Επέτειος: 65 χρόνια από την απόβαση στη Νορμανδία

Χαίρομαι που μιλάω με κάποιον που ασχολείται με το θέμα.

Πάντως και συ ο ίδιος γράφεις:

"Η Αυστρουγγαρία αμφιταλαντεύθηκε αν θα προσφύγει στα όπλα ή όχι, και τελικά μόνο ύστερα από τη θετική απάντηση της Γερμανίας ότι θα παράσχει στρατιωτική υποστήριξη, την Αυστρία προχώρησε στην αποστολή τελεσιγράφου."

Προφανώς θα συμφωνείς ότι η Αυστρία και η Γερμανία ξεκίνησαν τον πόλεμο.

Από την άλλη, σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου οι Άγγλοι επιτέθηκαν στις Γερμανικές αποικίες και τις κατέλαβαν όλες (αναμενόμενο βέβαια ... νομίζω κάτι λίγα εδάφη γλύτωσαν κάπου στην Αφρική).

http://en.wikipedia.org/wiki/German_colonial_empire

Προφανώς οι Γερμανοί θα ήξεραν καλά ότι δεν έχουν δυνατότητα να προστατεύσουν τις αποικίες τους, ούτε ναυτικό να χτυπήσουν τους Άγγλους.

Δεν είναι λοιπόν άτοπο να πούμε ότι βασικός λόγος για τον πόλεμο το 1914 ήταν οι αποικίες;
 
Δεν έχω κάτι να προσθέσω, παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρων την συζήτηση. Μία μόνο σημείωση οτι την wikipedia (και γενικώς τα wiki) δεν είναι να την έχεις και ευαγγέλιο καθώς οσα γράφονται είναι απόψεις χρηστών και συχνά πυκνά γράφονται και γεγονότα υπο αμφισβήτηση...
 
Δεν έχω κάτι να προσθέσω, παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρων την συζήτηση. Μία μόνο σημείωση οτι την wikipedia (και γενικώς τα wiki) δεν είναι να την έχεις και ευαγγέλιο καθώς οσα γράφονται είναι απόψεις χρηστών και συχνά πυκνά γράφονται και γεγονότα υπο αμφισβήτηση...

Σίγουρα. Αλλά είναι βολική! Βαριέμαι να ψάχνω βιβλία και σελίδες!...
Για τους πολέμους σε βιβλία διάβασα ότι διάβασα, όχι στο Ίντερνετ.

Πάντως στα λινκ που έδωσα για τις αποικίες βασικά είδα μόνο τους χάρτες, δεν διάβασα καν τι γράφουν στα άρθρα! Οι χάρτες όμως είναι πολύ καλοί, αξίζει να τους δείτε. Έχουν την γη και την κάθε αυτοκρατορία με μπλε χρώμα. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος κάθε αυτοκρατορίας και τι χάθηκε (πχ. οι Γάλλοι έχασαν από τους Άγγλους τη μισή βόρειο Αμερική και την μισή Ινδία).

Επίσης, με τους χάρτες αυτούς θυμήθηκα το εξής χαριτωμένο του Κίγκαν (ιστορικού, όχι του ποδοσφαιριστή!):

Ο Κίγκαν στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο πήγαινε στο δημοτικό και είχαν στη τάξη του τον παγκόσμιο χάρτη με το χρώμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας να ξεχωρίζει. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος με τον Χίτλερ, είδαν τα παιδάκια στο χάρτη τη Γερμανία και απόρησαν πόσο τρελός μπορεί να είναι αυτός ο άνθρωπος που με αυτό το μικρό κρατιδιάκι τα βάζει εναντίων της αυτοκρατορίας!!!
Ίσως ο χάρτης να ήταν κάτι τέτοιο: http://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/7/75/BritishEmpire1919.png

(Μετά βέβαια εξηγεί ότι τα μεγέθη απατούν και τη δύναμη της Γερμανίας στο Δεύτερο Παγκόσμιο).
 
ΤΟ έκδοσες ποτέ βρε Βλάσση????

Μια μορφή του είναι στο τυπογραφείο για έκδοση, αλλά μάλλον θα καθυστερήσει πολύ. Ο εκδότης λέει ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον για έκδοση για τον Α' ΠΠ από Έλληνες συγγραφείς. Αν ήμουν Γερμανός, λέει, θα είχε πουλήσει το βιβλίο στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας στην Ελλάδα 3000 αντίτυπα.
 
Από όσα έχω διαβάσει αλλά και από ότι ακολούθησε τους δύο πολέμους, έχω την αίσθηση, ότι και οι δύο είχαν να κάνουν με τις πρώτες ύλες της βαριάς βιομηχανίας και τα κοιτάσματά τους καθαρά στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Είναι νομίζω φανερό ότι τον έλεγχο της βιομηχανίας αλλά και της αγοράς θα τον είχε (ίσως να τον έχει ακόμα) αυτός που θα είχε στον έλεγχό του τον άνθρακα και τον χάλυβα. Δεν είναι τυχαίο ότι λίγα χρόνια μετά τον Β' Π.Π. κάνει την εμφάνισή της η πρώτη προσπάθεια για Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόγονος της ΕΟΚ, η Ένωση του Χάλυβα και Άνθρακα, μια σύμπραξη Γάλλων και Γερμανών πολιτικών και Βιομηχάνων, με σκοπό τον κοινό έλεγχο των πρώτων υλών στην Ευρώπη και την εξασφάλιση της Ειρήνης στην Γηραιά ήπειρο.
 
Για τις αποικίες.... μετά την έκρηξη του πολέμου

Οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να στείλουν δυνάμεις για να προστατεύσουν τις αποικίες τους εκτός Ευρώπης. Έτσι τον Αύγουστο του 1914 το Τόγκο καταλήφθηκε από τα βρετανικά στρατεύματα της Γκάνα και από τα γαλλικά της Δαχομέη. Το Καμερούν αντιστάθηκε πολύ περισσότερο. Δέχθηκε επίθεση από τους Βρετανούς και τους Γάλλους από ξηρά και θάλασσα αλλά κατόρθωσε να αντέξει μέχρι τις 18 Φεβρουαρίου 1916. Στη σημερινή Ναμίμπια (τότε Νοτιοδυτική Αφρική) είχε σημειωθεί εξέγερση των Μπόερς εναντίον των Βρετανών, όμως οι Βρετανοί κατόρθωσαν να εκμηδενίσουν την αντίστασή τους μέχρι τον Ιούλιο του 1915.

Αντίθετα στη δυτική Αφρική οι Βρετανοί δεν μπόρεσαν να εκμηδενίσουν τη γερμανική αντίσταση. Συγκεκριμένα οι γερμανικές αποικίες στο έδαφος της σημερινής Ρουάντα και του Μπουρούντι και στην Ταγκανίκα καταλήφθηκαν το 1916 από τους Βρετανούς και από τους Βέλγους, αλλά ο Γερμανός στρατηγός Πάουλ φον Λέτοφ Φόρμπεκ (Lettov-Vorbeck) με 12.000 άνδρες (κυρίως Αφρικανούς) κατόρθωσε να διαφύγει, κατέλαβε την Πορτογαλική Ανατολική Αφρική το 1917, επανήλθε στην Ταγκανίκα στα μέσα του 1918, και τον Οκτώβριο του 1918 εισέβαλε στη βρετανική Βόρειο Ροδεσία και την κατέλαβε. Τελικά παραδόθηκε στους Βρετανούς στις 25 Νοεμβρίου 1918, 14 μέρες μετά την συνθηκολόγηση της Γερμανίας και χωρίς να έχει ηττηθεί.
Οι υπόλοιπες αποικίες της Γερμανίας καταλήφθηκαν από Νεοζηλανδούς, Αυστραλούς και Ιάπωνες χωρίς να προβάλλουν μεγάλη αντίσταση.
 
Περί της απόλυτης υπεροχής του βρετανικού στόλου (1914)

1914

Μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία διατηρούσε απόλυτη υπεροχή στη θάλασσα και κανένας δεν την είχε αμφισβητήσει. Οι Γερμανοί επιδίωξαν, αντί να αντιπαρατεθούν απευθείας με τους Βρετανούς, να δημιουργήσουν στολίσκους από γρήγορα και με μεγάλη δύναμη πυρός πλοία, τα οποία θα πλέουν στους ωκεανούς ελεύθερα με σκοπό να παρεμποδίζουν την κίνηση των εμπορικών σκαφών, τη μεταφορά στρατευμάτων από τις βρετανικές και τις γαλλικές αποικίες στα μέτωπα των μαχών στην Ευρώπη και να πραγματοποιούν καταδρομικές επιχειρήσεις κατά των βρετανικών πολεμικών πλοίων. Ταυτόχρονα πόντισαν νάρκες στις ακτές ώστε να εμποδίσουν την προσέγγιση των βρετανικών θωρηκτών και χρησιμοποίησαν τα υποβρύχια για να τορπιλίζουν και να βυθίζουν τα εμπορικά πλοία των συμμάχων και των ουδέτερων κρατών που μετέφεραν πρώτες ύλες και πολεμικό υλικό στις δυνάμεις της Entente. Οι Βρετανοί από την πλευρά τους ήθελαν να εφαρμόσουν ναυτικό αποκλεισμό στη Γερμανία και στις γειτονικές ουδέτερες χώρες ώστε να μην μπορεί η Γερμανία να προμηθεύεται πρώτες ύλες και καύσιμα.

Ο γερμανικός στολίσκος της Ανατολικής Ασίας με διοικητή τον ναύαρχο Μαξιμίλιαν φον Σπέε (Spee) που αποτελούνταν από καταδρομικά και δυο θωρηκτά το Λειψία και Δρέσδη, κινούνταν ανενόχλητος για μήνες στον Ειρηνικό ωκεανό. Την 1η Νοεμβρίου 1914 κατόρθωσαν να νικήσουν τη βρετανική ναυτική δύναμη με επικεφαλής τον ναύαρχο Σερ Κρίστοφερ Κράντοκ (Cradock) που είχε σταλεί για τους αντιμετωπίσει στη ναυμαχία του Κόρονελ ανοιχτά της Χιλής. Η αποτυχία, ώθησε τους Βρετανούς να στείλουν μεγάλη δύναμη στο νότιο ημισφαίριο για την καταδίωξη του γερμανικού στολίσκου. Στις 8 Δεκεμβρίου οι δυο στόλοι συναντήθηκαν έξω τα νησιά Φώκλαντ στο νότιο Ατλαντικό. Οι Βρετανοί με επικεφαλής τον ναύαρχο Σερ Ντόβεντον Στάρντυ (Doveton Sturdee) κατόρθωσαν να εκμηδενίσουν τις γερμανικές δυνάμεις. Όλα σχεδόν τα γερμανικά σκάφη βυθίστηκαν και όσα κατόρθωσαν να διαφύγουν, βυθίστηκαν τους επόμενους μήνες.
 
Περί της απόλυτης υπεροχής του βρετανικού στόλου (1915)

Το 1915 οι Γερμανοί προσπάθησαν να αντιδράσουν και βύθιζαν κάθε εμπορικό πλοίο που μετέφερε υλικό για την Entente αλλά και επιβατικά πλοία, όπως τα ιαπωνικά Τοκουμάρου και Ικαρία, το βρετανικό υπερωκεάνιο Λουζιτάνια και το αμερικανικό Εσπέρια. Όμως οι Βρετανοί έλαβαν εκτεταμένα ανθυποβρυχιακά μέτρα, με υποβρύχια δίκτυα, με συνοδεία εμπορικών πλοίων και με μέτρα εντοπισμού και αντιμετώπισης των υποβρυχίων. Ταυτόχρονα ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τον ναυτικό αποκλεισμό.
 
Περί της απόλυτης υπεροχής του βρετανικού στόλου (1916)

Τον Ιανουάριο του 1916 ορίστηκε επικεφαλής του γερμανικού στόλου ο ναύαρχος Ράινχαρντ Σπέερ. Σκοπός του Σπέερ ήταν να παρασύρει το βρετανικό στόλο στα στενά της Γιουτλάνδης μεταξύ Νορβηγίας και Δανίας και να του καταφέρει μεγάλο πλήγμα. Στις 30 Μαίου έστησε παγίδα στους Βρετανούς. Έστειλε μοίρα βαρέων και ελαφρών καταδρομικών με τα συνοδευτικά αντιτορπιλικά στα ανοιχτά της Νορβηγίας με επικεφαλής το Χίπερ. Ο σκοπός του ήταν να ξεγελάσει τον Βρετανό ναύαρχο Μπήτυ ώστε εκείνος να στραφεί στο κυνήγι της γερμανικής μοίρας. Τότε αυτός θα έσπευδε με το σύνολο των δυνάμεών του και θα έθετε τη βρετανική μοίρα μεταξύ δύο πυρών.

Όμως οι Βρετανοί κατόρθωσαν να υποκλέψουν το σήμα της γερμανικής επιχείρησης και στις 30 Μαίου όλος ο βρετανικός στόλος με επικεφαλής τον ναύαρχο Τζων Τζέλικο (John Jellicoe) απέπλευσε από τον κόλπο του Σκάπα Φλόου με σκοπό να αντιμετωπίσει το γερμανικό. Oι δυο μοίρες συναντήθηκαν τα ξημερώματα της 31 Μαίου. Αρχικά τα βαριά καταδρομικά των Γερμανών κατόρθωσαν να βυθίσουν την προπομπή των Βρετανών, αλλά όταν έφθασαν στο πεδίο της μάχης τα βαριά βρετανικά καταδρομικά η κατάσταση αντιστράφηκε.

Στις 6.30 οι δυο στόλοι είχαν έλθει σε επαφή. Οι Βρετανοί είχαν ήδη παρατάξει σε ευθεία γραμμή όλα τα θωρηκτά και τα βαριά καταδρομικά πριν καταφθάσει ο γερμανικός στόλος και λάβει θέσεις μάχης. Η δύναμη πυρός των Βρετανών ήταν τρομακτική και ο κίνδυνος για τους Γερμανούς μεγάλος. Ο ναύαρχος Σπέερ ξέφυγε από τη δύσκολη θέση με απότομη στροφή 180 μοιρών όλων των πλοίων. Όμως και οι Βρετανοί πραγματοποίησαν κατάλληλο ελιγμό παίρνοντας θέσει ανάμεσα στο γερμανικό στόλο και τα γερμανικά παράλια. Οι απώλειες των Γερμανών ήταν μεγάλες και ο κίνδυνος απώλειας όλου του στόλου ήταν ορατός. Ο Σπέερ διέταξε τα βαριά καταδρομικά και τα αντιτορπιλικά να πλεύσουν κατά μέτωπο των Βρετανών σε μια επίθεση αυτοκτονίας. Όμως ο ναύαρχος Τζέλικο υπερτίμησε τον κίνδυνο από την επίθεση των γερμανικών αντιτορπιλικών και αντί να διατάξει τον βρετανικό στόλο πλεύσει κατά των γερμανικών θωρηκτών, διέταξε υποχώρηση και έξοδο από το πεδίο της μάχης. Ο γερμανικός στόλος κατόρθωσε και μπήκε ασφαλής στα γερμανικά λιμάνια. Δεν τόλμησε να αντιπαρατεθεί άλλη φορά με τους Βρετανούς.

Η ναυμαχία της Γιουτλάνδης θεωρείται η μεγαλύτερη ναυτική σύγκρουση στην ιστορία και η μόνη, όπου και οι δυο πλευρές διεκδικούν την πατρότητα της νίκης.
 
Περί της απόλυτης υπεροχής του βρετανικού στόλου (1917)

Στις αρχές του 1917 υπήρξε διάσταση μεταξύ των στρατιωτικών και των πολιτικών στη Γερμανία σχετικά με τη δράση των υποβρυχίων. Τελικά επικράτησαν οι στρατιωτικοί και έτσι από την 1η Φεβρουαρίου 1917 η Γερμανία εξαπέλυσε υποβρυχιακό πόλεμο χωρίς καμιά αναστολή και περιορισμό. Από την πλευρά της η Μεγάλη Βρετανία ενίσχυσε το ναυτικό αποκλεισμό ακόμη περισσότερο και δημιούργησε ακόμη σοβαρότερα προβλήματα στον ανεφοδιασμό της Γερμανίας.

Στο διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου 1917 οι Γερμανοί κατόρθωσαν να βυθίζουν εκατοντάδες εμπορικά πλοία με τα υποβρύχιά τους. Υπολόγιζαν ότι αν συνέχιζαν με τον ίδιο ρυθμό οι δυνάμεις της Entente δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο για πολλούς μήνες ακόμη, καθώς δεν θα μπορούσαν να ανεφοδιάζονται επαρκώς. Όμως οι Βρετανοί από τον Απρίλιο εφάρμοσαν το σύστημα των νηοπομπών, δηλαδή τη δημιουργία στόλου εμπορικών πλοίων που συνοδεύονταν από αντιτορπιλικά και μάλιστα κατόρθωσαν να βυθίσουν πολλά υποβρύχια.
 
Περί της απόλυτης υπεροχής του βρετανικού στόλου (1918)

Το 1918 οι δυνάμεις της Entente ναρκοθέτησαν το στενό της Μάγχης και σε μεγάλο βαθμό το Στενό μεταξύ Σκωτίας και Νορβηγίας. Έτσι η δράση των υποβρυχίων μειώθηκε κατά πολύ. Η δραστηριότητα των πλοίων επιφανείας ήταν περιορισμένη.

Μόνο στις 29 Οκτωβρίου, όταν όλα είχαν τελειώσει και η υπογραφή της ανακωχής ήταν θέμα ημερών δόθηκε διαταγή να εξέλθει ο στόλος στη Βόρεια θάλασσα και να πολεμήσει. Τα πληρώματα των πλοίων του στόλου στασίασαν. Η στάση μεταβλήθηκε σε εξέγερση που μεταδόθηκε από το Κίελο στο Αμβούργο και στη Βρέμη.
 
Απάντηση: Re: Επέτειος: 65 χρόνια από την απόβαση στη Νορμανδία

Προφανώς οι Γερμανοί θα ήξεραν καλά ότι δεν έχουν δυνατότητα να προστατεύσουν τις αποικίες τους, ούτε ναυτικό να χτυπήσουν τους Άγγλους.

Δεν είναι λοιπόν άτοπο να πούμε ότι βασικός λόγος για τον πόλεμο το 1914 ήταν οι αποικίες;

Δεν το βλέπω καθόλου άτοπο. Υπολόγιζαν να κερδίσουν τον πόλεμο στα θέατρα της Ευρώπης, όπου διέθεταν τον ισχυρότερο στρατό της εποχής και να εξαργυρώσουν τα κέρδη τους στις αποικίες μέσω των όρων που θα επέβαλλαν στη συνθήκη ειρήνης.

Οικονομικοί και γεωπολιτικοί λόγοι είναι αυτοί που υπαγορεύουν τους πολέμους. Και η διαμάχη για τις πρώτες ύλες των αποικιών και το πλεονέκτημα που πρόσφεραν στο διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό ακούγεται πειστική.
 
Πάντως θεωρώ και εγώ ότι υπήρχαν κάποιες στιμές στον Β'Π.Π. που θα μπορούσαν να αλλάξουν την έκβασή του. Το καθοριστικότερο νομίζω ήταν η Δουνκέρκη. Εκεί ο Χίτλερ επέλεξε να μην αποδεκατίσει τις βρετανικές συνάμεις που διέφευγαν με ότι πλωτό μέσο υπήρχε διαθέσιμο, με σκοπό την μετέπειτα συμμαχία Βρετανίας Γερμανίας. Δεν ξέρω αν ήταν στρατηγικό λάθος δεδομένου ότι μέχρι και τη μάχη της Αγγλίας ο Χίτλερ δεν ήθελε πλήρη αντιπαράθεση με τους Άγγλους, αλλά είναι γεγονός ότι με όλο το εκστρατευτικό σώμα στη Γαλλία αποδεκατισμένο ή αιχμαλωτισμένο, θα μπορούσε να διαπραγματευτεί καλύτερα την Ειρήνη με τους Βρετανούς.

Δεύτερη σημαντική στιγμή του πολέμου ήταν η πρώτη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων κατά του άξονα, η Μάχη της Αγγλίας. Ένα πραγματικό έπος της ΡΑΦ αλλά και του λαού του Λονδίνου, απέναντι στις δυνάμεις του άξονα. Αναπτέρωσε το ηθικό στις τάξεις των συμμαχικών δυνάμεων, ευαισθητοποίησε τον κόσμο στις ΗΠΑ, αλλά πάνω από όλα, ανάγκασε τον Τσώρτσιλ να διαπραγματευτεί την παγκόσμια κυριαρχία της Βρετανίας με την ηγεσία των ΗΠΑ, με σκοπό να τους μπάσει στον πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τον πόλεμο η Βρετανική Αυτοκρατορία σταδιακά μετατρέπεται σε κοινοπολιτεία, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ γιγαντώνονται τόσο πολύ παντού.

Μεγάλη συνεισφορά είχε και η Ελλαδίτσα μας που έβγαλε εκτός χρονοδιαγράμματος για μερικές εβδομάδες την εισβολή των Γερμανών στη Ρωσία. Τεράστιο επίτευγμα αν σκεφτεί κανείς το τι εξασφάλισαν αυτές οι 3-4 εβδομάδες. Και είναι φοβερό επίτευγμα (το μεγιστο αν το εξετάσουμε με τη σοβαρότητα που του αξίζει) αυτό που κατάφεραν μέσα σε 2 μήνες οι Σοβιετικοί. Ξέστησαν όλη τους τη βαριά βιομηχανία, τη "φόρτωσαν" στα τρένα και την ξανα έστησαν ανατολικά από τα Ουράλια όρη. Και δούλεψε! Αυτό για εμένα ήταν το σημαντικότερο ιστορικό σημείο του Ανατολικού μετώπου. Ούτε το Στάλινγκραντ, ούτε ο Καύκασος, ούτε το Λένινγκραντ. Έπη όλα αυτά, αλλά χωρίς τη βιομηχανία τους οι Ρώσοι θα είχαν παραδοθεί σε 2 μήνες, ανευ όρων.
 
Ο Aγνωστος Στρατιωτης





Esquire, Νοέμβριος 2004
Είναι ίσως η διασημότερη φωτογραφία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τραβηγμένη από τον σπουδαίο Γιουτζίν Σμιθ. Δείχνει καλύτερα από κάθε άλλη τη γενναιότητα και το θάρρος του ανώνυμου Αμερικάνου φαντάρου που πολέμησε για την ελευθερία. Με το τσιγάρο να κρέμεται μάγκικα στα χείλη, και με ένα βλέμμα που τσακίζει κόκαλα, αυτός ο στρατιώτης έγινε το σύμβολο της Μεγαλύτερης Γενιάς των Αμερικάνων. Αυτός ο στρατιώτης, όμως, δεν είναι Αμερικανός.

Λέγεται Ευάγγελος Κλωνής. Είναι Έλληνας.

Ο Ατλαντικός ήταν γκρίζος, και η συννεφιά ήταν βαριά. Υπήρχε παντού η μυρωδιά της θάλασσας, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των κυμάτων. Είχε φουσκοθαλασσιά, και τα αποβατικά σκάφη, τα επονομαζόμενα «σκάφη Χίγκινς», από τον ιδιοφυή μπεκρή που τα είχε σχεδιάσει, λικνίζονταν σαν καρυδότσουφλα καθώς πλησίαζαν την ακτή. Πολλοί έκαναν εμετό. Μερικοί επειδή ζαλίζονταν από τη θάλασσα.Ο Βαγγέλης είχε στο πλάι του τον Ιρλανδό, όπως πάντα. Ήταν κολλητοί φίλοι εδώ και μήνες, απ’ το Σαουθάμπτον, όπου περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα για την απόβαση. Στέκονταν στοιβαγμένοι μέσα στο Χίγκινς με καμιά τριανταριά άλλους, όλοι τους νέοι, ντυμένοι στα χακί, με τα κράνη στο κεφάλι, και ένα μεγάλο κόκκινο «1» στον ώμο, το σήμα της 1ης Μεραρχίας Πεζικού, της θρυλικής Big Red One.

Ήταν 6 Ιουνίου του 1944. D-Day

Και ήταν 6:30 το πρωί. Αυτό ήταν το πρώτο κύμα της απόβασης της Νορμανδίας. Ο Βαγγέλης στεκόταν σιωπηλός δίπλα στον Ιρλανδό και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Και μετά ο πυθμένας του Χίγκινς έγδαρε την άμμο της Όμαχα Μπιτς, και η πόρτα άνοιξε, και οι φαντάροι της Big Red One ξεχύθηκαν στο σφαγείο.

Οι Κεφαλλονίτες είναι μια ιδιόμορφη κατηγορία Ελλήνων. Πολλοί τους αποκαλούν μουρλούς, και πολλοί το παραδέχονται κιόλας, αλλά το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία τους έχουν να παρουσιάσουν τα πιο ασυνήθιστα επιτεύγματα από όλους τους Έλληνες. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Γεράκης, έγινε αντιβασιλιάς στο Σιάμ ( σημερινή Ταυλάνδη ) . Ένας άλλος, ο Ιωάννης Φωκάς, έκανε το 1592 τον περίπλου του Καναδά και πέρασε στον Ειρηνικό, όπου το στενό ανάμεσα στο Βανκούβερ και την ηπειρωτική χώρα έχει ακόμα το όνομά του. Ένας άλλος, ο μηχανικός Μαρίνος Χαρμπούρης, κατάφερε εν έτει 1770 να μεταφέρει ένα βράχο βάρους 2000 τόνων από ένα έλος της Φινλανδίας στην Αγία Πετρούπολη. Από ότι φαίνεται, αυτή η εκλεκτή παρέα κεφαλλονιτών ηρώων πρόκειται να υποδεχτεί ένα νέο μέλος.

Ο Ευάγγελος Κλωνής γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο της κοινότητας Πάστρας στις 28 Οκτωβρίου του 1916. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που συνολικά θα αποκτούσε οκτώ. Ο Βαγγέλης άρχισε να καπνίζει όταν ήταν τεσσάρων, άρχισε να δουλεύει όταν ήταν πέντε, και παράτησε το σχολείο στην Τρίτη Δημοτικού. Στα 14 του μετακόμισε στην Αθήνα, όπου δούλευε ο μεγαλύτερος αδερφός του. Εκεί δούλεψε σαν εισπράκτορας στο λεωφορείο ενός άλλου Κεφαλλονίτη, του Γεράσιμου Αρσένη: Φορούσε την άσπρη του στολή και έκοβε τα εισιτήρια. Ότι έβγαζε το έστελνε στη μητέρα του, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα. Μια μέρα, όταν ήταν 16 χρονών, το λεωφορείο είχε σταματήσει στον Πειραιά, και ο Βαγγέλης είδε κάτι ναύτες να βγαίνουν από ένα καράβι, να πηγαίνουν σε ένα κοντινό κρεοπωλείο, να φορτώνουν κομμάτια κρέας στον ώμο, και να τα μεταφέρουν στο καράβι. Οι ναύτες φορούσαν άσπρες στολές. Ο Βαγγέλης πήγε αμέσως στον Αρσένη, του έδωσε τις εισπράξεις της ημέρας και του είπε: «Εγώ φεύγω. Πες στη μάνα μου ότι θα της στείλω λεφτά από την Αμερική». Και πήγε στο κρεοπωλείο, και φορτώθηκε ένα κομμάτι κρέας, και μπήκε σκυφτός στο καράβι, και κρύφτηκε στα αμπάρια.
Έμεινε κρυμμένος τρεις μέρες, όταν η δίψα, η πείνα, και οι αρουραίοι τον ανάγκασαν να παραδοθεί. Είχαν ήδη περάσει το Γιβραλτάρ, και ο καπετάνιος δεν είχε επιλογή απ’ το να τον βάλει στη δουλειά, μέχρι να πιάσουν λιμάνι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμπάθησε το νεαρό, και τον έβαζε τα βράδια να τους λέει τραγούδια απ’ το νησί. Ο καπετάνιος, βλέπετε, ήταν κι αυτός κεφαλλονίτης. Όταν έφτασαν στο Λος Άντζελες, ο καπετάνιος προσφέρθηκε να εξασφαλίσει χαρτιά στον Βαγγέλη, για να τον κάνει ναυτικό, αλλά αυτός δεν ήθελε. Έτσι τον αποχαιρέτησε δίνοντάς του ένα τελευταίο δώρο, που θα τον διευκόλυνε να περάσει από τον τελωνειακό έλεγχο. Ο Βαγγέλης δεν ήξερε λέξη αγγλικά, και δεν είχε κανένα χαρτί πάνω του, έτσι όταν ήρθε η σειρά του, έκανε τον κωφάλαλο, και δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Οι υπάλληλοι τον άφησαν να περάσει, επειδή ήταν όμορφος και σοβαρός, και επειδή φορούσε ένα εντυπωσιακό, επίσημο κοστούμι.
Στο Λος Άντζελες έπιασε δουλειά στο ανθοπωλείο ενός άλλου κεφαλονίτη, του Σπύρου Στεφανάτου (ο οποίος σήμερα ζει στην Κεφαλονιά –είναι 94 χρονών). Η πόλη όμως δεν του άρεσε –είχε πολύ κόσμο, και δεν είχε συνηθίσει. Μετακόμισε στο Ντένβερ του Κολοράντο, όπου δούλευε σαν πιατάς σε ένα εστιατόριο, και κάποια στιγμή πήρε και μια δικιά του καντίνα με χοτ-ντογκ και τα πούλαγε στο δρόμο. Εκτός από την ωριμότητα που είχε αποκτήσει δουλεύοντας τόσα χρόνια, μια ωριμότητα που τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από ότι ήταν, είχε και τα γονίδια με το μέρος του. Καθώς άφηνε πίσω τον εφηβικό εαυτό του, μεταμορφωνόταν σε έναν πολύ εντυπωσιακό άντρα. Δεν ήταν πολύ ψηλός, ούτε ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, αλλά είχε πολύ καθαρό, αρρενωπό πρόσωπο, και ένα έντονο βλέμμα που έκανε αμέσως εντύπωση στις κοπελιές. Μια ελληνοπούλα τον ερωτεύτηκε, και ήθελε να τον παντρευτεί. Αυτός όμως αρνήθηκε –υποστήριξε ότι ήταν μικρός ακόμα, και έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του στην Ελλάδα. Οπότε αυτή τον απείλησε ότι θα τον καταδώσει στις Αρχές, καθώς εξακολουθούσε να ζει και να δουλεύει στη χώρα παράνομα.
Ο Βαγγέλης έφυγε από το Ντένβερ και πήγε στο Σικάγο, όπου δούλεψε σε εστιατόρια και μπαρ («μπάρες», όπως τα αποκαλεί ο γιος του Νίκος), αλλά δεν του άρεσε καθόλου το κρύο, έτσι έφυγε κι από εκεί και πήγε στο Χιούστον. Εκεί τον ενοχλούσε η υγρασία, οπότε επέστρεψε στο Ντένβερ, όπου το κλίμα του άρεσε, ελπίζοντας ότι η κοπελιά θα είχε βρει κάποιον άλλο, και θα τον άφηνε ήσυχο. Έτσι έγινε, αλλά δεν έμελλε να μείνει ούτε εκεί για πολύ. Ένας κεφαλλονίτης φίλος του πρότεινε να πάνε στη Σάντα Φε του Νιου Μέξικο για να βρούνε κάποιους φίλους (κεφαλλονίτες φυσικά), και τον ακολούθησε.

Η Σάντα Φε τότε είχε 8000 κατοίκους, από τους οποίους οι 800 ήταν Έλληνες. Η κοινότητα ήταν πολύ ζωντανή, και όλα τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα κοσμηματοπωλεία ήταν ελληνικά. Ο Βαγγέλης λάτρεψε το μέρος –όλα εκεί, ακόμα και το κλίμα, του θύμιζαν Ελλάδα. Ένας Ζακυνθινός, ο Παναγιώτης Πομόνης, τον πήρε στη δουλειά του, σε ένα μπαρ-εστιατόριο που είχε. Αυτός και η γυναίκα του Ελένη τον δέχτηκαν σαν παιδί τους, και ο Βαγγέλης τους το ανταπέδωσε δουλεύοντας σκληρά. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, και ο Βαγγέλης γρήγορα έγινε συνέταιρος στο μαγαζί. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Εξακολουθούσε να είναι παράνομος. Όταν άρχισε ο Πόλεμος, βγήκε ένα νέο διάταγμα που καλούσε τους παράνομους μετανάστες να καταταγούν, με αντάλλαγμα την αμερικανική υπηκοότητα. Έτσι ο Βαγγέλης Κλωνής αποφάσισε να πάει στον πόλεμο.
«Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλαγε για τον πόλεμο», λέει ο Νίκος Κλωνής, ο δεύτερος από τους τρεις γιους το Βαγγέλη. «Δεν του άρεσε να λέει ιστορίες γι’ αυτά τα πράγματα. Και μερικές φορές, όταν τον ρωτάγαμε επίμονα, μας μάλωνε».
Η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή είναι ένα μεγάλο μυστήριο, όχι τόσο για τα (πολλά) πράγματα που δεν ξέρουν ούτε οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά για τις λεπτομέρειες που είναι γνωστές και επιβεβαιωμένες, οι οποίες συνθέτουν μια ημιτελή, αλλά απίστευτη ιστορία. Αυτά που ξέρουμε, από τις ιστορίες που είπε στα παιδιά του, από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του, και από διάφορα στοιχεία από επίσημα αρχεία που έχουν ανακαλύψει οι δικοί του, πληροφορίες ανεπιβεβαίωτες αλλά πιθανότατα αληθινές, είναι τα εξής: Ο Βαγγέλης Κλωνής, μετά την κατάταξή του, ταξίδεψε στο Fort Bliss στο Τέξας όπου εκπαιδεύτηκε με το στρατό ξηράς. Χάρη στις εντυπωσιακές του επιδόσεις (ήταν άριστος σκοπευτής) τον έστειλαν στην Βιρτζίνια, στη Βάση των Πεζοναυτών. Εκεί τον κορόιδευαν επειδή δεν ήξερε καλά αγγλικά και επειδή δεν ήταν μεγαλόσωμος, στο γνωστό πνεύμα της εκπαίδευσης και της σκληραγώγησης, αλλά ο Κλωνής ήταν πλέον 25 χρονών και από αυτά είχε δουλέψει στα 20, οπότε δεν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός σε τέτοιου είδους εκπαίδευση, και δεν χρειαζόταν άλλη σκληραγώγηση. Πλακώθηκε με κάμποσους σκληροτράχηλους marines, και τελικά μετατέθηκε πίσω στο Στρατό Ξηράς. Φεύγοντας έκλεψε αυτά τα λουριά που χρησιμοποιούσαν οι πεζοναύτες για να δένουν το καμουφλάζ στα κράνη τους. Του άρεσαν πιο πολύ από το δίχτυ που έβαζαν στο στρατό ξηράς, κι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που κράτησε από τους Πεζοναύτες.
Στη συνέχεια πήγε στη Γιούμα της Αριζόνα, όπου εκπαιδεύτηκε στην έρημο, και μετά επέστρεψε στη Βάση της Βιρτζίνια με το Στρατό. Η εκπαίδευσή του είχε πια τελειώσει, και περίμενε να ακούσει που θα τον στείλουν, πιθανότατα στον Ειρηνικό, όταν ένας βαθμοφόρος ήρθε και τον βρήκε και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. «Σου έχω άσχημα νέα», του είπε. «Οι Γερμανοί σκότωσαν την οικογένειά σου στην Ελλάδα. Δεν έζησε κανείς. Μπορείς, αν θέλεις, να πάρεις μια άδεια και να επιστρέψεις στο σπίτι σου στην Σαντα Φε». Ο Βαγγέλης δεν ήθελε να πάει στην Σάντα Φε, μπορούσε να κλάψει κι εκεί που ήταν. Ζήτησε μόνο ένα πράγμα: «Στείλτε με στην Ευρώπη. Θέλω να πάω στους Γερμανούς».

Ο πρώτος σταθμός του Κλωνή στον πόλεμο ήταν στην Βόρεια Αφρική. Πολέμησε στην Τυνησία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη ενσωματωθεί στην 1η Μεραρχία Πεζικού, η οποία «καθάρισε» αυτό το μέτωπο στις 9 Μαΐου του ’43, με την παράδοση 40.000 Γερμανών των «Afrika Korps». Στη συνέχεια η Big Red One προχώρησε στη Σικελία την οποία απελευθέρωσε, και μετά επέστρεψε στην Αγγλία, για να προετοιμαστεί για μια άλλη μεγάλη αποστολή: Την απόβαση στη Νορμανδία. Στο Σαουθάμπτον ο Κλωνής περνούσε την ώρα του κάνοντας βόλτες με τον Ιρλανδό φίλο του (το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο) και παίζοντας μπαρμπούτι. Πέρασε μερικούς μήνες σχετικά ξένοιαστους, με διαλείμματα έντασης όταν οι Γερμανοί αποφάσιζαν να βομβαρδίσουν. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς, ο Βαγγέλης πήρε στα χέρια του ένα 12χρονο τραυματισμένο κορίτσι, και το πήγε στον Ερυθρό Σταυρό. Το κορίτσι πέθανε λίγα λεπτά αργότερα, και ο Βαγγέλης πήρε το θέμα προσωπικά: Καβάλησε ένα αντιαεροπορικό και άρχισε να ρίχνει Γερμανικά αεροπλάνα μόνος του.
Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του ’44, οι συμμαχικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για την μεγάλη και κρίσιμη Επιχείρηση Overlord, που θα περιλάμβανε τη μαζική απόβαση στις ακτές τις Γαλλίας. Θα ήταν μια επιχείρηση δύσκολη, γιατί οι Γερμανοί την περίμεναν. Από την έκβασή της θα κρινόταν η πορεία του πολέμου. Στις 4 Ιουνίου του ’44, δύο μέρες πριν από την D-Day, ο Στρατηγός Άιζενχάουερ που είχε αναλάβει την διοίκηση της συμμαχικής στρατιάς, επισκέφθηκε τους στρατιώτες στο Σαουθάμπτον και κουβέντιασε μαζί τους. Ο Βαγγέλης έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήριά του, σε μια συνομιλία που μου μετέφερε ο γιος του: «Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος», είπε. «Έρχομαι από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί σκότωσαν όλη μου την οικογένεια. Θα πάω στη μάχη, και δεν με νοιάζει αν πεθάνω». «Είσαι Αμερικάνος γιατί φοράς τη στολή μας», του απάντησε ο Άικ. «Θα πολεμήσεις για την καινούρια σου πατρίδα, αλλά μετά θα γυρίσεις, για να γευτείς τους καρπούς της νίκης». Και ο Βαγγέλης Κλωνής έκανε ακριβώς αυτό.

Μετά την απόβαση, τα αμερικανικά στρατεύματα διέσχισαν τη Γαλλία. Ο Βαγγέλης πολέμησε στη Μάχη των Αρδεννών στο παγωμένο Βέλγιο, μια πολύ σημαντική σύγκρουση, όπου οι Σύμμαχοι κινδύνευσαν να χάσουν τον πόλεμο. Μέχρι εκείνο το σημείο πιθανότατα εξακολουθούσε να υπηρετεί με την Big Red One, αλλά στα πράγματά του οι δικοί του βρήκαν και ένα άλλο σήμα, το σήμα των Tigers, που επισήμως ήταν γνωστοί ως 10η Μεραρχία Τεθωρακισμένων και επίσης συμμετείχαν στη Μάχη. Στα προσωπικά του αντικείμενα βρέθηκαν ακόμα τρεις διαφορετικές στολές, και τα στοιχεία συμφωνούν ότι υπηρέτησε επίσης στην 82η ( AA - All American ) και την 101η ( Screaming Eagles ) Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, και στην 654η Μεραρχία Πυροβολικού. Δεν υπάρχει ακόμα εξήγηση για το πώς ένας στρατιώτης θα μπορούσε να πολεμήσει με τόσες διαφορετικές Μεραρχίες. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή δεν ήταν καθόλου τυπική ή φυσιολογική. Ο Κλωνής πολέμησε στην Αυστρία, την Πολωνία, τη Γερμανία, μπήκε στο Βερολίνο και το Παρίσι, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πήγε και στον Ειρηνικό. Για τίποτα από όλα αυτά δεν μιλούσε, όμως, δεμένος από όρκους και διαταγές. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν ότι δεν ήταν ένας απλός φαντάρος. Πήρε ασυνήθιστα πολλά μετάλλια (η οικογένειά του αυτό τον καιρό προσπαθεί να εντοπίσει ακριβώς πόσα και ποια), και δέχτηκε και μια θερμότατη ευχαριστήρια επιστολή από τον Πρόεδρο Τρούμαν με ιδιόχειρη υπογραφή. Ο Νίκος Κλωνής έχει ρωτήσει δεκάδες βετεράνους, αλλά ακόμα δεν έχει βρει κανένα που έλαβε τέτοια επιστολή μετά τον πόλεμο.
Κάτι άλλο που ξέρουμε είναι ότι κάποια στιγμή, το 1945, βρέθηκε έξω από το Βερολίνο και, υψηλόβαθμος πλέον, πήρε μια απόφαση που έμελλε να τον οδηγήσει στο στρατοδικείο. Σύμφωνα με την ιστορία που εξομολογήθηκε στους γιους του, η ομάδα του, που συνοδευόταν από τεθωρακισμένα, είχε αποκλειστεί από έναν ορμητικό χείμαρρο που είχε 6-7 μέτρα βάθος, και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ήξεραν ότι μια μεγάλη δύναμη Γερμανών πλησίαζε –υπολόγιζαν ότι είχαν δύο ώρες να απομακρυνθούν πριν τους φτάσουν, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν το χείμαρρο. Σε εκείνο το σημείο είχε γίνει μια μάχη, και υπήρχαν πολλοί νεκροί τριγύρω. «Ήταν απάνθρωπο», ομολόγησε ο Βαγγέλης Κλωνής, «αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Δυο ώρες είχαμε. Κατ τότε το μυαλό μου πήρε μια κεφαλλονίτικη στροφή». Έδωσε τη διαταγή, και οι φαντάροι γέμισαν το χείμαρρο με πτώματα Αμερικάνων και Γερμανών, για να μπορέσουν να περάσουν τα τεθωρακισμένα από πάνω τους.

Λίγους μήνες αργότερα, στην οικογένεια του Πομόνη έφτασε ένα γράμμα από το Υπουργείο Αμύνης: Η κυβέρνηση, μετά λύπης, ενημέρωνε τους συγγενείς και τους φίλους ότι ο Βαγγέλης είχε σκοτωθεί. Στο εστιατόριο έγινε ένα μεγάλο μνημόσυνο, και όλοι οι Έλληνες περνούσαν από εκεί για να κλάψουν. Μόνο σε μια γωνιά καθόταν και έπινε ένας Κεφαλονίτης, ο Θεοδωράτος, και έμοιαζε να μην ασχολείται. Τον ρώτησαν γιατί δεν λυπάται για τον φίλο του, και αυτός τους κοίταξε και απάντησε: «Τι να σας πω ρε μαλάκες. Αυτός ζει. Μια των ημερών θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει μέσα. Είναι μεγάλος κερατάς. Λένε μαλακίες αυτοί, δεν τον πιάνει σφαίρα το Βαγγέλη. Δεν του κάνω μνημόσυνο εγώ». Το Γενάρη του 1946, ο Βαγγέλης Κλωνής βγήκε μαζί με τους άλλους βετεράνους από το λεωφορείο και προχώρησε προς το μαγαζί του στη Σάντα Φε. Είχε χάσει την μεταλλική του ταυτότητα, και την είχαν βρει δίπλα σε ένα πτώμα.

Μετά τον πόλεμο ο Βαγγέλης συνέχισε να δουλεύει με τους Πομόνηδες, και πάντα έστελνε λεφτά στο θείο του, τον Γεράσιμο Στάβερη στην Ελλάδα. Ένα απόγευμα, όταν πήγε στο μαγαζί να δουλέψει, ένας άλλος κεφαλλονίτης που δούλευε εκεί τον πλησίασε και του έδωσε ένα γράμμα. Από την Ελλάδα.
Το γράμμα έγραφε: «Αγαπημένε μας Βαγγέλη. Δεν ξέρουμε που είσαι, εδώ και 6-7 χρόνια. Ο Στάβερης μας βοηθά, αλλά δεν ξέρουμε αν είσαι καλά και που βρίσκεσαι. Εμείς είμαστε καλά. Περάσαμε δύσκολες στιγμές στο πόλεμο, αλλά είμαστε όλοι καλά, και θέλουμε να σε δούμε. Οι γονείς σου». Ο Βαγγέλης δεν δούλεψε εκείνο το απόγευμα. Πήρε μια μπουκάλα ουίσκι και έκατσε σε μια γωνιά με ένα φίλο και έκλαιγε. Όπως είπε αργότερα: «Έκανα και ένα μνημόσυνο για τους Γερμανούς. Σκότωσα πολλούς που δεν έπρεπε να σκοτώσω».

Το 1950, ο Βαγγέλης γύρισε στην Κεφαλονιά και είδε ξανά την οικογένειά του. Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπε η μάνα του ήταν: «Ξέρω ότι κυνηγάς τις γυναίκες και αυτές σε κυνηγάνε, αλλά πρέπει να βρεις μια να παντρευτείς, για να μη γυρνάς σα ρεμάλι». Και βάλθηκε να τον παντρολογεί σε όλο το νησί, καθώς είχε φτάσει πια τα 34, και ήθελε να τον δει γαμπρό. Ο Βαγγέλης όμως είχε συνηθίσει τις πολλές και όμορφες γυναίκες, και της ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει να βρεθεί κάτι πολύ ιδιαίτερο για να τον κάνει να παντρευτεί. Από όσες έβλεπε δεν του άρεσε καμία, μέχρι που πήγε στη Σκάλα και είδε την Κική.
«Όταν τον είδα, εμένα μου άρεσε», θυμάται η Κική Κλωνή, το γένος Κουρκουμέλη, η γυναίκα του. «Ήταν πολύ όμορφος, σαν movie star, σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ, και ακόμα καλύτερος. Ήταν κεφαλλονίτης μάγκας». Ο Βαγγέλης όταν την είδε ζήτησε να πάει αμέσως στο σπίτι του πατέρα της. Μέσα σε μια εβδομάδα είχαν αρραβωνιαστεί. Μέσα στο μήνα παντρεύτηκαν. Επέστρεψαν στην Αμερική, και έκαναν τρία παιδιά, στη Σάντα Φε. Κάποια στιγμή η JC Penney’s έκανε μια μεγάλη προσφορά και νοίκιασε το κτίριο του εστιατορίου του Πομόνη, έτσι ο Βαγγέλης έμεινε χωρίς δουλειά. Τα παιδιά πλησίαζαν και την σχολική ηλικία, οπότε πήρε την απόφαση: «Θέλω να πάω τα παιδιά στην Κεφαλονιά, να κάνουμε άλλη μια γενιά Έλληνες».

Η οικογένεια επέστρεψε στην ρημαγμένη από το σεισμό Κεφαλονιά, και πιθανότατα θα έμεναν για πάντα εδώ, αν δεν ερχόταν η χούντα. Το καθεστώς απαιτούσε τα παιδιά να πάνε στρατό, έτσι ο Κλωνής πήρε την οικογένεια και ξαναγύρισε στη Σάντα Φε. Ο Βαγγέλης είδε τα παιδιά του να μεγαλώνουν –ο μεγαλύτερος, ο Άγγελος, έχει σπουδάσει πυρηνική φυσική και δουλεύει στο Ναυτικό. Ο Νίκος, ο δεύτερος, κρατά το μπαρ Evangelo’s στο κέντρο του Σάντα Φε, που ο Βαγγέλης άνοιξε το ’70. Ο Δήμος, ο τρίτος, είναι καρδιολόγος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να λέει ιστορίες από τη ζωή του στον πόλεμο, ψήγματα πληροφοριών που έδιναν στα παιδιά και τους φίλους του μια άλλη εικόνα για τον πατέρα τους.
Όσο κι αν προσπαθούσε να τις ξεχάσει, οι εμπειρίες του από τον πόλεμο τον είχαν σημαδέψει. «Μερικές φορές, όταν έβλεπε ταινίες για τον πόλεμο στην τηλεόραση, έκλαιγε», θυμάται η γυναίκα του. «Μερικές φορές γινόταν νευρικός και μόνο που τα σκεφτόταν». Ο Βαγγέλης δεν ξαναταξίδεψε με αεροπλάνο, και δεν συμπαθούσε τη φασαρία. «Την ηρεμία την έβρισκε μόνο στη Σάντα Φε και στα Κοριάνα, στην Κεφαλονιά», θυμάται η Πελαγία Στεφανάτου, η κόρη του Σπύρου. Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος εξακολουθούσε να μοιάζει μια παρένθεση στη ζωή του, και οι γνωστοί του την αντιμετώπιζαν ως τέτοια, χωρίς να δίνουν πολλή σημασία. Είχαν τον Κλωνή στο μυαλό τους ως αυτό τον γλετζέ, γοητευτικό, εξωστρεφή Έλληνα, που βωμολοχούσε ακατάσχετα και λάτρευε τις παρέες και τα τραγούδια.
Ο Βαγγέλης Κλωνής πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1989. Κηδεύτηκε στα Κοριάνα, και όλοι όσοι τον ήξεραν κράτησαν μαζί τους ο καθένας τη δική του, προσωπική εικόνα γι’ αυτόν. Υπήρχε όμως μια άλλη εικόνα, πολύ διάσημη, που κυκλοφορούσε εδώ και χρόνια, αλλά κανείς δεν την είχε συνδέσει με τον Βαγγέλη. Μέχρι το 1991. «Μια μέρα», θυμάται η Κική Κλωνή, «είχα πάει με το Νίκο και τα εγγόνια μου στο εμπορικό κέντρο. Ο Νίκος είχε πάει να πάρει περιοδικά, κι εγώ πήγα με τα εγγόνια για να τους πάρω παιχνίδια. Κάποια στιγμή βλέπω το Νίκο να έρχεται τρέχοντας. «Μάνα τρέχα!» φώναζε. «Ο πατέρας!» Και εκεί, στο εξώφυλλο του περιοδικού Life, ήταν ο άντρας μου, με στρατιωτικό κράνος και ένα τσιγάρο στο στόμα, και κοίταζε βλοσυρά προς τα πίσω».

Ο Γιουτζιν Σμιθ γεννήθηκε το 1918 στο Κάνσας, και εμφάνισε μια κλίση προς τη φωτογραφία από πολύ μικρή ηλικία. Μεγαλώνοντας έγινε ένας από τους καλύτερους φωτορεπόρτερ που έζησαν ποτέ, δούλεψε για το Life, το Newsweek, και άλλες μεγάλες εκδόσεις, αποκτώντας τη φήμη του λεπτολόγου καλλιτέχνη, που ήταν πρόθυμος να δουλέψει ακόμα και δύο εβδομάδες πάνω σε μια φωτογραφία για να βγάλει το αποτέλεσμα που θέλει. Πήρε διάσημες φωτογραφίες από τον πόλεμο, ανάμεσα στις οποίες και δύο λήψεις του Βαγγέλη Κλωνή: Η φωτογραφία με το τσιγάρο, και η εικόνα με το παγούρι, η οποία πριν από λίγα χρόνια έγινε γραμματόσημο στις ΗΠΑ.
«Ο Γιουτζίν Σμιθ ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος», μου εξηγεί ο Τζέιμς Ένιαρτ, καθηγητής φωτογραφίας στο Κολέγιο της Σάντα Φε, που τον ήξερε καλά. «Είχε δαίμονες που τον κατάτρεχαν σε όλη του τη ζωή. Ήταν μια ψυχή βασανισμένη, αλλά μπορεί αυτοί οι δαίμονες να τροφοδοτούσαν την ιδιοφυία του». Ο Ένιαρτ έζησε μαζί με τον Σμιθ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και ήταν δίπλα του όταν πέθανε. Έχει ήδη γράψει ένα μεγάλο βιβλίο για το έργο του, και τώρα έχει ξεκινήσει έρευνες για ένα νέο βιβλίο, στο οποίο θα μελετά τη ζωή του Σμιθ παράλληλα με τη ζωή ενός από τα θέματά του: Του Βαγγέλη Κλωνή.
«Αυτοί οι άντρες είχαν πολλές ομοιότητες», μου λέει. «Ήταν εικονοκλάστες, αψηφούσαν το θάνατο, ήταν πολύ συναισθηματικοί, διψούσαν για περιπέτεια». Είχαν ακόμα παρόμοια ηλικία και έζησαν από πολύ κοντά τον πόλεμο –και κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά του, συναντήθηκαν.
Αυτή η συνάντηση είναι άλλο ένα μεγάλο μυστήριο.
Οι δύο φωτογραφίες του Σμιθ φέρεται ότι πάρθηκαν στο νησί Σαϊπάν του Ειρηνικού, όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες Αμερικανο-Ιαπωνικές μάχες του πολέμου. Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως: Η απόβαση στο Σαϊπάν έγινε στις 15 Ιουνίου του 1944, εννέα μέρες μετά την απόβαση στη Νορμανδία.
«Το πιο πιθανό είναι ότι ο Κλωνής έφτασε εκεί κάποια στιγμή σε μια μυστική αποστολή», λέει ο Ένιαρτ. «Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε ακόμα. Ξέρω ότι ο Σμιθ ταξίδευε συχνά, και απλά πρέπει να ερευνήσουμε τα ταξίδια του και όποια στοιχεία μπορούμε να βρούμε για την θητεία του Κλωνή, ώστε να μάθουμε πότε και που πάρθηκαν οι φωτογραφίες». Στην πορεία, ο Ένιαρτ ελπίζει να μάθει περισσότερα για την υπηρεσία του Κλωνή στον πόλεμο. «Οπωσδήποτε δεν ήταν μια τυπική θητεία», μου λέει. «Συμμετείχε σε υπερβολικά πολλά θέατρα επιχειρήσεων, και είχε εκπαιδευτεί για να χρησιμοποιεί σχεδόν όλα τα όπλα και όλα τα οχήματα –μπορούσε να οδηγεί ακόμα και τανκ. Φαίνεται πως ήταν κομάντο στις Ειδικές Δυνάμεις». Τα παιδιά του Βαγγέλη Κλωνή έχουν αρχίσει ήδη να ψάχνουν όποια στοιχεία μπορούν να βρουν για τη θητεία του πατέρα τους, για να διευκολύνουν την έρευνα του Ένιαρτ, και για να μάθουν την αλήθεια. Το αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι, θα είναι συναρπαστικό: Θα είναι η πλήρης, αληθινή ιστορία ενός Έλληνα ήρωα.

Όλα ήταν ματωμένα. Το κύμα που έσκαγε στην αμμουδιά ήταν κόκκινο. Η αμμουδιά ήταν κόκκινη. Και μετά, όταν όλα τελείωσαν, η αμμουδιά δεν φαινόταν, είχε κρυφτεί από τα πτώματα, που στην άκρη της θάλασσας παρασέρνονταν από το κόκκινο κύμα σε ένα μακάβριο λίκνισμα.
Ο Ιρλανδός ήταν δίπλα του στην αρχή. Σέρνονταν μαζί, σαν ένας άνθρωπος, πάνω στην άμμο της Όμαχα Μπιτς, ενώ γύρω τους το μόνο που ακουγόταν ήταν οι σφαίρες: Σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα, σφαίρες που καρφώνονταν στην παραλία με ένα κούφιο «παφ» τινάζοντας την άμμο, σφαίρες που έσκαγαν στο νερό και διαπερνούσαν τα σκάφη Χίγκινς, σφαίρες που έσκιζαν σάρκες και τσάκιζαν κόκαλα. Μία σφαίρα βρήκε τον Ιρλανδό στο μέτωπο και διέλυσε το κεφάλι του. Τα μυαλά του χύθηκαν πάνω στον Βαγγέλη.
Την 6η Ιουνίου του 1944, στην δεύτερη από τις πέντε παραλίες όπου θα γινόταν η απόβαση της Νορμανδίας, την επονομαζόμενη Όμαχα Μπιτς, μόνο ένας από τους λόχους του αμερικανικού στρατού αποβιβάστηκε στο σημείο που έπρεπε. Μόνο δύο από τα 29 τανκς που θα πλαισίωναν την απόβαση έφτασαν στην ακτή. Οι βομβαρδισμοί των προηγουμένων ημερών είχαν αστοχήσει τελείως, και έτσι πλήρεις Γερμανικές δυνάμεις φυλούσαν τους λόφους πάνω από την παραλία, και ξερνούσαν μολύβι στους αβοήθητους φαντάρους της Big Red One.

Από τους εκατό πρώτους που πάτησαν στην αμμουδιά, οι 87 σκοτώθηκαν. Μέχρι το μεσημέρι, όταν όλα ήταν κόκκινα και τα πτώματα είχαν καλύψει τα πάντα, μια χούφτα επιζώντες προσπαθούσε να ξεκολλήσει από την παραλία και να καλυφτεί στους πρόποδες των λόφων. Ο Βαγγέλης Κλωνής ήταν εκεί, μέσα στο σφαγείο, και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Πιθανότατα σκεφτόταν ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Θα επιζούσε, όμως, και θα γυρνούσε ξανά το νησί του, και θα ζούσε μια μεγάλη και γεμάτη ζωή, με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και θα κρατούσε για πάντα τη φωτογραφία του Ιρλανδού στο πορτοφόλι του, και θα γέλαγε και θα φώναζε και θα έπινε, και θα έβριζε σε κάθε ευκαιρία αγίους, Χριστούς και Παναγίες, και η Κική του θα του φώναζε «Θα σε κάψει ο Θεός Βαγγέλη», κι αυτός θα της απάνταγε:

«Δεν με έκαψε στη Νορμανδία, τώρα θα με κάψει;»







Τι έγινε παρακάτω: Οι έρευνες του Ένυαρτ είχαν αποτέλεσμα: Διαβάστε σ’ αυτό εδώ το (μεγαλούτσικο) άρθρο για την αναζήτηση της αλήθειας, και το πώς βρέθηκε ο Κλωνής στη Σαϊπάν λίγες μέρες μετά τη Νορμανδία............http://digitaljournalist.org/issue0510/swanson.html



( www.georgakopoulos.org)


H ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ

Απόβαση της Νορμανδίας. Η μεγαλύτερη συμμαχική στρατιωτική δύναμη της ιστορίας αποβιβάζεται για την απελευθέρωση της Ευρώπης από τους Γερμανούς. Στην απόβαση μετέχουν οι Κορβέτες «ΚΡΙΕΖΗΣ» και «ΤΟΜΠΑΖΗΣ», το Αντιτορπιλλικό «ΣΑΛΑΜΙΣ» και Εμπορικά Πλοία.
 

Attachments

  • klonis1.jpg
    klonis1.jpg
    83.1 KB · Views: 15
  • smith_canteen.jpg
    smith_canteen.jpg
    29.7 KB · Views: 13
  • 1943C-full.jpg
    1943C-full.jpg
    117.9 KB · Views: 12