θυμηθώ πως "έχασα" αυτόν το δίσκο την εποχή εκείνη, απο τη στιγμή που τα δύο πρώτα τους τα είχα "σκάψει" κυριολεκτικά.
Το θυμήθηκα.
Ήμουν στο τσακ να τον αγοράσω κι αυτόν, όταν έλαβα την αποθάρρυνση του στυλ: "μπορεί να ήρθαν τα πνευστά, αλλά λείπει ο Bloomfield ή κάτι τέτοιο. Ε, καί;
Εντάξει, κάποιες φορές δεν μπορείς να εξηγήσεις τις αποφάσεις σου.
Η ουσία είναι πως δεν τον πήρα ποτέ και τον άκουσα ολόκληρο, μόνον όταν ξανασυναντηθήκαμε με τον Γρηγόρη πριν απο μερικά χρόνια.
Προφανώς και είναι ένας σπουδαίος δίσκος.

Προσωπικά τρέφω τεράστια εκτίμηση στον Butterfield.
Η γνωριμία μαζί του συνέπεσε χρονικά με εκείνη των John Hammond και John Mayall. Για να είμαι ακριβής προηγήθηκε το Big City Blues, ακολούθησε το Bluesbrakers και αμέσως μετά το East-West.

Πίστευα τότε πως απο άποψη καθαρά των φωνητικών,αν εξαιρέσουμε την ιδιόμορφη προσέγγιση του Βρετανού στο blues ιδίωμα, θεωρούσα πως ο Νεοϋορκέζος το υποδυόταν αρκετά εως πολύ πειστικά, αλλά του Paul του προέκυπτε εντελώς απλά και πολύ φυσικά, ως μέρος της καθημερινότητας του στο Chicago. Παραδέχομαι, πως τις φορές που προσπάθησα κι εγώ να κοπιάρω, τον Butterfield είχα οδηγό.
Και αν αυτό συνέβαινε με τη φωνή, δεν μπόρεσα ποτέ (ή μάλλον δεν προσπάθησα σκληρά) να κάνω στο ελάχιστο το ίδιο και με την τεχνική του στη φυσαρμόνικα. Ισως αν είχα τότε το CD/βιβλίο του (που όμως κυκλοφόρησε πολλά χρόνια αργότερα, το 1997), να ήταν διαφορετικά. :cool:

harp.jpg

Είναι γεγονός πως η τεχνική του στο "ταπεινό" αυτό όργανο, ήταν φοβερή και ήταν απόρροια της μεγάλης του ενασχόλησης αλλά και της μελέτης των τεχνικών των "δασκάλων" του είδους. Ενα ερώτημα που πάντα υπήρχε, είναι αν συντέλεσε τεχνικά ο ίδιος στην εξέλιξη του παιξίματος της blues φυσαρμόνικας ή αρκέστηκε στο να αντιγράψει απλά όσο καλύτερα γινόταν τις "πηγές" του...

Στο διαδίκτυο υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία με τίτλο Paul Butterfield: Imitator or Innovator? όπου σύμφωνα με τον συγγραφέα "This study examines the issues surrounding Paul Butterfield and the way in which he played blues harmonica within his compositions"
Είναι λίγο ζόρικη και θέλει υπομονή, αλλά αξίζει να διαβαστεί αφού δίνει τη δική της απάντηση στο παραπάνω ερώτημα

Στον παρουσιαζόμενο δίσκο πάντως, παρατήρησα μια διαφοροποίηση στη χροιά της φυσαρμόνικας, που ακούγεται πιο "φυσική" σε σχέση με την "ηλεκτρική" εκδοχή της στα δύο πρώτα άλμπουμ του group, τεχνική που έχει περιγράψει ο Γρηγόρης παραπάνω (μικρόφωνο-> ενισχυτής-> μικρόφωνο ->κονσόλα)

Υ.Γ. Απο την παρουσίαση επίσης μαθαίνω, ότι έπαιζε τη φυσαρμόνικα κρατώντας την "ανάποδα"!
Θενκς Γκρέγκ!
 
  • Like
Reactions: #@george@#
Ειναι καλος.
Παραδόξως μου αρεσαν ακομα περισσότερο οι δυο επόμενοι δισκοι με λιγότερο γνωστους κιθαριστες αλλα με κατα τη γνωμη μου πολυ πιο καλοδουλεμενα πνευστά
 
Last edited by a moderator:
  • Like
Reactions: #@george@#

Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα...​

Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν μ' αγαπάς πια
Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν μ' αγαπάς πια
Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν με θέλεις πια

Φύγετε από τα μάτια μου, δάκρυα
Πρέπει να δω πού πηγαίνω
Φύγετε από τα μάτια μου, δάκρυα
Πρέπει να δω πού πηγαίνω
Φύγετε από τα μάτια μου, δάκρυα
Έχω πληγές στην καρδιά με το κιλό

Φύγε από τον δρόμο μου, γυναίκα
Πρέπει να προχωρήσω ολομόναχος
Φύγε από τον δρόμο μου, γυναίκα
Πρέπει να προχωρήσω ολομόναχος
Φύγε από τον δρόμο μου, γυναίκα
Πρέπει να προχωρήσω ολομόναχος

Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν μ' αγαπάς πια
Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν μ' αγαπάς πια
Φύγε από τη ζωή μου, γυναίκα
Δεν με θέλεις πια, έι!

Πάμε σπίτι τώρα
- Get Out Of My Life, Woman (A. Toussaint)
- Get Out of My Life, Woman · The Paul Butterfield Blues Band -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Η Ηλεκτρική Επανάσταση και το Έπος του East-West​

The Butterfield Blues Band - East-West (Αύγουστος 1966, Elektra)

EastWest.jpg

Τραγούδια: A1 Walkin' Blues (Robert Johnson) - 3:15, A2 Get Out Of My Life, Woman (A. Toussaint) - 3:13, A3 I Got A Mind To Give Up Living (Nat Adderley) - 4:57, A4 All These Blues (Nat Adderley) - 2:18, A5 Work Song (N. Adderly, Oscar Brown Jr.) - 7:53, B1 Mary, Mary (Michael Nesmith) - 2:48, B2 Two Trains Running (Muddy Waters) - 3:50, B3 Never Say No (Percy Mayfield) - 2:57, B4 East-West (M. Bloomfield, N. Gravenites) - 13:10
Μουσικοί: Paul Butterfield (φυσαρμόνικα, φωνητικά), Mike Bloomfield (κιθάρα), Elvin Bishop (κιθάρα, φωνητικά: B3), Mark Naftalin (πλήκτρα), Jerome Arnold (μπάσο), Billy Davenport (τύμπανα)
Παραγωγή / Μηχανικός: Paul Rothchild (A1 έως A5, B2 έως B4), Mark Abramson (A1 έως A5, B2 έως B4) / Ron Malo (Chess Studios)


Η γέννηση και η σύντομη, εκρηκτική πορεία των The Paul Butterfield Blues Band με τον Mike Bloomfield καθόρισε την εξέλιξη του αμερικάνικου ηλεκτρικού μπλουζ και της ψυχεδέλειας στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η μπάντα σχηματίστηκε στο Σικάγο το 1963, αποτελούμενη από μια σπάνια για την εποχή φυλετικά μεικτή σύνθεση, που γεφύρωσε τον αυθεντικό ήχο της Νότιας Πλευράς/South Side με το νεανικό ροκ κοινό.

Ο ηγέτης και τραγουδιστής Paul Butterfield γεννήθηκε στο Σικάγο το 1942 και απεβίωσε στο Λος Άντζελες το 1987. Αναγνωρίστηκε ως ένας από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες της φυσαρμόνικας. Ο Mike Bloomfield, ο εμβληματικός εβραϊκής καταγωγής κιθαρίστας της μπάντας, γεννήθηκε επίσης στο Σικάγο το 1943 και πέθανε στο Σαν Φρανσίσκο το 1981 από υπερβολική δόση, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια κληρονομιά ως ο πρώτος μεγάλος λευκός "ήρωας της κιθάρας" των μπλουζ. Μαζί τους, ο κιθαρίστας Elvin Bishop, γεννημένος στην Καλιφόρνια το 1942, ανέπτυξε έναν εξαιρετικό διάλογο με την κιθάρα του Bloomfield. Ο Αφροαμερικανός μπασίστας Jerome Arnold, γεννημένος στο Μισισίπι το 1936, και ο Αφροαμερικανός ντράμερ Sam Lay, γεννημένος στην Αλαμπάμα το 1935 (απεβίωσε το 2021), αποτελούσαν το στιβαρό ρυθμικό τμήμα που προερχόταν απευθείας από την μπάντα του Howlin' Wolf. Στα πλήκτρα προστέθηκε ο Mark Naftalin, γεννημένος στη Μινεάπολη το 1944, προσφέροντας πλούσιες υφές με το πιάνο και το όργανό του. Στο δεύτερο άλμπουμ, τη θέση των ντραμς ανέλαβε ο Αφροαμερικανός Billy Davenport, γεννημένος στο Σικάγο το 1931 (απεβίωσε το 2003), του οποίου το τζαζ υπόβαθρο άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό του γκρουπ.

Μέχρι το 1966, η μπάντα είχε ήδη ταράξει τα νερά της αμερικανικής σκηνής. Αφού κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους στην Elektra Records το 1965, έγιναν η αιχμή του δόρατος για την αναβίωση των μπλουζ. Σημείο-σταθμός στην καριέρα τους ήταν η συμμετοχή τους στο Newport Folk Festival το 1965, όπου όχι μόνο εντυπωσίασαν με το δικό τους ηλεκτρικό σετ, αλλά αποτέλεσαν και την μπάντα που συνόδευσε τον Bob Dylan στην ιστορική, αμφιλεγόμενη "ηλεκτρική" του μετάβαση. Με την επιστροφή τους στο στούντιο για το επόμενο βήμα, η χημεία τους είχε ωριμάσει, οδηγώντας στην κυκλοφορία του μνημειώδους East-West τον Αύγουστο του 1966.

Το άλμπουμ ανοίγει δυναμικά με το "Walkin' Blues". Πρόκειται για μια μυώδη, ηλεκτρική ανάγνωση του κλασικού θέματος του Robert Johnson, όπου η φυσαρμόνικα του Paul Butterfield και τα κοφτερά ριφ του Mike Bloomfield δίνουν το στίγμα της ανανεωμένης προσέγγισης της μπάντας στο παραδοσιακό Δέλτα μπλουζ. Ακολουθεί το "Get Out Of My Life, Woman" του Allen Toussaint, όπου το σχήμα φλερτάρει ανοιχτά με τη σόουλ της Νέας Ορλεάνης. Το κομμάτι κινείται πάνω σε ένα βαρύ γκρουβ από το μπάσο του Jerome Arnold και τα ντραμς του Billy Davenport, επιτρέποντας στον Mark Naftalin να χρωματίσει την ατμόσφαιρα με το πιάνο του.

Το "I Got A Mind To Give Up Living" αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του δίσκου. Σε αυτό το αργόσυρτο, σκοτεινό μπλουζ, η ερμηνεία του Butterfield είναι γεμάτη απόγνωση, αλλά την παράσταση κλέβει το σπαρακτικό, γεμάτο σαστέιν/sustain σόλο του Bloomfield, το οποίο θεωρείται υπόδειγμα εκφραστικότητας στην ηλεκτρική κιθάρα. Στο "All These Blues", η μπάντα επιστρέφει σε ένα πιο παραδοσιακό, γρήγορο Σικάγο μπλουζ στυλ, με τον Elvin Bishop να αναλαμβάνει τα φωνητικά ξεδιπλώνοντας το δικό του, πιο γήινο κιθαριστικό παίξιμο. Ακολουθεί το "Work Song" του Nat Adderley, μια τζαζ σύνθεση που μεταμορφώνεται σε ένα οργανικό μπλουζ-ροκ κομψοτέχνημα, όπου η φυσαρμόνικα του Butterfield αντικαθιστά τα πνευστά της αυθεντικής εκτέλεσης, ενώ οι Davenport και Arnold κρατούν έναν ακλόνητο ρυθμό.

ElectraPromoPosters.jpg
προωθητικά πόστερ της Electra, που καταχωρήθηκαν στον περιοδικό τύπο της εποχής​

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το "Mary, Mary", γραμμένο από τον Michael Nesmith των Monkees. Είναι το πιο ποπ κομμάτι του δίσκου, που αναδεικνύει την ικανότητα του γκρουπ να προσαρμόζεται στις ροκ τάσεις των μέσων της δεκαετίας του '60. Στο "Two Trains Running" του Muddy Waters, οι Butterfield Blues Band παραδίδουν μαθήματα ηλεκτρικού μπλουζ. Ο Butterfield προσφέρει μια από τις καλύτερες φωνητικές και εκτελεστικές του στιγμές, ενώ οι Bloomfield και Bishop υφαίνουν ένα δίκτυο από αντιστίξεις με τις κιθάρες τους. Το σύντομο "Never Say No" λειτουργεί ως ένας ανάλαφρος, σχεδόν παιχνιδιάρικος προπομπός, με εξαιρετική δουλειά στα πλήκτρα από τον Naftalin, πριν από τη μεγάλη ηχητική έκρηξη που ακολουθεί.

Ο δίσκος κλείνει με το ομώνυμο, δεκατριάλεπτο έπος "East-West", το οποίο αποτελεί την απόλυτο κορυφαία στιγμή της κυκλοφορίας και έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Εδώ, η μπάντα ξεπερνά πλήρως τα στενά όρια των μπλουζ. Επηρεασμένο από το τροπικό/μόνταλ[1] τζαζ παίξιμο του John Coltrane, αλλά και από τις ανατολίτικες δομές των ινδικών ράγκα του Ravi Shankar, το κομμάτι βασίζεται σε ένα επαναλαμβανόμενο, υπνωτικό οστινάτο του μπάσου σε 4/4. Πάνω σε αυτό το χαλί, ο Mike Bloomfield παραδίδει ακροβατικά και πρωτοποριακά σόλο με την Gibson Les Paul Goldtop[2] του 1954, χρησιμοποιώντας παραμορφώσεις και αρμονικές που προμηνύουν το άσιντ ροκ. Ο Paul Butterfield ακολουθεί με εξίσου πειραματικές γραμμές στη φυσαρμόνικα, ενώ ο Elvin Bishop με την Gibson ES-345 κρατάει το ρυθμικό κομμάτι αλλά και το πιο ορθόδοξο σολίστικο παίξιμο.

Η σημασία του "East-West" είναι ανυπολόγιστη. Ήταν η πρώτη φορά που μια αμερικάνικη ροκ μπάντα επιχείρησε και κατέγραψε έναν τόσο εκτεταμένο, ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στο στούντιο, ανοίγοντας τον δρόμο για το ψυχεδελικό ροκ του Σαν Φρανσίσκο, το διαστημικό ροκ και το προγκρέσιβ κίνημα των επόμενων ετών. Άλλαξε ριζικά τον τρόπο που οι ροκ μουσικοί αντιλαμβάνονταν τη δομή των κομματιών, αποδεικνύοντας ότι τα μουσικά όργανα μπορούσαν να μιλήσουν μια παγκόσμια, πειραματική γλώσσα πέρα από τα στενά όρια των παραδοσιακών 12μετρων μπλουζ. Κορυφαία ονόματα, όπως οι Grateful Dead, οι Jefferson Airplane και ο ίδιος ο Carlos Santana, έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι η εμπειρία τους να βλέπουν τους Butterfield Blues Band να αναπτύσσουν το "East-West" ζωντανά στη σκηνή, ήταν η αποκάλυψη που τους έδειξε πώς να εκτείνουν τα δικά τους κομμάτια σε ατελείωτους, υπνωτικούς και γόνιμους αυτοσχεδιασμούς.

Το καλοκαίρι του 1966, η κυκλοφορία του άλμπουμ East-West από τους Paul Butterfield Blues Band δεν σηματοδότησε απλώς την έλευση ενός σπουδαίου μπλουζ δίσκου. Λειτούργησε ως ένας από τους ισχυρότερους καταλύτες στη σύγχρονη μουσική ιστορία. Η καλλιτεχνική και ιστορική βαρύτητα του δίσκου βασίστηκε σε μια σπάνια σύγκλιση μουσικών προσωπικοτήτων, που λειτούργησαν ως αληθινοί πιονέροι. Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά, το East-West παραμένει ένα διαχρονικό μνημείο μουσικής τόλμης. Αποδεικνύει στην πράξη ότι η παράδοση δεν είναι ένας στατικός, μουσειακός χώρος, αλλά μια ζωντανή γλώσσα. Όταν αυτή η γλώσσα πέσει στα χέρια ανήσυχων δημιουργών, μπορεί να γεφυρώσει τη Δύση με την Ανατολή, το παρελθόν με το μέλλον, και να γεννήσει έναν ολοκαίνουργιο, συναρπαστικό μουσικό κόσμο.
______________________
[1]. Ο όρος τροπική μουσική (modal music) αναφέρεται στη μουσική που βασίζεται στους μουσικούς "τρόπους" (modes) αντί για τις κλασικές μείζονες και ελάσσονες κλίμακες (ματζόρε/μινόρε) που κυριάρχησαν στη δυτική μουσική από την εποχή του Μπαχ και μετά. Αντιπροσωπεύει τη μουσική παράδοση πολλών πολιτισμών παγκοσμίως, με εξέχουσα θέση στις μουσικές της Μεσογείου και της Ανατολής.
[2]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού David Dann, αλλά και σε αναλύσεις ειδικών περιοδικών (Vintage Guitar και του Blues Guitar Inside) η Goldtop του '54 με τους P-90 μαγνήτες, συνδυασμένη με έναν ενισχυτή Gibson Falcon, ήταν το βασικό όργανο του Bloomfield καθ' όλη τη διάρκεια των σέσιον του East-West, προσφέροντας αυτόν τον πιο παχύ, "γεμάτο" και παρατεταμένης διάρκειας ήχο (sustain) που ακούγεται και στο ομώνυμο μόνταλ κομμάτι, σε αντίθεση με τον πιο κοφτό και πριμαριστό ήχο της Telecaster του πρώτου δίσκου.

(5/5+, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης, AllMusic.com, rollingstone.com, mikebloomfieldamericanmusic.com, David Dann - Beyond the Blues: A Critical Look at 'East-West', Jan Mark Wolkin, Bill Keenom - Michael Bloomfield: If You Love These Blues, Backbeat, 2000

1966BG-3BG-29_1967BG-46.jpg
πόστερ συναυλιών με τη συμμετοχή των Butterfield Blues Band στο Fillmore Auditorium του Σαν Φρανσίσκο, τον Απρίλιο και Σεπτέμβριο του 1966, και τον Ιανουάριο του 1967​
 
Το πρώτο εξαιρετικό βιβλίο που θα μας απασχολήσει, διαθέτει ακαδημαϊκό και ιστορικό ύφος και δίνει έμφαση στην ακριβή χρονολόγηση και το κοινωνικό πλαίσιο επικεντρώνοντας στη μουσική ανάλυση, τις ηχογραφήσεις και την τεχνική της κιθάρας:

GUITAR KING: MICHAEL BLOOMFIELD’S LIFE IN THE BLUES
David Dann, University of Texas Press, 2019​

Αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη και μνημειώδη βιογραφία του θρυλικού Αμερικανού κιθαρίστα Mike Bloomfield. Αναγνωρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα μουσικά βιβλία της χρονιάς από το περιοδικό Rolling Stone. Ο David Dann είναι Αμερικανός ιστορικός μουσικής, συγγραφέας, ερασιτέχνης μουσικός και εικαστικός. Μεταφράζεται τμήμα του Κεφαλαίου 12, που αφορά το κομμάτι "East-West", όπου ο Dann περιγράφει τη δομή των σόλο του Bloomfield με τρόπο που κάνει τη μουσική «να ξεπηδά από τις σελίδες».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
ΑΝΑΤΟΛΗ - ΔΥΣΗ
ΣΙΚΑΓΟ, ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΚΑΙ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 1966–1967

Ο Jac Holzman και η Elektra Records ανυπομονούσαν να επιστρέψει η Butterfield Band στο στούντιο για να ξεκινήσει τις εργασίες για ένα δεύτερο άλμπουμ. Η πρώτη κυκλοφορία του γκρουπ δεν είχε γίνει επιτυχία, αλλά είχε μπει στα τσαρτ του Billboard και οι πωλήσεις συνέχιζαν να είναι σταθερές. Οι αντιδράσεις των κριτικών ήταν καθολικά θετικές, και το άλμπουμ φημολογούνταν ότι ήταν το αγαπημένο στα πάρτι των πανεπιστημιουπόλεων. Ο Holzman ήταν βέβαιος ότι μια δεύτερη κυκλοφορία θα ήταν κερδοφόρα, ίσως μάλιστα περισσότερο από την πρώτη προσπάθεια του γκρουπ. Ωστόσο, με την Butterfield Band να βρίσκεται συνεχώς σε περιοδεία, ήταν δύσκολο να βρεθεί χρόνος για να μπει το γκρουπ στα Mastertone Studios στη Νέα Υόρκη. Η καθυστέρηση περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο από τη φυλάκιση του Paul Rothchild [σ.σ. για κατοχή μαριχουάνας]. Χωρίς τον Rothchild για να σχεδιάσει και να συντονίσει τις ηχογραφήσεις, το δεύτερο άλμπουμ της Butterfield Band είχε βαλτώσει.

Αλλά ο Holzman και ο βοηθός παραγωγού Mark Abramson είχαν μια ιδέα. Δεδομένου ότι η Butterfield Band βρισκόταν στο Σικάγο, την πατρίδα των μπλουζ, ο Holzman πρότεινε να ηχογραφήσουν στην Chess, το μέρος όπου είχαν δημιουργηθεί οι καλύτεροι δίσκοι του Σικάγο μπλουζ. Το γκρουπ ήταν σύμφωνο και, ενόσω εμφανίζονταν στο Poor Richard’s, πέρασαν τα απογεύματα της δεύτερης και της τρίτης εβδομάδας του Μαΐου στη διεύθυνση 2120 South Michigan Avenue —στα Ter Mar Studios της Chess— ηχογραφώντας μια σειρά από κομμάτια για το επόμενο άλμπουμ τους.

Ο κορυφαίος ηχολήπτης της εταιρείας, Ron Malo, επιστρατεύτηκε για να δώσει στην μπάντα τον θρυλικό ήχο της Chess. Ο Malo ήταν ειδικός στο να αποτυπώνει τη μουσική από δυνατά ηλεκτρικά σχήματα, και οι ηχογραφήσεις προχώρησαν ομαλά. Ένα από τα πρώτα κομμάτια που μαγνητοφώνησε η μπάντα ήταν μια πλήρως ανεπτυγμένη εκδοχή του πειραματικού μόνταλ οργανικού κομματιού του Mike Bloomfield. Κατά τη διάρκεια των σέσιον στο στούντιο, το "The Raga" μετονομάστηκε επίσημα σε "East-West".

«Το "East-West" έγινε γρήγορα στο στούντιο. Απλώς το παίξαμε ολόκληρο από την αρχή μέχρι το τέλος», είπε ο Naftalin. Πρόσθεσε επίσης: «Έγινε όλο με μία μόνο λήψη». Υπήρξαν ελάχιστες από τις επαναλήψεις που είχαν δυσκολέψει τις πρώτες ηχογραφήσεις της μπάντας για την Elektra.

Η στούντιο εκδοχή του εκτενούς οργανικού κομματιού ενορχηστρώθηκε ακριβώς όπως είχε παρουσιαστεί στις ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας στο Poor Richard’s.

GuitarKingTPBBB_750.jpg

-- 1η ενότητα
Διατήρησε τη δομή των τριών ενοτήτων και τη συνολική του φόρμα, ενώ άνοιγε με τη ρυθμική ομάδα να προσφέρει ρυθμική συνοδεία (comping) πάνω στην παραλλαγή του Billy Davenport σε ένα μπόσα νόβα ρυθμό. Το τέμπο ήταν γρήγορο και λαμπερό, και ο Elvin Bishop μπήκε αμέσως, ανοίγοντας το σόλο του με ένα ταυτόφωνο (unison) δύο μέτρων. Στη συνέχεια, ξεδίπλωσε μια σειρά από γωνιώδεις γραμμές, πιέζοντας τη Gibson ES-345 του για μέγιστο σάσταιν/μέγιστη διάρκεια νότας (sustain). Αφού σολίσταρε με δυναμισμό για πέντε λεπτά [σ.τ.μ. περίπου ενάμιση λεπτό], ο Bishop παρέδωσε τη σκυτάλη στον αρχηγό [σ.τ.μ. 1:26]. Ο Butterfield ξεστόμισε τότε μια σειρά από έντονες ρυθμικές φράσεις, μεγάλες μελωδίες βγαλμένες απευθείας μέσα από την παράδοση των μπλουζ. Ανέπτυξε τις γραμμές σε μια σύντομη μουσική δήλωση και στη συνέχεια άρχισε να χτίζει προς το πρώτο κρεσέντο, με τους δύο κιθαρίστες να χτυπούν με μανία υποστηρικτικές συγχορδίες, καθώς ο Bloomfield ανέβαινε αργά προς εκείνο το υψηλό Ρε (D). Λίγες στιγμές αργότερα, η μπάντα έφτασε στο πρώτο σπάσιμο (break) του κομματιού.

-- 2η ενότητα [σ.τ.μ. 2:50]
Ο Μάικλ πέρασε αμέσως στο μόνταλ (modal) σόλο του, ανοίγοντας τη δεύτερη ενότητα με ένα σύντομο τρέμολο ανάμεσα σε Ρε (D) και Ρε ύφεση (D♭), συνοδευόμενος μόνο από μπάσο και τύμπανα. Με την έναρξη του αυτοσχεδιασμού του κιθαρίστα, ο Jerome Arnold άλλαξε το αρχικό μέρος του μπάσου του σε μια γραμμή που έμοιαζε πολύ με το μοτίβο που χρησιμοποιήθηκε στην εμβληματική σύνθεση "A Love Supreme" (1964) του σαξοφωνίστα John Coltrane.
- Ο Bloomfield ύφανε τη μία γραμμή μετά την άλλη, τονίζοντας τις φράσεις του με ελαττωμένες δεύτερες και έκτες, επιτρέποντας περιστασιακά σε ένα τσιμπημένο ανοιχτό Ρε (D) να λειτουργεί ως ισοκράτημα (drone) πίσω από τους αυτοσχεδιασμούς. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη του σόλο του, ο Μάικλ έπαιξε μια σειρά από φράσεις χρησιμοποιώντας οκτάβες πάνω από το ισοκράτημα των ανοιχτών χορδών, δίνοντας στο "East-West" μια ηχητικότητα που έμοιαζε με ράγκα, καθώς ο ίδιος και ο Elvin ενώνονταν σε ένα κύμα αρμονικών με βάση το Ρε (D).
- [σ.τ.μ. 4:45] Στη συνέχεια, ο Butterfield βγήκε στο προσκήνιο με ένα έντονο τρέμολο (warble) από Ρε ύφεση (D♭) σε Ρε (D), σηματοδοτώντας την έναρξη του κρεσέντο της δεύτερης ενότητας. [σ.τ.μ. 6:56] Ο Jerome Arnold γύρισε σε ένα επαναλαμβανόμενο Ρε (D) παιγμένο σε ρυθμό ογδόων· η υπόλοιπη μπάντα ακολούθησε, και το σχήμα κορυφώθηκε σε μια έντονη κατάληξη. Η δεύτερη ενότητα τελείωσε με ένα σπάσιμο (break) που έκοβε την ανάσα.

-- 3η ενότητα [σ.τ.μ. 7:06]
Το τρίτο μέρος του "East-West" διαμόρφωσε μια εντελώς διαφορετική διάθεση, ακριβώς όπως συνέβαινε και στις ζωντανές εμφανίσεις της Butterfield Band. Ο Bloomfield ξεκίνησε με μια φράση Ρε–Μι–Φα♯ (D–E–F♯), ένα μοτίβο που χρησιμοποιούσε συχνά για να ανοίξει τη συγκεκριμένη ενότητα. Στη συνέχεια αυτοσχεδίασε με δεξιοτεχνία, δίνοντας στο σόλο του μια ανοιχτή, τζαζ αίσθηση που στεκόταν σε πλήρη αντίθεση με τη μουσική καταιγίδα που είχε προηγηθεί.
- Καθώς ο Μάικλ ύφαινε τις μελωδικές του γραμμές, η ένταση του παιξίματός του μειώθηκε σχεδόν μέχρι το σημείο να μην ακούγεται. Ο Billy Davenport προσέφερε υποστήριξη με διακριτικούς τονισμούς στα διπλά πιατίνια με πεντάλ/χάι-χατ (hi-hat) και απαλά χτυπήματα με μπαγκέτες-κόπανους (mallets) πάνω στα κουρδισμένα δέρματα των τυμπάνων. Ο Bloomfield επέστρεψε για λίγο στο μοτίβο Ρε–Μι–Φα♯, και στη συνέχεια δημιούργησε από αυτό μια θαυμάσια σύνθετη φράση που ελισσόταν και άλλαζε κατεύθυνση για εξήντα ολόκληρα δευτερόλεπτα, για να καταλήξει πίσω στη νότα Ρε μόνο περίπου σαράντα μέτρα αφότου είχε ξεκινήσει [σ.τ.μ. 9:38]. Με τη συνοχή, τη σαφήνεια και την τύπου Μπαχ κίνησή του, το πέρασμα αυτό απέδειξε με λαμπρό τρόπο τη μουσική επιδεξιότητα του κιθαρίστα.

Στη συνέχεια, ο Bloomfield έπαιξε μια ήσυχη σειρά από κατιούσες και ανιούσες διφωνίες (dyads) πάνω στην ισχυρή θέση (downbeat) [σ.τ.μ. 10:02]. Μετά από μια στιγμή, ενώθηκε μαζί του ο Butterfield [σ.τ.μ. 10:18], και οι δυο τους εισήγαγαν ένα νέο θέμα που αποτελούνταν από τις νότες Φα♯–Σολ–Λα (F♯–G–A), με τη νότα Λα να επαναλαμβάνεται σε ρυθμό τριήχων.
- Η φράση ήταν μια παραλλαγή εκείνης που άνοιγε το κομμάτι "Forty Days" του Muddy Waters από το 1956 και αποτελούσε τη μελωδία της σύνθεσης "Back at the Chicken Shack" (1961) του τζαζ οργανίστα Jimmy Smith. Το ριφ (riff) έστησε το τμήμα του ντουέτου αυτής της ενότητας και, [σ.τ.μ. 10:49] με τον Butterfield να φυσάει ισοκρατήματα (pedal tones), [σ.τ.μ. 11:01] ο Bloomfield και ο Bishop δημιούργησαν μια χαρούμενη αντίστιξη για ένα ολόκληρο λεπτό. Ο Μάικλ πήρε την υψηλότερη γραμμή και ο Έλβιν δούλεψε στο μεσαίο register (μεσαία περιοχή), ενώ ο Mark Naftalin τους ακολουθούσε σαν σκιά, προσθέτοντας μια τρίτη μελωδία πάνω από τις κιθάρες. Η δυναμική (momentum) χτιζόταν για εξήντα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια [σ.τ.μ. 12:23] η μπάντα τόνισε τον ρυθμό όλη μαζί ως ένα σώμα. Το τελικό κρεσέντο [σ.τ.μ. 12:49] διήρκεσε δώδεκα μέτρα πριν ολοκληρωθεί με ένα ένδοξο, καταιγιστικό ξέσπασμα σε μια τελική συγχορδία κατάληξης, με τη φυσαρμόνικα του Butterfield να έχει τον τελευταίο λόγο.

Ήταν μια πρωτοφανής εκτέλεση.

Στο δωμάτιο ελέγχου, ο Ron Malo κοίταξε τον Mark Abramson και έγνεσε καταφατικά εγκρίνοντας το αποτέλεσμα. Ο ηχολήπτης της Chess είχε ηχογραφήσει τζαζ σέσιον όπου τα κομμάτια διαρκούσαν περιστασιακά δέκα λεπτά ή και περισσότερο, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που μαγνητοφωνούσε μια εκτενή σύνθεση από μια ποπ μπάντα. Και αυτό το οργανικό κομμάτι δεν ήταν απλώς εκτενές —είχε διάρκεια σχεδόν δεκαπέντε λεπτά. Αυτό αποτελούσε σχεδόν ολόκληρη την πλευρά ενός τυπικού δίσκου μακράς διαρκείας (LP). Καμία μπλουζ μπάντα στην εμπειρία του Malo δεν είχε επιχειρήσει ποτέ κάτι τόσο τολμηρό. Το κομμάτι ξεκάθαρα δεν ήταν μπλουζ και δεν ήταν τζαζ, αν και τα σόλο του είχαν πολλά κοινά με τον τζαζ αυτοσχεδιασμό. Το μπιτ ήταν υπερβολικά εκλεπτυσμένο για ροκ, και παρόλο που οι κλίμακες που χρησιμοποιούνταν σε τμήματα του κομματιού ακούγονταν ανατολίτικες, σίγουρα δεν επρόκειτο για έθνικ παραδοσιακή μουσική. Ο Malo δεν είχε ιδέα πώς να περιγράψει το "East-West" επειδή δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά τίποτα παρόμοιο.

Το "East-West" ήταν αναμφισβήτητα ένα άθλος, μια μεγαλοπρεπής επίδειξη δεξιοτεχνικού παιξίματος, ανόμοια με οτιδήποτε είχε ηχογραφηθεί προηγουμένως στην ποπ μουσική. Μια σύμπραξη μπλουζ, ροκ και τζαζ που ενσωμάτωνε ανατολίτικες και μόνταλ κλίμακες, το κομμάτι ξεπέρασε το άθροισμα των μερών του για να γίνει ο προπομπός μιας νέας μορφής δημοφιλούς μουσικής. Το οργανικό κομμάτι του Bloomfield, μετά την κυκλοφορία του τον Οκτώβριο, θα κατηγοριοποιούνταν ως ένα κορυφαίο παράδειγμα του ψυχεδελικού ροκ.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε το Beyond the Blues: A Critical Look at 'East-West, εάν φυσικά σας ενδιαφέρει (θα ήθελα τα σχόλιά σας, εάν το κάνετε), της πληρέστερης μουσικολογικής ανάλυσης της στούντιο έκδοσης (και των ζωντανών εκτελέσεων) του "East-West", πάλι από τον David Dann, που παρατίθενται επιπλέον λεπτομέρειες και κάποιες διαφοροποιήσεις στη ροή και στη διάρκεια των τμημάτων του κομματιού. Η ιστοσελίδα δεν παρέχει πληροφορίες για την ημερομηνία του άρθρου, για να συμπεράνουμε πότε γράφτηκε σε σχέση με το βιβλίο.
 
Το άλλο, είναι το δημοσιογραφικό και βιωματικό βιβλίο που επικεντρώνεται στο προσωπικό δράμα, τον χαρακτήρα και την ψυχολογική κατάσταση του Bloomfield:

MICHAEL BLOOMFIELD: THE RISE AND FALL OF AN AMERICAN GUITAR HERO
Ed Ward, Cherry Lane Books, 1983​

Αποτελεί την πρώτη, ιστορική βιογραφία που εκδόθηκε για τον θρυλικό κιθαρίστα, μόλις δύο χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του. Σε αντίθεση με το μεταγενέστερο, ογκώδες έργο του David Dann, το βιβλίο αυτό λειτουργεί ως ένα συμπυκνωμένο, άμεσο και εξαιρετικά οικείο πορτρέτο. Ο Ed Ward (1948–2021) υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους και πιο σεβαστούς Αμερικανούς δημοσιογράφους και ιστορικούς του ροκ εντ ρολ. Από αυτό μεταφράζεται τμήμα του κεφαλαίου 9, Butter Days, που αφορά το άλμπουμ East-West, όπου η πληροφόρηση στηρίζεται σε προσωπικές συζητήσεις του Ward με τους πρωταγωνιστές, όσο ο κιθαρίστας ήταν ζωντανός.
CHAPTER 9. BUTTER DAYS
...
Κάτι άλλο ζυμώνονταν στους κόλπους της μπάντας, το οποίο θα ασκούσε τεράστια επιρροή στους μουσικούς που θα άκουγαν τις εμφανίσεις των Butterfield Band στη Δυτική Ακτή το 1966. Κατά τη διάρκεια της εξάβδομης παραμονής του γκρουπ στο κλαμπ Unicorn της Βοστώνης στα τέλη Νοεμβρίου, ο Bloomfield και ο Naftalin προμηθεύτηκαν δύο κύβους ζάχαρης εμποτισμένους με Ελ Ες Ντι. «Σε ένα από τα ρεπό μας, το πήραμε», θυμόταν ο Naftalin. «Στην αρχή του "ταξιδιού" βγήκαμε στους χειμωνιάτικους δρόμους, χωρίς προορισμό —χωρίς, στην πραγματικότητα, την ικανότητα να συλλάβουμε την έννοια του προορισμού... Γύρω στο ξημέρωμα, ο Mike ήρθε μαζί μου στην κουζίνα και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την κατάσταση καπνίζοντας μερικά τσιγαριλίκια. Τότε ήταν που μου είπε ότι είχε μια αποκάλυψη και ότι τώρα κατανοούσε πώς λειτουργούσε η ινδική μουσική. Στις επόμενες συναυλίες μας, όσο ήμασταν ακόμα στη Βοστώνη, αρχίσαμε να παίζουμε τον αυτοσχεδιασμό που για λίγο τον λέγαμε "The Raga", μέχρι που του δόθηκε το όνομα "East-West"».

Ο κόσμος μιλούσε για την ινδική μουσική και πριν από εκείνο το επικό κομμάτι, και όροι όπως "raga-rock" (ράγκα ροκ) ακούγονταν κάθε φορά που έπαιζαν στο στερεοφωνικό το "Norwegian Wood" των Beatles ή το "See My Friends" των Kinks, αλλά αυτό εδώ ήταν μουσική με όλη τη σημασία της λέξης.

MichaelBloomfieldEdWard1983.jpg

Ο Michael το περιέγραψε τέλεια στον Tom Yates και την Kate Hayes [σ.τ.μ. ραδιοφωνικοί παραγωγοί και δημοσιογράφοι από το Σαν Φρανσίσκο]. «Το "East-West" ήταν μια τόσο ριζική διαφοροποίηση μελωδικά, δομικά και αρμονικά από τις ροκ εν ρολ μελωδίες και τις φράσεις (licks) που παίζονταν εκείνη την εποχή», είπε. «Ήταν μια πολύ, πολύ μεγάλη σειρά σόλο που χρησιμοποιούσε κλίμακες οι οποίες απλώς δεν είχαν παιχτεί από κιθαρίστες της ροκ εν ρολ. Άνοιξε νέους δρόμους, σου έδωσε πολλούς νέους τρόπους να παίζεις σε έναν μάλλον απλό τρόπο (mode). Έπαιζα κλίμακες και πράγματα που κανένας άλλος κιθαρίστας δεν είχε ποτέ φανταστεί. Αλλά πιστέψτε με, ήξερα ότι δεν ήταν δικές μου κλίμακες. Ήταν πράγματα που είχα ακούσει σε δίσκους του John Coltrane και από τύπους που έπαιζαν πολλή τροπική (modal) μουσική. Πριν από το "East-West", άκουγα πολύ Coltrane, Ravi Shankar και μουσικούς που έπαιζαν μόνταλ μουσική. Η ιδέα δεν ήταν να δεις πόσο μακριά μπορούσες να φτάσεις αρμονικά, αλλά να δεις πόσο μακριά μπορούσες να φτάσεις μελωδικά ή τροπικά. Τα υπόλοιπα κομμάτια στο άλμπουμ "East-West", εκτός από το "Work Song" και το "East-West", ήταν απλώς κάπως τυπικά σόλο κιθάρας που για μένα δεν είναι τόσο καλά όσο τα πράγματα που έκανα στο προηγούμενο άλμπουμ, τα μπλουζ στοιχεία που υπήρχαν εκεί. Πιστεύω όμως ότι αυτά τα δύο κομμάτια σίγουρα άνοιξαν πολύ νέους δρόμους για άλλους κιθαρίστες».
...
Πριν ενταχθεί στην Butterfield Band, ο Davenport είχε παίξει με τον Junior Wells, τον Otis Rush, τον Fenton Robinson και τον Magic Sam στο Σικάγο. Ο Bloomfield και ο Butterfield βρήκαν τον Davenport στο τηλέφωνο την Κυριακή, αφού είχαν τελειώσει τη συναυλία τους στο Ντιτρόιτ, και τον έπεισαν ότι έκανε μια έξυπνη κίνηση. Έτσι, ο Davenport ταξίδεψε στο Ντιτρόιτ από το Σικάγο εκείνο το βράδυ, έχοντας έντεκα δολάρια στην τσέπη του.

«Όταν ξεκίνησα ήμουν όλο νεύρα και ένταση, γιατί ήταν η πρώτη φορά, ξέρεις, που έπαιζα σε μια μεικτή μπάντα (φυλετικά), για αρχή, και δεν ήξερα καθόλου πώς θα εξελισσόταν», δήλωσε ο Davenport στον Paul Williams του περιοδικού Crawdaddy το 1966. «Και τελικά, λοιπόν, εξελίχθηκε υπέροχα για μένα. Θέλω να πω, όλοι με σέβονται και τους σέβομαι κι εγώ. Και ό,τι έχουν είναι και δικό μου αν το χρειαστώ, και όλα τα σχετικά». Ένας άρτια εκπαιδευμένος, ευέλικτος μουσικός, ο Davenport θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του "East-West" και του νέου υλικού που δημιούργησε η μπάντα τους επόμενους έξι μήνες.

Ο Davenport πέταξε με την Butterfield Band για το Λος Άντζελες την Πρωτοχρονιά του 1966. Η πρώτη τους εμφάνιση στην Καλιφόρνια ήταν ανοίγοντας τη συναυλία των Byrds στο Trip, ένα κλαμπ δίπλα στο κτίριο του Playboy, στη λεωφόρο Sunset 8572. Έπαιξαν στο Trip μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου και μεταφέρθηκαν στο Whisky a Go Go στις αρχές Φεβρουαρίου. Μέχρι τότε είχαν αναπτύξει πληρέστερα το "East-West", όπως αποδεικνύουν οι ζωντανές ηχογραφήσεις εκείνης της περιόδου. Το 1996, ο Mark Naftalin κυκλοφόρησε τρεις εκτελέσεις από το 1966 και το 1967 σε μια συλλογή με τίτλο East-West Live. Στη δωδεκάμισι λεπτών εκδοχή του κομματιού που ηχογραφήθηκε στο Whisky a Go Go τον Φεβρουάριο του 1966, η μπάντα "κλειδώνει" στον συγκοπτόμενο ριφ δύο μέτρων του τραγουδιού, ενώ ο Bloomfield παίζει ένα εκτεταμένο σόλο που ισορροπεί ανάμεσα στα μπλουζ και τη ράγκα. Ο Davenport και ο μπασίστας Jerome Arnold γυρίζουν σε έναν σταθερό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων, και ο Butterfield παίζει ένα σόλο φυσαρμόνικας που καταφέρνει να είναι μπλουζ χωρίς να χαλάει τη διάθεση του κομματιού. Είναι μια αξιοσημείωτη εκτέλεση που ξεκάθαρα προμηνύει τη μεταγενέστερη δουλειά των Grateful Dead και των Allman Brothers.
...
Οι εμφανίσεις της μπάντας στο Σαν Φρανσίσκο τράβηξαν επίσης την προσοχή ενός νεαρού, γεννημένου στο Μεξικό, κιθαρίστα ονόματι Carlos Santana, ο οποίος είχε κάνει τα πρώτα του βήματα παίζοντας τη μουσική του B. B. King, του Chuck Berry και του Little Richard σε κακόφημα και άγρια κλαμπ της Τιχουάνα. Αφού μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο το 1962, ο Santana είχε αρχίσει να παρακολουθεί συναυλίες στο Fillmore Auditorium, έναν χώρο ροκ εκδηλώσεων που είχε ανοίξει ο μάνατζερ και διοργανωτής Bill Graham στα τέλη του 1965.

«Όλοι περιμέναμε τον [Bloomfield] να ξεκινήσει τα σόλο του», θυμάται ο Santana. «Όσο κι αν αγαπούσαμε τον Paul Butterfield και τον Elvin, όλοι μας πάντα ανυπομονούσαμε: "Τι θα κάνει ο Michael, φίλε;" Μόνο και μόνο ο τρόπος που έβαζε το δάκτυλό του πάνω της — σε έπιανε ρίγος και σε ξεσήκωνε, ξέρεις». Ο Country Joe McDonald είχε μια παρόμοια εμπειρία όταν είδε την μπάντα στο Fillmore τον Απρίλιο. «Ο Michael έπαιζε με μια Telecaster, κάτι που δεν είχα δει ποτέ κανέναν να κάνει μέχρι τότε. Τη χρησιμοποιούσε σαν θεατρικό αξεσουάρ. Είχε βγάλει την επιχρωμιωμένη πλάκα από το κάτω μέρος, εκεί που είναι οι χορδές στη γέφυρα, και αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό».

Το "East-West" συγκεκριμένα ήταν ένα αξιοσημείωτο μουσικό κομμάτι. Με διάρκεια πάνω από δεκατρία λεπτά στην εκδοχή που ηχογράφησαν εκείνο το καλοκαίρι για το ομώνυμο άλμπουμ, με μηχανικό ήχου τον Ron Malo στα Chess Studios, δεν ήταν κάτι που θα ξάφνιαζε έναν οπαδό της τζαζ, όπως είπε ο Michael, αλλά για τα αυτιά των φίλων του ροκ ήταν ένα καταπληκτικό κομμάτι που ξετυλιγόταν συνεχώς μέχρι να φτάσει σε μια παλλόμενη κορύφωση, ένα τέλειο σάουντρακ για εκείνη την εποχή. Και η δική τους εκδοχή του "Work Song" του Cannonball Adderley ήταν το ίδιο πράγμα, μόνο που ήταν πιο φανκ. Ήταν όλο αυτοσχεδιασμός εκτός από τη μελωδία, με την μπάντα να επεκτείνει τη διάρκεια σχεδόν στα οκτώ λεπτά. Αυτό ήταν πρωτοφανές για το ροκ εν ρολ τον Αύγουστο του 1966, όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος.

Στοιχεία του "East-West" μπορούν να ανιχνευθούν ακόμη πιο πίσω από τα πειράματα της μπάντας με την ινδική μουσική στη Βοστώνη, τα οποία είχαν εμπνευστεί από το Ελ Ες Ντι. Το ριφ δύο μέτρων που ξεκινά το τραγούδι προήλθε από ένα κομμάτι του Gravenites με τίτλο "It's About Time", το οποίο ο ίδιος και ο Bloomfield έπαιζαν από το 1964. Ένα άλλο στοιχείο του "East-West" προήλθε από τη λάτιν μουσική και από τις κινήσεις των σέικ χορευτριών για τις οποίες η μπάντα έπαιζε συχνά στα κλαμπ του Σικάγου, όπως εξηγεί ο Elvin Bishop. «Ο μπασίστας της Butterfield Band, ο Jerome Arnold, δεν έπαιζε τζαζ και δεν ήξερε τίποτα για την ινδική μουσική», λέει ο Bishop. «Αν το ακούσεις, το μέρος του μπάσου που παίζει είναι ο τύπος του ρυθμού που θα έπαιζαν για να συνοδεύσουν μια σέικ χορεύτρια. Αυτό ήταν όλο». Αυτό που έδεσε μεταξύ τους τα ανόμοια μέρη του "East-West" ήταν το μοτίβο στα ντραμς του Davenport, το οποίο έπαιξε σε στυλ μποσανόβα.
...
Το East-West ήταν ένα μείγμα εμπορικών αποπειρών, μπλουζ και πειραματισμού. Ακούγοντάς το σήμερα, στέκεται επάξια ως μερικά από τα πιο περιπετειώδη και άρτια κομμάτια ροκ μουσικής εκείνης της εποχής.
 
- The Paul Butterfield Blues Band · East West [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
  • Love
Reactions: #@george@#