ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
50 χρόνια από τον θάνατο του Ιεροφάντη της Μουσικής.
Ήταν 2 Νοεμβρίου του 1960, στο podium της Σκάλας του Μιλάνου ο Δημήτρης Μητρόπουλος διηύθυνε (πάντα χωρίς παρτιτούρα) μια δοκιμή της Τρίτης Συμφωνίας του Μάλερ (συνθέτη που στα 1940, πρώτος ο Μητρόπουλος ηχογράφησε την Πρώτη Συμφωνία του, στη Μινεάπολη). Εκεί υπέστη την δεύτερη και μοιραία καρδιακή προσβολή. Νομίζω ότι τα σχόλια είναι περιττά για τον κορυφαίο μαέστρο του περασμένου αιώνα, που έφυγε όπως αναφέρει η Καίτη Κατσόγιαννη, «με την μπαγκέτα στο χέρι».50 χρόνια από τον θάνατο του Ιεροφάντη της Μουσικής.
Ο Γκάθνερ Σούλερ, κορνίστας στη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης την περίοδο που ο Μητρόπουλος ήταν επικεφαλής της, τον θυμάται να διευθύνει την είσοδο των κόρνων στο πρώτο μέρος της Δεύτερης Συμφωνίας του Σεργκέι Ραχμάνινοφ: «Βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση έκστασης και παροξυσμού ώστε μας κοιτούσε σαν να ήταν κάποιος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης που βοά στην έρημο. Τη στιγμή εκείνη ήμουν ολότελα συντετριμμένος. Δεν σταμάτησα βέβαια να παίζω, ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω, αλλά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Και αυτό μπορούσε να συμβεί με τον Μητρόπουλο οποτεδήποτε, με οποιοδήποτε μουσικό έργο».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:
Ο Πατέρας του, Ιωάννης, πρωτότοκος γιος του παπα-Μήτρου Μητρόπουλου, καταγόταν από το χωριό Τρεσταινά, τη σημερινή Μελισσόπετρα του νομού Αρκαδίας. Ο Ιωάννης Μητρόπουλος δεν ακολούθησε την παράδοση της οικογένειας που είχε δώσει τρις ακόμα κληρικούς: τα δύο αδέρφια, Κωνσταντίνο και Γεώργιο, που έζησαν ως μοναχοί σε μοναστήρι του Άθω και τον θείο του Ιερόθεο, Επίσκοπο Πατρών. Από το 1893 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και ασχολήθηκε με το εμπόριο δερμάτων. Η μητέρα του Δημήτρη Μητρόπουλου, Αγγελική, καταγόταν από την Άνδρο. Η οικογένειά της είχε μετοικήσει επίσης στην Αθήνα και ο πατέρας της, Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, ήταν αμαξάς στην αυλή του βασιλιά Γεωργίου Α.
Κανένας από τους προγόνους του Δημήτρη Μητρόπουλου δεν έγινε γνωστός για τις μουσικές του επιδόσεις. Ίσως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν να μην τους επέτρεψαν να ασχοληθούν με τη μουσική. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποκλείσει κανείς την ύπαρξη κληρονομικής προδιάθεσης, αφού μάλιστα και η αδελφή του Ελένη είχε δείξει σοβαρή κλίση για τη μουσική. Πέθανε όμως πολύ νέα από φυματίωση, και αυτό ήταν ένα πρώτο βαρύ πλήγμα για τον Μητρόπουλο.
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τον Αχιλλέα Ντελμπουόνο, Ιταλό πιανίστα, εγκατεστημένο στην Αθήνα. Το 1910 γράφτηκε στο Ωδείο διδάχτηκε πιάνο από το Γιώργο Αγαπητό (1910-1911) και Θησέα Πίνδιο (1911-1913) και θεωρητικά από τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη (1910-1911). Από το 1912 τη θεωρητική του κατάρτιση ανέλαβε ο Βέλγος συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας Αρμάν Μαρσίκ (Armand Marsik) που του δίδαξε αρμονία, αντίστιξη και φούγκα.
Πιάνο συνέχισε με τον Γερμανό πιανίστα και παιδαγωγό Λούντβιχ Βασσενχόβεν (Ludwig Wwssenhoven). Ο Βασσενχόβεν τον όπλισε με εφόδια που – χωρίς καμιά υπερβολή – θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς μόνο σε μεγάλους πιανίστες, ενώ ο Μαρσίκ, όχι μόνο του μεταβίβασε τις γνώσεις και την πείρα του, αλλά του εξασφάλισε τις προϋποθέσεις για την ομαλή και συγχρόνως πολύπλευρη ανάπτυξη του πολυσχιδούς ταλάντου του. Έτσι, ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης είχε την ευκαιρία να μετέχει ως μουσικός (έπαιζε τα κρουστά) στην ορχήστρα του ωδείου που διηύθυνε ο δάσκαλός του, να εμφανίζεται μαζί του σε συναυλίες, να συνοδεύει στο πιάνο τους συναδέλφους του σπουδαστές του τραγουδιού, του βιολιού κ.λπ. στη μελέτη και στις εμφανίσεις τους. Ο Μαρσίκ, επίσης, ήταν εκείνος που του εμπιστεύτηκε για πρώτη φορά την μπαγκέτα στη συναυλία που έδωσε η Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών στις 29 Απριλίου / 12 Μαίου 1915 στην Αθήνα, ο Μητρόπουλος διηύθυνε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση τη σύνθεσή του Ταφή.
Τον Ιούνιο του 1919 ο Μητρόπουλος πήρε δίπλωμα σολίστ πιάνου με άριστα παμψηφεί. Για την ιδιαίτερη επίδοσή του η εξεταστική επιτροπή απένειμε το "Χρυσούν Μετάλλιον Ιφιγενείας και Ανδρέα Συγγρού". Για πρώτη φορά στα χρονικά του Ωδείου Αθηνών (ιδρύθηκε το 1871) αποφασίστηκε η απονομή μιας τέτοιας διάκρισης.
Το καλοκαίρι του 1920 ο Μητρόπουλος στέλνεται ως υπότροφος του Ωδείου Αθηνών (χορηγία Εμμανουήλ Μπενάκη και αβερώφειος συμπληρωματική υποτροφία) στις Βρυξέλλες για να συμπληρώσει τις σπουδές του στη σύνθεση και να "επιδοθεί ιδιαιτέρως εις την σπουδήν του Orgue" στο εκεί Conservatoire Royale de Musique. Δεν εφοίτησε στο Κονσερβατόριο, αλλά πήρε ιδιωτικά μαθήματα σύνθεσης από τον Πωλ Ζιλσόν (Paul Gilson) και Οργάνου από τον Αλφόνς Μτεσμέ (Alphonse Desmet).
Δημήτρης Μητρόπουλος και Ιγκόρ Στραβίνσκι
Καθώς προκύπτει από την έρευνα των αρχείων της Ακαδημίας των Τεχνών ο Μητρόπουλος δεν εφοίτησε στην τάξη του Φερρούτσιο Μπουζόνι (Ferruccio Busoni) ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν μαθητής του, όπως τόσο συχνά γράφεται. Γνωρίστηκε, όμως, μαζί του, έζησε στον κύκλο του, όπου σύχναζαν συνθέτες, ζωγράφοι, συγγραφείς κ.λπ. Η συνάντηση αυτή με το μεγάλο πιανίστα, συνθέτη, διευθυντή ορχήστρας και αισθητικό της μουσικής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατοπινή του εξέλιξη και άσκησε βαθιά επίδραση στη διαμόρφωση της καλλιτεχνική του προσωπικότητας. Η τριετής παραμονή του Μητρόπουλου στο Βερολίνο στάθηκε αποφασιστική για την παραπέρα εξέλιξή του. Εκεί έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα ως μουσικός εκγυμναστής στην Όπερα Unter den Linden, όπου είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με μαέστρους όπως οι Erich Kleiber, Gustav Brecher, Max von Schillings και παράλληλα να ακούσει και να δει να διευθύνουν τους Arthur Nikisch και Wilhelm Furtwängler. Ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα όπως ήταν, επωφελήθηκε από την παραμονή του στην πόλη αυτή, όπου διασταυρώνονταν τα ρεύματα κοσμογονικών εξελίξεων στη μουσική.
Από το 1927, όταν η ορχήστρα αυτή διαλύθηκε και έως το 1937 ήταν αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών που ανασυγκροτήθηκε.
Παρόλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτά τα χρόνια, ο Μητρόπουλος πέτυχε να συσπειρώσει γύρω του τους μουσικούς, να τους μεταδώσει την πολύτιμη πείρα του, να τους εκγυμνάσει έτσι, ώστε η ελληνική ορχήστρα να γνωρίσει κάτω από τη δική του διεύθυνση μια περίοδο άνθησης μοναδική στην ιστορία της. Μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών διεθνούς αναγνώρισης, όπως οι Ελίζανπεθ Σούμαν, Λότε Λέεμαν, Εγκόν Πέτρι, Ρονισλάβ Χούμπερμαν, Βίλχελμ Μπακχάους, Άρθουρ Ρουμπινστάιν. Αλφρέ Κορτώ, Βίλχελμ Κεμφ κ.α. ήρθαν τα χρόνια εκείνα στην Αθήνα και συνεργάστηκαν μαζί του στις συναυλίες της ορχήστρας, αρκετοί και σε ατομικά ρεσιτάλ που έδιναν με τη σύμπραξή του ως πιανίστα.
Οι φιλοξενούμενοι καλλιτέχνες μετέφεραν τις άριστες εντυπώσεις και τον ενθουσιασμό τους από τη συνεργασία αυτή στα μεγαλύτερα μουσικά κέντρα της Ευρώπης. Έτσι εξηγείται πως ο νέος Έλληνας μαέστρος κατάφερε να σπάσει το φράγμα της ανωνυμίας και να βρεθεί –από μια χώρα που δεν είχε πολιτογραφηθεί στον διεθνή μουσικό κόσμο – να διευθύνει μερικές από τις καλύτερες ορχήστρες της Ευρώπης.
Το πρώτο βήμα έγινε στις 27 Φεβρουαρίου 1930 στο Βερολίνο, όπου ο Μητρόπουλος εμφανίστηκε με την τριπλή ιδιότητα του μαέστρου, του πιανίστα και του συνθέτη. Η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου έπαιξε υπό τη διεύθυνσή του το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε ντο μείζονα έργο 26 του Σεργκέι Προκόφιεφ, το σολιστικό μέρος του οποίου απέδωσε ό ίδιος. Το πρόγραμμα περιελάμβανε επίσης τη σύνθεσή του Κονσέρτο Γκρόσσο. Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε επικεφαλής των ορχηστρών: Συμφωνική Ορχήστρα του Παρισιού, Συμφωνική Ορχήστρα της Ακαδημίας της Σάντα Τσετσίλια, Κρατική Φιλαρμονική της Μόσχας, Κρατική Φιλαρμονική του Λένινγκραντ, Ορχήστρα του θεάτρου της Σκάλας του Μιλάνου, Ορχήστρα των Συναυλιών Λαμουρέ κ.α.
Οι τακτικές συμφωνικές συναυλίες του Μητρόπουλου με την ορχήστρα στην Αθήνα, αλλά και έξω από την πρωτεύουσα – για πρώτη φορά στα αρχαία θέατρα της Επιδαύρου, της Κορίνθου, των Δελφών και της Σικυώνος -, η συμμετοχή του ως πιανίστα σε ρεσιτάλ, ή σύμπραξή του στο Τρίο Αθηνών, οι εμφανίσεις του ως προσκαλεσμένου μαέστρου στα ευρωπαϊκά μουσικά κέντρα, η διδασκαλία (δίδαξε Μορφολογία στο Ωδείο Αθηνών από το 1931 έως το 1936) και η σύνθεση απαρτίζουν το ευρύ φάσμα των δραστηριοτήτων του.
Τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που συμπίπτουν με τα πρώτα χρόνια της ζωής και της δράσης του Μητρόπουλου στην Αμερική, αποτέλεσαν γι’ αυτόν μια περίοδο βαθιάς κρίσης που σημάδεψε την ανθρώπινη και καλλιτεχνική του υπόσταση. Αν πριν από τον πόλεμο ένοιωθε ένα χάος αν τον χωρίζει απ’ όλο τον κόσμο, έτσι ώστε ήταν και έμενε πάντα μόνος, και όταν ακόμα βρισκόταν κοντά σε εκείνους που τον αγαπούσαν – είναι τα δικά του λόγια – τώρα πια, αποκομμένος από το φυσικό του περίγυρο, μακριά από τους δικούς του, ανίκανος να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, όχι μόνο θα αποδεχτεί αλλά και θα αναζητήσει ο ίδιος τη μοναξιά. Και ενώ για πολλά χρόνια ταλαντευόταν ανάμεσα στις ιδέες της τέχνης ως αυτοσκοπού και της τέχνης ως παιδαγωγικού μέσου, τα γεγονότα του πολέμου θα ενισχύσουν φυσικές του καταβολές και επίκτητες διαθέσεις, ώστε ποτέ πια δεν θα δει τη μουσική έξω από μια γενικότερη ωφελιμιστική φιλοσοφία.
Μέσα στο διάστημα των έντεκα χρόνων, και παρ' όλες τις δυσκολίες και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις του Β Παγκοσμίου πολέμου, ανέδειξε τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μιννεάπολης, σε ένα από τα καλύτερα και γνωστότερα συμφωνικά συγκροτήματα της Αμερικής. Μαζί της πραγματοποίησε δεκαπέντε περιοδείες σε πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, οι συναυλίες της μεταδίδονταν από τα μεγαλύτερα ραδιοφωνικά δίκτυα της χώρας, ενώ πολλά έργα καθιερωμένων ή άγνωστων συνθετών παίχτηκαν σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση υπό τη δική του διεύθυνση. Εμφανίστηκε ως προσκαλεσμένος μαέστρος με τη Συμφωνική Ορχήστρα του NBC, τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας κ. α. Μορφολογία και Ερμηνεία σε σεμινάρια αποφοίτων της Μουσικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Μιννεσότα. Συμμετείχε ως πιανίστας σε συναυλίες μουσικής δωματίου με το ensemble που είχε ιδρύσει ο Louis Krransner, εξάρχων της Συμφωνική Ορχήστρα της Μιννεάπολης.
Από τη σαιζόν 1944-45, δέκατη έκτη του θεσμού των θερινών συναυλιών που οργανώνονταν από τη μουσική εταιρία Robin Hood Dell και δίδονταν στο πάρκο Fairmount της Φιλαδέλφειας, του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Καλλιτεχνικού Διευθυντή και Αρχιμουσικού της Robin Hood Dell Symphony Orchestra που δεν ήταν ‛άλλη από την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας.
Το 1949 ο Μητρόπουλος ανέλαβε διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, μαζί με τον Λεοπόλδο Στοκόφσκι. Τον επόμενο χρόνο ο Στοκόφσκι αποσύρθηκε. Από το 1951 η Φιλαρμονική ανέθεσε στο Μητρόπουλο τα καθήκοντα του Αρχιμουσικού και Καλλιτεχνικού Διευθυντή, που τα άσκησε ως το 1957. Χωρίς καμία ξένη και ασυμβίβαστη προς την καλλιτεχνική του ιδιότητα, με σκληρή δουλειά και αυτοκριτική, και παρόλα τα εμπόδια που όρθωναν στο διάβα του οι συνάδελφο, χωρίς διαφημιστικά τεχνάσματα, με την αξία του πέτυχε να του εμπιστευτούν τις τύχες της πρώτης αμερικανικής ορχήστρας, της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης.
Το 1950 ο Έλληνας μαέστρος παρουσίασε την όπερα Ηλέκτρα του Ρίχαρντ Στράους στα πλαίσια των εκδηλώσεων του 13ου Μουσικού Μαΐου της Φλωρεντίας. Μια νέα φάση της σταδιοδρομίας του άρχισε που χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικά γεγονότα. Επέστρεψε στην Ευρώπη ύστερα από δώδεκα χρόνια, και έδωσε τέλος στη μακρόχρονη απουσία του από το λυρικό θέατρο. Στα επόμενα χρόνια μοίρασε τη δραστηριότητά του ανάμεσα στη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, το Συγκρότημα Δωματίου (ιδρύθηκε το 1952 από μέλη της Φιλαρμονικής και επέζησε έως το 1959 χάρη στη δική του συμπαράσταση), ενώ παράλληλα εμφανιζόταν ως έκτακτος μαέστρος προσκαλεσμένος από ορχήστρες της Αμερικής και της Ευρώπης, όπως οι: Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης, Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, Φιλαρμονική του Λος Άντζελες, Ορχήστρα του Κλήβελαντ, Ορχήστρα του Θεάτρου της Σκάλας του Μιλάνου, Φιλαρμονική της Βιέννης, Φιλαρμονική του Βερολίνου, Ορχήστρα Κοντσέρτγκεμπάου του Άμστερνταμ, Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας κ.α. Διηύθυνε, επίσης, παραστάσεις όπερας στη Λυρική Όπερα του Σικάγου, στο Θέατρο της Σκάλας του Μιλάνου, στην Κρατική Όπερα της Βιέννης κ. α. και συμμετείχε διευθύνοντας συναυλίες και παραστάσεις όπερας στα πλαίσια εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Σύγχρονης Μουσικής της Βενετίας, του Φεστιβάλ Ζάλτσμπουργκ, του Μουσικού Μαΐου της Φλωρεντίας κ.α.
Το 1955 η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης πραγματοποίησε μια περιοδεία σε πόλεις της Ευρώπης, ανάμεσά τους και η Αθήνα, με επικεφαλής τον Αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή της Δημήτρη Μητρόπουλο, καθώς και τους Γκουίντο Καντέλλι και Γκέοργκ Σελλ, και το 1958 μια δεύτερη περιοδεία σε πόλεις της Λατινικής Αμερικής με επικεφαλής αυτή τη φορά τους Δημήτρη Μητρόπουλο και Λέοναρντ Μπερστάιν.
Για την περίοδο 1957-58 ο Μητρόπουλος εκλέχτηκε συνδιευθυντής της Φιλαρμονικής με τον Μπερνστάιν και από την περίοδο 1958-59, οπόταν ανέλαβε Καλλιτεχνικός Διευθυντής ο Μπερνστάιν, ο Μητρόπουλος διηύθυνε πλέον την ορχήστρα αυτή ως προσκαλεσμένος μαέστρος.
Και στην Καίτη Κατσόγιαννη και στον Dixon προφορικά, αλλά και στη διαθήκη του, είχε εκφράσει την επιθυμία να καεί η σορός του και η τέφρα του αν ήταν δυνατό, να διασκορπιστεί στην Ελλάδα. Η Ελληνική κυβέρνηση με πολεμικό αεροπλάνο παρέλαβε την τέφρα του από το Μιλάνο (η καύση έγινε στο Lugano) και με στρατιωτικό αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, σε ένα κατάμεστο θέατρο που τη δέχτηκε με συγκίνηση. Αφού κατατέθηκαν στεφάνια, η Κρατική Ορχήστρα, δίχως αρχιμουσικό, έπαιξε το πένθιμο εμβατήριο από την «Ηρωική».
Η τέφρα μεταφέρθηκε στο Ωδείο Αθηνών, από τον γλύπτη Γιάννη Παππά ετοιμάστηκε ο τάφος που παραχωρήθηκε από το Δήμο Αθηναίων στο Πρώτο Νεκροταφείο, ανάμεσα στους εθνικούς ευεργέτες και αγωνιστές του 1821.
Οι Ηνωμένε Πολιτείες της Αμερικής ετίμησαν τη μνήμη του Δημήτρη Μητρόπουλου με συναυλίες, ιδρύματα στ’ όνομά του και διεθνή ετήσιο Μουσικό Διαγωνισμό.
Με την ίδρυση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το όνομά του Δημήτρη Μητρόπουλου εδόθη σε μια ξεχωριστή αίθουσά του.
Πηγές:
- Δημήτρης Μητρόπουλος: Ζωή και Έργο, Απόστολου Κώστιου, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 1995
- Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσόγιαννη, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1996
- William R. Trotter: Ο Ιεροφάντης της Μουσικής (Η ζωή του Δημήτρη Μητρόπουλου) εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2000
- Δημήτρης Μητρόπουλος 1896-1960: «Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες», Κυριακή 26 Μαΐου 1996
-Δημήτρης Μητρόπουλος – Ο «μύστης» της μουσικής: «Ελευθεροτυπία – Βιβλιοθήκη», 12 Ιανουαρίου 2001,