Η Επανάσταση των Χάλκινων [Blood, Sweat & Tears, Chicago]

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,581
Αθήνα
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ροκ μουσική βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, αναζητώντας διέξοδο από τις φόρμουλες του κλασικού ηλεκτρικού μπλουζ και τις άναρχες, συχνά επαναλαμβανόμενες δομές του ψυχεδελικού αυτοσχεδιασμού. Μέχρι τότε, η ηλεκτρική κιθάρα ήταν ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της σκηνής. Ωστόσο, μια νέα γενιά ανησυχούντων μουσικών εντόπισε ένα σημαντικό καλλιτεχνικό κενό στη δισκογραφία: την έλλειψη μιας σύνθετης, οργανωμένης αρχιτεκτονικής που θα μπορούσε να παντρέψει τη ροκ ενέργεια με την εκλεπτυσμένη πολυπλοκότητα της τζαζ και τη σαρωτική δυναμική της σόουλ. Η λύση βρέθηκε στην ενσωμάτωση μιας μόνιμης, στιβαρής πτέρυγας πνευστών. Η τάση αυτή δεν αποσκοπούσε στην απλή διακόσμηση των κομματιών, αλλά στη δημιουργία ενός νέου υβριδικού είδους, του "ροκ με χάλκινα" / τζαζ-ροκ (brass-rock / jazz-rock), όπου τα πνευστά λειτουργούσαν ως "δεύτερη φωνή" ή ως ρυθμικός πυλώνας, αντικαθιστώντας τα παραδοσιακά κιθαριστικά σόλο.

Οι απόλυτοι πρωτοπόροι που καθιέρωσαν το πάντρεμα των πνευστών:

The Electric Flag
Ιδρύθηκαν το 1967 από τον σπουδαίο μπλουζ κιθαρίστα Mike Bloomfield. Ήταν από τις πρώτες μπάντες που πειραματίστηκαν συνειδητά με την προσθήκη ενός τμήματος πνευστών πάνω σε αμιγώς αμερικανικά μπλουζ και ροκ εντ ρολ θεμέλια, ανοίγοντας τον δρόμο για τους υπόλοιπους.

Blood, Sweat & Tears
Tο γκρουπ αυτό (με ιδρυτή αρχικά τον Al Kooper το 1967 και μετέπειτα ηγέτη τον David Clayton-Thomas) πήρε μια πιο εξεζητημένη, τζαζ κατεύθυνση. Ήταν από τους πρώτους που απέδειξαν ότι ένα ροκ γκρουπ με μια ολοκληρωμένη ομάδα πνευστών μπορούσε να γεμίσει στάδια και να κερδίσει βραβεία Γκράμι.

Chicago (αρχικά Chicago Transit Authority)
Σχηματίστηκαν το 1967 στο Σικάγο και θεωρούνται η επιτομή του είδους. Ο κιθαρίστας Terry Kath και η τριάδα των πνευστών (τρομπέτα, τρομπόνι, σαξόφωνο) δημιούργησαν έναν πρωτόγνωρο, συμπαγή ήχο. Επιτυχίες τους συνδύαζαν την πολιτική και κοινωνική ροκ ενέργεια με πολύπλοκες τζαζ ενορχηστρώσεις.

Chase
Δημιουργήθηκαν το 1970 από τον βιρτουόζο της τζαζ τρομπέτας Bill Chase. Το συγκρότημα αυτό πήγε το "ροκ με χάλκινα" στα άκρα, καθώς διέθετε τέσσερις τρομπέτες στην πρώτη γραμμή, αναμειγνύοντας χαρντ ροκ κιθάρες με εκρηκτικά, υψηλών συχνοτήτων περάσματα πνευστών.
Ides of March
Ένα ακόμα συγκρότημα από το Σικάγο που σημείωσε τεράστια επιτυχία το 1970 με το κομμάτι "Vehicle". Ο ήχος τους ήταν τόσο κοντά σε αυτόν των Blood, Sweat & Tears που συχνά ο κόσμος μπέρδευε τα δύο συγκροτήματα στο ραδιόφωνο.

Cold Blood
Με την εκρηκτική φωνή της Lydia Pense, αυτό το γκρουπ από το Σαν Φρανσίσκο πάντρεψε τα πνευστά με το σκληρό ροκ και τα μπλουζ, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό, γεμάτο πάθος αποτέλεσμα.

Lighthouse
Ένα εξαιρετικό παράδειγμα "συμφωνικού" brass rock από τον Καναδά, με τρομερή ενέργεια, δυνατά φωνητικά και πολύπλοκες αλλά μελωδικές δομές.

Tower of Power
Αν και κλίνουν περισσότερο προς το φανκ, το τμήμα πνευστών τους (Tower of Power Horns) ήταν τόσο καλό που αργότερα τους προσλάμβαναν για ηχογραφήσεις από τον Santana μέχρι τους Rolling Stones.


 
KatzFielderLipsiusWeissColombyBreckerHalliganKooper.jpg
Blood, Sweat & Tears: (από αριστερά) Steve Katz, Jim Fielder, Jerry Weiss, Fred Lipsius,
Bobby Colomby, Dick Halligan, Randy Brecker και Al Kooper, 1967 (φωτό Michael Ochs Archives)​
 

Σ' αγαπώ περισσότερο απ' όσο θα μάθεις ποτέ​

Blood, Sweat And Tears - Child Is Father To The Man (Μάρτιος 1968, Columbia) [LP]
Κομμάτια: A1 Overture (A. Kooper) - 1:32, A2 I Love You More Than You'll Ever Know (A. Kooper) - 5:58, A3 Morning Glory (L. Beckett, T. Buckley) - 4:15, A4 My Days Are Numbered (A. Kooper) - 3:19, A5 Without Her (H. Nilsson) - 2:42, A6 Just One Smile (R. Newman) - 4:38, B1 I Can't Quit Her (A. Kooper, I. Levine) - 3:38, B2 Meagan's Gypsy Eyes (S. Katz) - 3:24, B3 Somethin' Goin' On (A. Kooper) - 8:01, B4 House In The Country (A. Kooper) - 3:05, B5 The Modern Adventures Of Plato, Diogenes And Freud (A. Kooper) - 4:13, B6 So Much Love / Underture (G. Goffin, C. King) - 4:44
Μουσικοί: Al Kooper (όργανο, πιάνο, οντιολίν: B2, κύρια φωνητικά: A2, A4–B1, B3–B6), Steve Katz (κιθάρες, λαούτο: A6, κύρια φωνητικά: A3, B2, δεύτερα φωνητικά: A3), Fred Lipsius (άλτο σαξόφωνο, πιάνο), Randy Brecker (τρομπέτα, φλούγκελχορν), Jerry Weiss (τρομπέτα, φλούγκελχορν, δεύτερα φωνητικά: A4), Dick Halligan (τρομπόνι), Jim Fielder (μπάσο, μπάσο χωρίς τάστα), Bobby Colomby (ντραμς, κρουστά, δεύτερα φωνητικά: A4, B4), The BS&T String Ensemble {Anahid Ajemian, Manny Green, Gene Orloff, Harry Katzman, Harry Lookofsky, Julie Held, Leon Kruczek, Paul Gershman (βιολί), Manny Vardi, Harold Coletta (βιόλα), Alan Schulman, Charles McCracken (τσέλο)}, The BS&T Soul Chorus {Melba Moorman, Valarie Simpson (δεύτερα φωνητικά)}, John Simon (όργανο, πιάνο, καμπανάκι, διευθυντής ορχήστρας)
Ενορχηστρώσεις: Al Kooper (A1, A2, A3, A6, B4, B5), John Simon (A1, A2, A4, A6, B1, B5), Fred Lipsius (A3, A4, A6, B4), Fred Catero (A5)
Παραγωγή / Μηχανικός: John Simon / Fred Catero

ChildIsFatherToTheMan.jpg

Μέσα σε αυτό το αναβράζον κλίμα, η δημιουργία των Blood, Sweat & Tears στα τέλη του 1967 αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της "επανάστασης", καθώς επανακαθόρισε τα όρια της νεοϋορκέζικης σκηνής, λειτουργώντας ως η οργανική μετεξέλιξη των The Blues Project. Μετά την αποχώρησή τους από το ιστορικό εκείνο σχήμα, ο πολυδιάστατος Al Kooper και ο κιθαρίστας Steve Katz ένιωσαν την ανάγκη να εξερευνήσουν νέες ηχητικές κατευθύνσεις. Ενώ οι Blues Project είχαν ήδη καθιερωθεί ως ένα γκρουπ που προσέγγιζε τα μπλουζ με έναν απόλυτα μοντέρνο, ηλεκτρικό και πειραματικό τρόπο –όπως αποτυπώθηκε ιδανικά στα άλμπουμ Projections και Live At The Cafe Au Go Go– οι Blood, Sweat & Tears γεννήθηκαν με ένα διαφορετικό δομικό όραμα. Η φιλοδοξία τους ήταν να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους από το αμάλγαμα των Blues Project προς τις περίπλοκες τζαζ αρμονίες, τις έντεχνες ενορχηστρώσεις εγχόρδων και μια θεατρική αισθητική, καθιστώντας τα πνευστά ισότιμο πρωταγωνιστή της σύνθεσης.

Η σύνθεση της πρώτης αυτής περιόδου αποτελούνταν από μια εκλεκτική ομάδα Αμερικανών μουσικών. Ο Al Kooper γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1944 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ανέλαβε τα πλήκτρα, τα κύρια φωνητικά και την καλλιτεχνική διεύθυνση, κουβαλώντας ήδη την αίγλη του οργανοπαίχτη από το "Like a Rolling Stone" του Bob Dylan. Δίπλα του, ο συνοδοιπόρος Steve Katz, γεννημένος επίσης στο Μπρούκλιν στις 9 Μαΐου 1945, ανέλαβε την κιθάρα και τα δεύτερα φωνητικά. Ο μπασίστας Jim Fielder, γεννημένος στις 4 Οκτωβρίου 1947 στο Ντέντον του Τέξας, έφερε την εμπειρία του από τους Mothers of Invention του Frank Zappa και τους Buffalo Springfield. Στα τύμπανα τοποθετήθηκε ο Bobby Colomby, γεννημένος στις 20 Δεκεμβρίου 1944 στο Μανχάταν, ένας αυτοδίδακτος τζαζ ντράμερ με εξαιρετική τεχνική. Ο Fred Lipsius, γεννημένος στις 19 Νοεμβρίου 1943 στο Μπρονξ, ανέλαβε το άλτο σαξόφωνο και το πιάνο, λειτουργώντας ως ο βασικός ενορχηστρωτής των πνευστών. Στην τρομπέτα και το φλικόρνο συναντάμε τον Randy Brecker, γεννημένο στις 27 Νοεμβρίου 1945 στο Τσέλτεναμ της Πενσυλβάνια, και τον Jerry Weiss, γεννημένο την 1η Μαΐου 1946 στη Νέα Υόρκη. Τέλος, ο Dick Halligan, γεννημένος στις 29 Αυγούστου 1943 στο Τρόι της Νέας Υόρκης, ανέλαβε το τρομπόνι, προσθέτοντας βάθος στον ήχο. Ο Halligan έφυγε από τη ζωή στις 18 Ιανουαρίου 2022 στη Ρώμη της Ιταλίας, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της αρχικής σύνθεσης παραμένουν εν ζωή.

Μέχρι την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους Child Is Father To The Man τον Μάρτιο του 1968 από την Columbia Records, το σχήμα πέρασε από εντατικές πρόβες και μια σειρά ζωντανών εμφανίσεων στο Cafe Au Go Go, τη γνώριμη έδρα των Blues Project. Ο Kooper είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε τον απόλυτο έλεγχο, κάτι που αποδείχθηκε ευλογία για το άλμπουμ αλλά και αιτία της μετέπειτα διάσπασης.

Το αποτέλεσμα της δουλειάς τους ήταν ένα ηχητικό κομψοτέχνημα που άνοιγε την πρώτη πλευρά του δίσκου με το "Overture". Πρόκειται για μια ορχηστρική εισαγωγή με μελαγχολικά έγχορδα και παιχνιδιάρικες πινελιές, η οποία προετοιμάζει τον ακροατή για ένα ψυχεδελικό ταξίδι με μπαρόκ στοιχεία, λειτουργώντας ως ιδανική ηχητική αυλαία. Αμέσως μετά ακολουθεί το συγκλονιστικό "I Love You More Than You'll Ever Know", μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του Kooper. Είναι ένα σπαρακτικό, γεμάτο πάθος σόουλ-μπλουζ κομμάτι, όπου τα πνευστά αγκαλιάζουν τη φωνή του με έναν τρόπο που οι Blues Project δεν είχαν ποτέ δοκιμάσει, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα αστικής απόγνωσης. Το "Morning Glory", μια διασκευή στο κομμάτι του Tim Buckley, ερμηνεύεται με μοναδική ευαισθησία από τον Steve Katz, με τα πνευστά να αντικαθιστούν τις φολκ κιθάρες του πρωτοτύπου και να προσδίδουν μια ονειρική, σχεδόν ουράνια διάσταση. Το "My Days Are Numbered" επαναφέρει τον δυναμισμό, με τον Randy Brecker και τον Jerry Weiss να παραδίδουν εκρηκτικά περάσματα τρομπέτας πάνω σε ένα επίμονο ροκ ρυθμό, αποδεικνύοντας πώς η τζαζ πειθαρχία μπορεί να υπηρετήσει τη ροκ ενέργεια. Το "Without Her", γραμμένο από τον Harry Nilsson, μεταμορφώνεται σε ένα μπόσα νόβα διαμάντι, όπου το μπάσο του Jim Fielder και το φλικόρνο δημιουργούν ένα ανάλαφρο αλλά γεμάτο μελαγχολία ηχητικό χαλί. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το "Just One Smile" του Randy Newman, μια μεγαλειώδη μπαλάντα όπου η ενορχήστρωση του Fred Lipsius φτάνει σε κινηματογραφικά επίπεδα, με τα έγχορδα και τα πνευστά να κορυφώνουν το δράμα της ερμηνείας του Kooper.

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το "I Can't Quit Her", ένα από τα πιο εμπορικά και φωτεινά κομμάτια του δίσκου, το οποίο συνδυάζει την ποπ ευαισθησία με πλούσιες τζαζ γέφυρες, αναδεικνύοντας την ικανότητα του Kooper να γράφει κομμάτια που ισορροπούν ανάμεσα στο ραδιόφωνο και την πρωτοπορία. Στο "Meagan's Gypsy Eyes", το οποίο αποτελεί τη μοναδική συνθετική συνεισφορά του Steve Katz στον δίσκο, η μπάντα βουτάει στην καθαρή ψυχεδέλεια της εποχής. Με εφέ στην κιθάρα και μια μυστηριακή ατμόσφαιρα, το κομμάτι αντανακλά τις ριζοσπαστικές, πειραματικές αναζητήσεις του Greenwich Village, της καλλιτεχνικής γειτονιάς της Νέας Υόρκης όπου γεννήθηκε το γκρουπ και αναπτύχθηκε η φολκ-ροκ πρωτοπορία. Το "Somethin' Goin' On" επαναφέρει τον ήχο στα μεγάλα αστικά κέντρα, με μια γκρουβάτη R&B δομή, όπου τα τύμπανα του Bobby Colomby δίνουν το έναυσμα για ένα ελεύθερο τζαζ τζαμάρισμα από την πτέρυγα των πνευστών. Ακολουθεί το "House In The Country", ένα εκκεντρικό και παιχνιδιάρικο κομμάτι γεμάτο ηχητικά εφέ, θορύβους και ειρωνεία, που σπάει την αρμονική σοβαρότητα του άλμπουμ με έναν τρόπο απόλυτα εναρμονισμένο με το ελεύθερο πνεύμα του 1968. Το "The Modern Adventures Of Plato, Diogenes And Freud" είναι μια φιλοσοφική, κλασικότροπη σύνθεση, όπου το τσέλο, το τσέμπαλο και η ακουστική κιθάρα δημιουργούν την ατμόσφαιρα ενός δωματίου κλασικής μουσικής, απομακρύνοντας πλήρως το γκρουπ από οποιαδήποτε μπλουζ ρίζα. Ο δίσκος ολοκληρώνεται ιδανικά με το "So Much Love / Underture", μια εκρηκτική διασκευή στο κομμάτι των Carole King και Gerry Goffin, η οποία μετατρέπεται σε έναν γκόσπελ θρίαμβο, προτού σβήσει μέσα στην ορχηστρική επιστροφή των θεμάτων του "Overture", κλείνοντας τον κύκλο του έργου με απόλυτη γεωμετρική ακρίβεια.

Στις πολύτιμες εμβόλιμες συμμετοχές του δίσκου πρέπει να προσμετρηθούν οι εξαιρετικές ενορχηστρώσεις που επιμελήθηκε ο ίδιος ο Kooper, καθώς και η παρουσία των σέσιον μουσικών που ενίσχυσαν το όραμά του, όπως ο John Simon στα συμπληρωματικά πλήκτρα, τη γενική επιμέλεια, τις δικές του ενορχηστρώσεις και την παραγωγή, αλλά και οι σπουδαίες Melba Moore και Valerie Simpson στα εκρηκτικά φωνητικά της BS&T Soul Chorus. Το Child Is Father To The Man δεν ήταν απλώς ένας δίσκος μετάβασης· ήταν η στιγμή που το ροκ απέκτησε βαθιά μουσική πολυπλοκότητα χωρίς να χάσει την ψυχή του.

Ο επίλογος αυτής της πρώτης περιόδου γράφτηκε σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ. Οι καλλιτεχνικές διαφωνίες και η επιθυμία των μελών να μετακινηθούν προς ένα διαφορετικό φωνητικό στυλ οδήγησαν στην αποχώρηση του ιδρυτή Al Kooper, παραδίδοντας τα ηνία στην επόμενη, εμπορικότερη περίοδο του γκρουπ. Παρά τη σύντομη διάρκεια ζωής αυτής της πρώτης σύνθεσης, το Child Is Father To The Man παραμένει ένας αξεπέραστος καλλιτεχνικός άθλος, ένας φωτεινός φάρος που απέδειξε ότι το αίμα, ο ιδρώτας και τα δάκρυα της δημιουργίας μπορούν να γεννήσουν μια ολοκληρωτική μουσική επανάσταση.

(*****, Encyclopedia Britannica, Wikipedia, The Sound of One Hand Typing - Song of the Day, Apple Music Review - Child Is Father to the Man)

- Child Is Father To The Man [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Ο τροχός που γυρίζει...​

Blood, Sweat And Tears - Blood, Sweat And Tears (Δεκέμβριος 1968, Columbia) [LP]
Κομμάτια: A1 Variations On A Theme By Erik Satie (1st And 2nd Movements) (Erik Satie) - 2:33, A2 Smiling Phases (C. Wood, J. Capaldi, S. Winwood) - 5:08, A3 Sometimes In Winter (S. Katz) - 3:08, A4 More And More (D. Juan, P. Vee) - 3:03, A5 And When I Die (L. Nyro) - 4:04, A6 God Bless The Child (A. Herzog, Jr., B. Holiday) - 5:57, B1 Spinning Wheel (D. C. Thomas) - 4:06, B2 You've Made Me So Very Happy (B. Gordy, Jr., B. Holloway, F, Wilson, P. Holloway) - 4:18, B3 Blues - Part II (Blood, Sweat And Tears) - 11:55, B4 Variation On A Theme By Erik Satie (1st Movement) - 1:37
Μουσικοί: David Clayton-Thomas (κύρια φωνητικά: A1, A2, A4 έως B4), Steve Katz (κιθάρα, φυσαρμόνικα, φωνητικά, κύρια φωνητικά: A3), Dick Halligan (όργανο, πιάνο, φλάουτο, τρομπόνι, φωνητικά), Fred Lipsius (άλτο σαξόφωνο, πιάνο), Lew Soloff, Chuck Winfield (τρομπέτα, φλούγκελχορν), Alan Rubin (τρομπέτα: B1), Jerry Hyman (τρομπόνι, φλογέρα), Jim Fielder (μπάσο), Bobby Colomby (ντραμς, κρουστά, φωνητικά), The BS&T Chorus {Bobby Colomby, Dick Halligan}
Ενορχηστρώσεις: Dick Halligan (A1 έως A3, A5, A6, B4), Fred Lipsius (A2, A4, B1, B2), Al Kooper (A2, A4, B2)
Παραγωγή / Μηχανικοί: James William Guercio / Fred Catero, Roy Halee

BloodSweat&Tears1969.jpg

Μετά την επεισοδιακή αποχώρηση του Al Kooper, οι Blood, Sweat & Tears βρέθηκαν σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο μεταίχμιο, έχοντας χάσει τον καλλιτεχνικό τους καθοδηγητή. Η εναπομείνασα ομάδα, με μπροστάρηδες τους Bobby Colomby και Steve Katz, ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει. Αναζητούσαν, όμως, μια τελείως διαφορετική φωνητική ταυτότητα: έναν ερμηνευτή με στιβαρή, δυναμική και "μαύρη" χροιά, που θα μπορούσε να σταθεί ισάξια μπροστά από τον καταιγισμό της πτέρυγας των πνευστών. Η μοιραία συνάντηση έγινε στη Νέα Υόρκη, όταν ο Colomby άκουσε σε ένα κλαμπ του Greenwich Village τον David Clayton-Thomas, έναν Καναδό τραγουδιστή που προσπαθούσε να εδραιωθεί στην αμερικανική σκηνή.

Ο David Clayton-Thomas γεννήθηκε ως David Henry Thomsett στις 13 Σεπτεμβρίου 1941 στο Κίνγκστον του Σάρει στην Αγγλία, από Καναδό στρατιώτη πατέρα και Βρετανίδα μητέρα, αλλά μεγάλωσε στο Τορόντο του Καναδά και απέκτησε την καναδική υπηκοότητα. Η εφηβεία του υπήρξε εξαιρετικά ταραγμένη. Λόγω της κακοποιητικής συμπεριφοράς του πατέρα του, εγκατέλειψε το σπίτι του στα δεκατέσσερα, έζησε ως άστεγος στους δρόμους και πέρασε μεγάλο μέρος των νεανικών του χρόνων σε αναμορφωτήρια και φυλακές για μικροαδικήματα. Η μοίρα του άλλαξε όταν ένας συγκρατούμενός του άφησε πίσω του μια παλιά κιθάρα, μέσω της οποίας ανακάλυψε το πάθος του για το τραγούδι, την κιθάρα και τα μπλουζ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 κυριάρχησε στην R&B σκηνή του Τορόντο με το γκρουπάκι The Shays, σημειώνοντας μεγάλες τοπικές επιτυχίες προτού μετακομίσει στη Νέα Υόρκη. Ο Clayton-Thomas παραμένει εν ζωή.

Η ένταξή του στους Blood, Sweat & Tears έφερε άμεσες αλλαγές και στην υπόλοιπη σύνθεση του γκρουπ. Ο Randy Brecker και ο Jerry Weiss αποχώρησαν, δίνοντας τη θέση τους σε δύο σπουδαίους μουσικούς από τη σκηνή της τζαζ: τον Lew Soloff στην τρομπέτα και το φλικόρνο, και τον Chuck Winfield στην τρομπέτα. Παράλληλα, ο Jerry Hyman προστέθηκε στο τρομπόνι, ενώ ο Dick Halligan μετακινήθηκε στα πλήκτρα, αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο να αντικαταστήσει τον Kooper. Ο Lew Soloff, γεννημένος στις 20 Φεβρουαρίου 1944 στο Μπρούκλιν, έφυγε από τη ζωή στις 8 Μαρτίου 2015.

Το αποτέλεσμα αυτής της νέας σύμπραξης αποτυπώθηκε στο δεύτερο, ομώνυμο άλμπουμ τους, Blood, Sweat & Tears, που κυκλοφόρησε στις 11 Δεκεμβρίου 1968 από την Columbia Records. Αν το ντεμπούτο τους ήταν ένα εκλεπτυσμένο ψυχεδελικό-μπαρόκ κομψοτέχνημα, ο δεύτερος δίσκος μετατράπηκε σε ένα απόλυτα προσβάσιμο, γκρουβάτο και εκρηκτικό ποπ-τζαζ μανιφέστο. Η παραγωγή του James William Guercio —ο οποίος είχε ήδη κάνει θαύματα με τους The Buckinghams και αργότερα με τους Chicago— εξομάλυνε τις πειραματικές γωνίες και έφερε στο προσκήνιο τη θηριώδη, γεμάτη σόουλ ερμηνεία του Clayton-Thomas.

Η πρώτη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το "Variations on a Theme by Erik Satie", μια πανέμορφη, βραβευμένη με Γκράμι διασκευή των Gymnopédies από τον Dick Halligan, που δείχνει ότι το γκρουπ δεν έχασε το ενδιαφέρον του για τις κλασικές δομές. Στη συνέχεια το "Smiling Phases", μια εξαιρετική, γεμάτη ενέργεια διασκευή στο κομμάτι των Traffic, που αναδεικνύει την εκπληκτική τεχνική του Bobby Colomby στα τύμπανα. Το "Sometimes in Winter", γραμμένο και ερμηνευμένο από τον Steve Katz, προσφέρει μια απαραίτητη, μελαγχολική και ακουστική παύση, θυμίζοντας την φολκ-ροκ ευαισθησία του Greenwich Village. Ακολουθεί το "More and More", ένα εκρηκτικό, φανκ-ροκ κομμάτι, και το "And When I Die", γραμμένο από τη σπουδαία Laura Nyro, το οποίο η μπάντα μεταμόρφωσε σε έναν ρυθμικό, σχεδόν γκόσπελ ύμνο για τη θνητότητα. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το "God Bless the Child" της Billie Holiday, όπου ο Clayton-Thomas παραδίδει μια από τις πιο συγκλονιστικές, βαθιές μπλουζ ερμηνείες της καριέρας του, υποστηριζόμενος από ένα μεγαλειώδες σόλο τρομπέτας του Lew Soloff.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το "Spinning Wheel", μια προσωπική σύνθεση του David Clayton-Thomas. Με το χαρακτηριστικό ριφ των πνευστών, τον ανεβαστικό ρυθμό και το τζαζ πέρασμα στη μέση, το κομμάτι έγινε σήμα κατατεθέν της μπάντας και έφτασε παγκόσμια στην κορυφή των τσαρτ. Αμέσως μετά, όμως, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται με το "You've Made Me So Very Happy", μια διασκευή στο κομμάτι της Brenda Holloway. Η ενορχήστρωση των πνευστών και η σαρωτική ερμηνεία του Clayton-Thomas μετέτρεψαν το τραγούδι σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς. Ο δίσκος συνεχίζει με το "Blues – Part II", μια πολυσύνθετη, εννιάλεπτη μπλουζ σουίτα γεμάτη αυτοσχεδιασμούς, που περιλαμβάνει αποσπάσματα από το "Spoonful" του Willie Dixon και το "Sunshine of Your Love" των Cream, αποδεικνύοντας ότι η μπάντα δεν είχε αποκόψει τις ρίζες της. Το άλμπουμ κλείνει ιδανικά με την επιστροφή στο "Variations on a Theme by Erik Satie", σφραγίζοντας τον δίσκο με μια αίσθηση κλασικής αρμονίας.

Ο αντίκτυπος του άλμπουμ υπήρξε ισοπεδωτικός. Παρέμεινε για επτά εβδομάδες στο νούμερο ένα των αμερικανικών τσαρτ, έγινε τετράκις πλατινένιο και κέρδισε το κορυφαίο βραβείο Γκράμι για το "Άλμπουμ της Χρονιάς" το 1970, επικρατώντας μάλιστα απέναντι στο Abbey Road των Beatles. Αν και μέρος της αντεργκράουντ κριτικής της εποχής τους κατηγόρησε ότι θυσίασαν την καλλιτεχνική περιπέτεια του Al Kooper για χάρη της εμπορικότητας, η ιστορία δικαίωσε αυτή τη φάση των Blood, Sweat & Tears ως τη στιγμή που το τζαζ-ροκ βγήκε από τα στενά όρια των κλαμπ και κατέκτησε τις μάζες.

(*****, Wikipedia, Rock Cellar Magazine Interview, Bethel Woods Center - 50 Years of BS&T)

- Blood, Sweat And Tears (1969) [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
ChicagoTransitAuthorityByMichaelOchs.jpg
Chicago Transit Authority: (από αριστερά προς τα δεξιά)
Robert Lamm (όρθιος, ακουμπισμένος στο αριστερό τοίχωμα του σωλήνα),
Peter Cetera (όρθιος, ελαφρώς πίσω και δίπλα στον Robert Lamm),
Danny Seraphine (καθισμένος χαμηλά, φορώντας γυαλιά ηλίου),
James Pankow (όρθιος στο κέντρο, φορώντας ριγέ παντελόνι),
Lee Loughnane (όρθιος, πιο πίσω στο βάθος του σωλήνα),
Walter Parazaider (καθισμένος στα δεξιά, κοιτάζοντας προς το κέντρο),
Terry Kath (καθισμένος στην άκρη δεξιά, φορώντας το πουκάμισο με τα σχέδια)
(φωτό Michael Ochs Archives)​

Η πόλη του Σικάγο δεν έδωσε στο γκρουπ μόνο το όνομά του, αλλά διαμόρφωσε καθοριστικά τον ήχο, την ταυτότητα και τη θεματολογία του. Η μουσική σκηνή της "Ανεμοδαρμένης Πόλης" ήταν πλημμυρισμένη από Τζαζ, Μπλουζ και Σόουλ. O "βιομηχανικός" και γεμάτο ενέργεια ήχος του γκρουπ αντανακλούσε τη ζωντάνια και τον θόρυβο της μεγάλης αμερικανικής μεγαλούπολης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το Σικάγο ήταν επίσης το επίκεντρο μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών (όπως οι διαδηλώσεις στο Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968). Αυτή η ωμή, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα πέρασε απευθείας στους στίχους τους, δίνοντάς τους έναν έντονο, κοινωνικά ευαισθητοποιημένο χαρακτήρα.
 

Απελευθέρωση​

Chicago Transit Authority - Chicago Transit Authority (Ιανουάριος 1969, Columbia) [2LP]
Κομμάτια: A1 Introduction - 6:35, A2 Does Anybody Really Know What Time It Is? - 4:33, A3 Beginnings - 7:58, B1 Questions 67 And 68 - 5:04, B2 Listen - 3:22, B3 Poem 58 - 8:37, C1 Free Form Guitar - 6:53, C2 South California Purples - 6:10, C3 I'm A Man (J. Miller, S. Winwood) - 7:40, D1 Prologue, August 29, 1968 (J. W. Guercio) - 0:57, D2 Someday (August 29, 1968) - 4:13, D3 Liberation - 15:41
Μουσικοί: Peter Cetera (μπάσο, κύρια και δεύτερα φωνητικά), Terry Kath (κιθάρες, κύρια και δεύτερα φωνητικά), Robert Lamm (πλήκτρα, κύρια φωνητικά), Lee Loughnane (τρομπέτα, δεύτερα φωνητικά), James Pankow (τρομπόνι, ενορχήστρωση πνευστών), Walter Parazaider (πνευστά, ντέφι, δεύτερα φωνητικά), Daniel Seraphine (ντραμς, κρουστά)
Παραγωγή / Μηχανικός: James William Guercio / Fred Catero

ChicagoTransitAuthority.jpg

Ενώ οι Blood, Sweat & Tears κατέκτησαν τα τσαρτ της Νέας Υόρκης με έναν εκλεπτυσμένο, γεμάτο σόουλ ήχο, στην άλλη πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, στην εργατική και πολιτικά αναβράζουσα πόλη του Σικάγο, γεννιόταν η πιο συμπαγής, ηλεκτρική και πολιτικοποιημένη εκδοχή της επανάστασης των χάλκινων. Στις αρχές του 1967, μια παρέα νεαρών φοιτητών μουσικής σχημάτισε τους The Big Thing, οι οποίοι σύντομα μετονομάστηκαν σε Chicago Transit Authority, παίρνοντας το όνομα του δημόσιου οργανισμού συγκοινωνιών της πόλης τους. Το όραμά τους ήταν ριζικά διαφορετικό: δεν ήθελαν μια ροκ μπάντα που συνοδεύεται από πνευστά, αλλά μια απόλυτα δημοκρατική κολεκτίβα, όπου τα χάλκινα όργανα, οι παραμορφωμένες κιθάρες και οι πολυφωνίες θα αποτελούσαν ένα ενιαίο, αδιαίρετο σώμα.

Η σύνθεση της ιστορικής αυτής ομάδας αποτελούνταν από επτά Αμερικανούς μουσικούς με σπάνια τεχνική κατάρτιση. Στα πνευστά συναντάμε τον James Pankow στο τρομπόνι (γεννημένος στις 20 Αυγούστου 1947 στο Σεντ Λούις), τον Lee Loughnane στην τρομπέτα (γεννημένος στις 12 Σεπτεμβρίου 1946 στο Σικάγο) και τον Walter Parazaider στο σαξόφωνο και το φλάουτο (γεννημένος στις 14 Μαρτίου 1945 στο Σικάγο). Η ρυθμική και μελωδική βάση στηριζόταν στον Danny Seraphine στα τύμπανα (γεννημένος στις 28 Αυγούστου 1948 στο Σικάγο) και τον Robert Lamm στα πλήκτρα και τα κύρια φωνητικά (γεννημένος στις 13 Οκτωβρίου 1944 στο Μπρούκλιν). Το γκρουπ διέθετε επίσης δύο κεντρικούς ερμηνευτές: τον μπασίστα Peter Cetera (γεννημένος στις 13 Σεπτεμβρίου 1944 στο Σικάγο) με την υψίφωνη, ποπ-σόουλ χροιά, και τον θρυλικό Terry Kath στην κιθάρα και τα φωνητικά (γεννημένος στις 31 Ιανουαρίου 1946 στο Σικάγο). Ο Kath, ένας από τους πιο υποτιμημένους και ιδιοφυείς κιθαρίστες του ροκ, έφυγε πρόωρα και τραγικά από τη ζωή στις 23 Ιανουαρίου 1978 από ατύχημα με όπλο, ενώ τα υπόλοιπα μέλη παραμένουν εν ζωή.

Υπό την καθοδήγηση του οραματιστή παραγωγού James William Guercio, η μπάντα μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Εκεί, ο Guercio έπεισε την Columbia Records για κάτι πρωτάκουστο για πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα: να τους επιτρέψει να κυκλοφορήσουν ένα διπλό άλμπουμ. Το ομώνυμο ντεμπούτο Chicago Transit Authority κυκλοφόρησε στις 28 Απριλίου 1969 και αποτέλεσε ένα ηχητικό σοκ, παντρεύοντας την ποπ αμεσότητα, την τζαζ ελευθερία και το σκληρό, ψυχεδελικό αντεργκράουντ ροκ.

Η πρώτη πλευρά του πρώτου δίσκου ανοίγει με το "Introduction", μια σύνθεση του Terry Kath που λειτουργεί ως το απόλυτο μανιφέστο της μπάντας, παρουσιάζοντας μέσα σε εξίμισι λεπτά όλα τα όργανα σε ρόλο πρωταγωνιστή. Ακολουθεί το "Does Anybody Really Know What Time It Is?", γραμμένο από τον Robert Lamm, ένα κομμάτι με εκπληκτική ποπ δομή και τζαζ πιάνο, που έμελλε να γίνει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους. Η πλευρά κλείνει με το "Beginnings", μια πανέμορφη ακουστική μπαλάντα με λάτιν ρυθμούς στα κρουστά και μια μεγαλειώδη κορύφωση από τα πνευστά.

Η δεύτερη πλευρά περιλαμβάνει το "Questions 67 and 68", ένα δυναμικό κομμάτι με εκρηκτικές τρομπέτες που αναφέρεται στα πολιτικά και προσωπικά γεγονότα των προηγούμενων ετών. Ακολουθεί το "Listen", που ξεχωρίζει για την κιθαριστική του ενέργεια, και το πρώτο βινύλιο τελειώνει ιδανικά με το "Poem 58", ένα εκτεταμένο ροκ τζαμάρισμα.

Ο δεύτερος δίσκος αποκαλύπτει την πιο πειραματική και βαθιά πολιτικοποιημένη πλευρά του γκρουπ. Η τρίτη πλευρά ανοίγει με το "Free Form Guitar", όπου ο Terry Kath, χρησιμοποιώντας μόνο την κιθάρα του και έναν ενισχυτή Fender, παραδίδει ένα εξάλεπτο μάθημα θορύβου και ανάδρασης, το οποίο θα ζήλευε ακόμα και ο Jimi Hendrix (ο οποίος είχε δηλώσει δημόσια ότι ο Kath ήταν καλύτερος από τον ίδιο). Σειρά έχει το "South California Purples", ένα βαρύ, ψυχεδελικό μπλουζ και η πλευρά ολοκληρώνεται με το "I'm a Man", τη συγκλονιστική, γεμάτη εκρηκτικά κρουστά διασκευή στο κομμάτι των Spencer Davis Group.

Η τέταρτη πλευρά ξεκινά με το "Prologue, August 29, 1968 / Someday (August 29, 1968)", ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο της εποχής, καθώς το γκρουπ έντυσε με πνευστά τις πραγματικές ιαχές ("The whole world is watching") των διαδηλωτών που δέχονταν επίθεση από την αστυνομία κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των Δημοκρατικών στο Σικάγο το 1968. Ο δίσκος κλείνει με το επικό "Liberation", μια θηριώδη, σχεδόν 16λεπτη οργανική σύνθεση, η οποία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτεχνικούς άθλους της μπάντας. Το κομμάτι είναι ένας καταιγισμός αυτοσχεδιασμού, όπου η κιθάρα του Terry Kath παραδίδει ένα συγκλονιστικό, μαραθώνιο σόλο, ενώ η ρυθμική βάση και τα πνευστά δοκιμάζουν τα όρια των αντοχών τους σε ένα ασταμάτητο, προοδευτικό κρεσέντο, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του κομματιού ως μια πράξη καθαρής μουσικής απελευθέρωσης.

Το άλμπουμ σημείωσε απροσδόκητα τεράστια εμπορική επιτυχία, παραμένοντας στα τσαρτ για περισσότερες από 170 εβδομάδες. Μετά την κυκλοφορία του, ο πραγματικός οργανισμός συγκοινωνιών του Σικάγο απείλησε με δικαστικές αγωγές, αναγκάζοντας το γκρουπ να συντομεύσει το όνομά του σε Chicago για το υπόλοιπο της μυθικής καριέρας του. Το ντεμπούτο τους απέδειξε ότι τα πνευστά δεν χρειαζόταν να είναι πάντα γλυκά ή προσεγμένα· μπορούσαν να είναι ωμά, επιθετικά και να κουβαλούν τη φωνή του δρόμου και της αλλαγής.

(*****, Wikipedia, Discogs Credits, The Terry Kath Legacy & Rolling Stone Review)

- Chicago Transit Authority [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Ο κιθαρίστας που θαύμαζε ο Jimi Hendrix​

Όταν οι Chicago Transit Authority έπαιζαν στα κλαμπ του Λος Άντζελες το 1969, ο Jimi Hendrix τους είδε ζωντανά. Εντυπωσιασμένος από το παίξιμο του Kath, πλησίασε τον σαξοφωνίστα του συγκροτήματος, Walter Parazaider, στα παρασκήνια και του είπε την ιστορική φράση:

«Οι πνευστοί σας ακούγονται σαν ένας πνεύμονας και ο κιθαρίστας σας είναι καλύτερος από μένα».

Ο Hendrix τον θεωρούσε έναν από τους αγαπημένους του παίκτες και τον είχε αποκαλέσει «τον καλύτερο κιθαρίστα στο σύμπαν».

Ο Kath είχε απόλυτο έλεγχο των εφέ, της παραμόρφωσης και του πεντάλ γουά-γουά. Το επτάλεπτο κομμάτι του "Free Form Guitar" στο ντεμπούτο άλμπουμ τους ήταν ένας απόλυτος πειραματισμός με τον μικροφωνισμό, χρόνια μπροστά από την εποχή του. Μπορούσε να παίζει ταυτόχρονα απίστευτα περίπλοκα ρυθμικά μέρη και σόλο, ενώ παράλληλα τραγουδούσε. Παρότι στα πρώτα βήματα της μπάντας, ο Kath προτιμούσε μοντέλα της Gibson, τελικά ταυτίστηκε απόλυτα με μια βαριά τροποποιημένη Fender Telecaster, την οποία είχε διακοσμήσει με δεκάδες χίπικα αυτοκόλλητα, καθώς και το σήμα της αγαπημένης του ομάδας χόκεϊ, των Chicago Blackhawks. Εκτός από την κιθάρα, ο Kath είχε μια εξαιρετικά βαθιά, βραχνή και γεμάτη συναίσθημα σόουλ φωνή.

Η ζωή του διακόπηκε απότομα σε ηλικία μόλις 31 ετών, από ένα φρικτό ατύχημα. Βρισκόταν στο σπίτι ενός τεχνικού του γκρουπ και έπαιζε με ένα από τα όπλα της συλλογής του. Παρά τις προειδοποιήσεις του φίλου του να προσέχει, ο Kath, πιστεύοντας ότι το πιστόλι ήταν άδειο επειδή είχε αφαιρέσει τον γεμιστήρα, είπε τη μοιραία τελευταία του φράση: «Μην ανησυχείς, δεν είναι γεμάτο». Δυστυχώς, υπήρχε μια σφαίρα στη θαλάμη και το όπλο εκπυρσοκρότησε όταν το πίεσε στον κρόταφό του, σκοτώνοντάς τον ακαριαία.

Μετά τον θάνατό του, οι Chicago έχασαν τον άγριο ροκ χαρακτήρα τους και στράφηκαν οριστικά προς τις πιο σοφτ-ροκ μπαλάντες της δεκαετίας του '80, αφήνοντας πίσω την αντεργκράουντ πειραματική εποχή που ο Kath είχε καθορίσει.

<photo>
...​
 

Χρωμάτισε τον κόσμο μου​

Chicago - Chicago (Ιανουάριος 1970, Columbia) [2LP]
Κομμάτια: A1 Movin' In (J. Pankow) - 4:05, A2 The Road (T. Kath) - 3:09, A3 Poem For The People (R. Lamm) - 5:33, A4 In The Country (T. Kath) - 6:31, B1 Wake Up Sunshine (R. Lamm) - 2:29, {Ballet For A Girl In Buchannon} B2 Make Me Smile (J. Pankow) - 3:32, B3 So Much To Say, So Much To Give (J. Pankow) - 1:04, B4 Anxiety's Moment (J. Pankow) - 1:00, B5 West Virginia Fantasies (J. Pankow) - 1:34, B6 Colour My World (J. Pankow) - 2:58, B7 To Be Free (J. Pankow) - 1:21, B8 Now More Than Ever (J. Pankow) - 1:27, C1 Fancy Colours (R. Lamm) - 5:09, C2 25 Or 6 To 4 (R. Lamm) - 4:58, {Memories Of Love} C3 Prelude (T. Kath, P. Matz) - 1:18, C4 A.M. Mourning (T. Kath, P. Matz) - 2:05, C5 P.M. Mourning (T. Kath, P. Matz) - 1:59, C6 Memories Of Love (T. Kath) - 4:01, {It Better End Soon} D1 1st Movement (R. Lamm) - 2:30, D2 2nd Movement (W. Parazaider, R. Lamm) - 3:47, D3 3rd Movement (T. Kath, R. Lamm) - 3:19, D4 4th Movement (R. Lamm) - 1:15, D5 Where Do We Go From Here (P. Cetera) - 2:53
Μουσικοί: Peter Cetera (μπάσο, φωνητικά), Terry Kath (κιθάρες, φωνητικά), Robert Lamm (πλήκτρα, φωνητικά), Lee Loughnane (τρομπέτα, φωνητικά), James Pankow (τρομπόνι), Walter Parazaider (σαξόφωνο, φλάουτο, κλαρινέτο, φωνητικά), Daniel Seraphine (ντραμς, κρουστά)
Παραγωγή / Μηχανικοί: James William Guercio / Brian Ross-Myring, Chris Hinshaw, Donald Puluse

Chicago1970.jpg

Η τεράστια επιτυχία του ντεμπούτου των Chicago Transit Authority έδωσε στο γκρουπ την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά και την αυτοπεποίθηση να διευρύνει ακόμα περισσότερο τους μουσικούς του ορίζοντες. Τον Ιανουάριο του 1970, έχοντας πλέον συντομεύσει το όνομά τους σε Chicago για την αποφυγή δικαστικών περιπετειών, κυκλοφόρησαν το δεύτερο, επίσης διπλό άλμπουμ τους, γνωστό απλώς ως Chicago (ή μετέπειτα Chicago II). Υπό την πάντα στιβαρή καθοδήγηση του παραγωγού James William Guercio, το γκρουπ δεν επαναπαύτηκε στην πετυχημένη συνταγή του brass-rock. Αντίθετα, δημιούργησε ένα έργο με εντυπωσιακή δομική πολυπλοκότητα, όπου η ροκ ενέργεια και ο τζαζ αυτοσχεδιασμός συναντήθηκαν με τις μεγάλες, πολυμερείς φόρμες της κλασικής μουσικής και του αναδυόμενου προγκρέσιβ ροκ.

Η σύνθεση της μπάντας παρέμεινε η ίδια, δεμένη πλέον από τις ασταμάτητες περιοδείες. Το τμήμα των πνευστών με τους James Pankow, Lee Loughnane και Walter Parazaider λειτουργούσε με τηλεπαθητική ακρίβεια, ενώ οι Robert Lamm, Terry Kath, Peter Cetera και Danny Seraphine παρέδιδαν σεμινάρια ρυθμικής και μελωδικής συνοχής. Στον δίσκο αυτό, η Columbia Records επιστράτευσε κορυφαίους τεχνικούς ήχου για να αποτυπώσει τη δυναμική των χάλκινων χωρίς να θυσιαστεί ο όγκος της παραμορφωμένης κιθάρας του Kath, το αποτέλεσμα της οποίας παραμένει ένα ηχητικό υπόδειγμα για την εποχή.

Το διπλό βινύλιο ξεδιπλώνει το όραμά του μέσα από τέσσερις πλευρές που ισορροπούν ανάμεσα στην ποπ αμεσότητα και τις φιλόδοξες σουίτες. Η πρώτη πλευρά του πρώτου δίσκου ανοίγει με το "Movin' In", μια σύνθεση του Pankow που δίνει αμέσως το στίγμα της εκρηκτικής επιστροφής των πνευστών. Ακολουθεί το "The Road", μια σύνθεση του Terry Kath που ερμηνεύει με εξαιρετική ευαισθησία ο Peter Cetera. Σειρά έχει το "Poem for the People" του Robert Lamm με το χαρακτηριστικό του πιάνο, και η πλευρά κλείνει με το "In the Country", ένα δυναμικό, γεμάτο ενέργεια ροκ κομμάτι με τις συνυπάρχουσες φωνές των Kath και Cetera.

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει ιδανικά με το "Wake Up Sunshine" του Robert Lamm, μια φωτεινή, μελωδική ποπ-τζαζ σύνθεση που ξεχωρίζει για τις όμορφες φωνητικές αρμονίες της. Αμέσως μετά, ο δίσκος παραδίδει τη σκυτάλη στο μνημειώδες "Ballet for a Girl in Buchannon", μια επική, επτάμερη σουίτα διάρκειας σχεδόν δεκατριών λεπτών σε σύνθεση του James Pankow. Εμπνευσμένη από τις δομές των κλασικών μπαλέτων, η σουίτα ξεκινά με το "Make Me Smile" (μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους) και περνά μέσα από τα ονειρικά ορχηστρικά μέρη "So Much to Say, So Much to Give", "Anxiety's Moment" και το περίπλοκο "West Virginia Fantasies". Στη συνέχεια, η σουίτα χαμηλώνει τους τόνους με τη θρυλική μπαλάντα "Colour My World" (με το εμβληματικό σόλο φλάουτου του Parazaider), περνά από το σύντομο ιντερλούδιο "To Be Free" και ολοκληρώνεται πανηγυρικά με το "Now More Than Ever".

Ο δεύτερος δίσκος συνεχίζει να προκαλεί τα όρια του είδους. Η τρίτη πλευρά ανοίγει με το "Fancy Colours" του Robert Lamm, ένα κομμάτι με έντονα ψυχεδελικά και λάτιν στοιχεία. Αμέσως μετά ακολουθεί το θρυλικό "25 or 6 to 4". Γραμμένο επίσης από τον Lamm, το κομμάτι χτίζεται πάνω σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα, καταιγιστικά ροκ ριφ, με τον Terry Kath να παραδίδει ένα μνημειώδες σόλο κιθάρας και τον Peter Cetera να παραδίδει μια γεμάτη ένταση και πάθος ερμηνεία, μετατρέποντάς το σε παγκόσμιο ορόσημο. Η πλευρά κλείνει με τη φιλόδοξη, τετραμερή σουίτα "Memories of Love" του Terry Kath, η οποία ξεκινά με το ορχηστρικό "Prelude" και τα μελαγχολικά "A.M. Mourning" και "P.M. Mourning", όπου τα πνευστά της μπάντας ενώνονται με μια πλήρη ορχήστρα εγχόρδων, για να καταλήξει στο ομώνυμο, βαθιά συναισθηματικό κομμάτι "Memories of Love". Η τέταρτη πλευρά φέρνει στο προσκήνιο την έντονα πολιτικοποιημένη και αντιπολεμική ταυτότητα της μπάντας, επηρεασμένη από τη δίνη του Πολέμου του Βιετνάμ. Αποτελείται από τη σουίτα "It Better End Soon" του Robert Lamm (με το τρίτο μέρος να συνυπογράφεται από τον Kath). Μέσα στα τέσσερα μέρη της ("1st, 2nd, 3rd, 4th Movement"), τα πνευστά και η κιθάρα του Kath λειτουργούν ως ηχητικό όπλο διαμαρτυρίας, γεμάτο ένταση, κραυγές και ελεύθερους τζαζ πειραματισμούς. Ο δίσκος ολοκληρώνεται ιδανικά με το "Where Do We Go From Here", μια ακουστική, βαθιά σκεπτόμενη σύνθεση του Peter Cetera για το μέλλον της ανθρωπότητας, που σβήνει απαλά, αφήνοντας μια αίσθηση ελπίδας.

Το Chicago II σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία, φτάνοντας στο νούμερο 4 των αμερικανικών τσαρτ και στο νούμερο 6 της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ απέδωσε τρία τεράστια τοπ-10 σινγκλ. Ήταν το άλμπουμ που απέδειξε ότι το γκρουπ δεν ήταν μια απλή φωτοβολίδα της εποχής, αλλά μια υπολογίσιμη καλλιτεχνική δύναμη που μπορούσε να μετατρέψει τις πιο σύνθετες ενορχηστρωτικές ιδέες σε παγκόσμιες επιτυχίες, κλείνοντας θριαμβευτικά τον πρώτο μεγάλο κύκλο της επανάστασης του "ροκ με χάλκινα".

(*****, Wikipedia, Discogs, "Ballet for a Girl in Buchannon": James Pankow's Masterpiece - Ultimate Classic Rock, AllMusic, Lindsay Planer)

- Chicago II [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.