Το κείμενο που θα παραθέσω δεν είναι δικό μου.
Είναι από μια αγαπημένη μου φίλη που, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σχέση με το hi-end, -και έχει για μένα μεγάλη σημασία αυτό - κατάφερε να πιάσει το τρόπο που αντιμετωπίζουμε εμείς το βινύλιο.
Αρα, δεν είμαστε μόνον εμείς που το βινύλιο το έχουμε έως και φετίχ! Εχει ιδιαίτερη σημασία αυτό για μένα, για όλους μας εδώ.
Είναι της Τζίνας Μιτάκη, από τα διηγήματα ψυχής που έχει γράψει, κάτω από το τίτλο "Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια". (εκδόσεις Ανεμος εκδοτική).
Οπου κουκουβάγια, ο τρόπος και η δικαιολογία που έχουμε να μιλάμε με τον εαυτό μας!
Εγώ το απόλαυσα, ελπίζω το ίδιο και εσείς!
Και προς θεού, ΔΕΝ είναι διαφημιστικό! Απλά, με άγγιξε και θέλησα να το μοιράζομαι μαζί σας.
----------------
Χτύπησε με το σφυράκι το καρφί στον τοίχο , μέτρησε και κάρφωσε και το επόμενο και μετά ένα άλλο και ένα άλλο.
Μετά άνοιξε μια κούτα και έβγαλε προσεκτικά καμιά δεκαριά φθαρμένους αλλά ακόμα γυαλιστερούς μαύρους δίσκους.
Τους κρέμασε στα καρφιά τους ζύγιασε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω να τους καμαρώσει
«Πλάκες τα λέγανε παλιά, η δίσκους, η ..βινύλια, διαλέγεις και παίρνεις ότι σου αρέσει καλύτερα.
Τα έβαζαν στο γραμμόφωνο η το Πικ-απ που έπαιρνε μπροστά με μανιβέλα η με ρεύμα αργότερα και ξεπήδαγαν μουσικές και λόγια.
Κάποτε σε τούτο το σπίτι υπήρχε ένα Πικ-απ που έπαιρνε μπροστά με μανιβέλα, και κάμποσοι δίσκοι, έμειναν μόνο τούτοι ,με παλιά τραγούδια που δεν θα ακούσω ποτέ γιατί δεν έχω Πικ-απ ,αλλά θα τους κρεμάσω στον τοίχο να τα καμαρώνω έστω και σιωπηλά .
Παρ ολίγο κάποτε να τα χαρίσω σε κάποιον που αγαπούσε πολύ τα βινύλια.. κάποτε….» είπε η Κυρά του μικρού παλιού σπιτιού στην κουκουβάγια που καθόταν πάνω στον καρυδένιο μπουφέ μασουλώντας καλούδια από το τάσι που φρόντιζε η Κυρά να είναι πάντα γεμάτο .
«Θυμάμαι και εγώ κάποτε, που γνώρισα κάποιον που αγαπούσε τα βινύλια, μόνο αυτά όμως.» είπε η κυρά-Κουκουβάγια
«Ήταν κάποτε που, νια και άμυαλη ακόμα, αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι μακρινό να γνωρίσω τον κόσμο, μακριά από το βουνό τούτο και τον κυπαρισσώνα του.
Ταξίδευα μέρες , ένα βράδυ βρέθηκα σε μια πόλη , όμορφη πόλη μα τα φώτα της, ο θόρυβος, το αδιάκοπο πήγαινε- έλα ανθρώπων και αυτοκινήτων, με είχαν ζαλίσει , έβρεχε πολύ και ήμουν κατάκοπη.
Σε ένα δρόμο σχετικά ήσυχο ήταν ένα σπίτι παλιό και σκοτεινό, απ αυτά τα σπίτια που εγώ αγαπώ.
Πέταξα στο περβάζι του παραθυριού του και κούρνιασα να ξαποστάσω, ανάμεσα στα γερτά γαλαζοπράσινα ,φθαρμένα ,ξύλινα ,παραθυρόφυλλα.
Η νύχτα βάθαινε και εγώ περίμενα να ησυχάσει η μπόρα και ο θόρυβος της πόλης να σεργιανίσω τους δρόμους της νύχτας.
Η σιδερένια εξώπορτα έτριξε.
Σαν ελάφι ανέβηκε δύο-δύο τα σκαλιά τα ντυμένα με ψιλό μωσαϊκό, ένας νέος άντρας.
Ήταν όμορφος.
Μπήκε στο σπίτι και άναψε τα φώτα.
Κάθισε στο γραφείο του.
Αργά και προσεκτικά, σχεδόν με ευλάβεια, ακούμπησε πάνω στο γραφείο το πακέτο που έφερε μαζί του στο σπίτι.
Χάιδεψε το περιτύλιγμα αργά και τρυφερά σαν να χάιδευε το πρόσωπο μιας όμορφης αγαπημένης γυναίκας.
Μια γλυκιά ηδονή που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του διαπέρασε τα ακροδάχτυλα του και πλημμύρισε όλο του το είναι.
Από τα ηχεία του υπολογιστή ξεπήδησε ένας ήχος, εκείνος ο ήχος που τον ειδοποιούσε πως κάποιος από την λίστα των επαφών του στο msn μόλις συνδέθηκε.
Γυρνά, μόλις που προλαβαίνει να δει την εικόνα της στο μικρό παραθυράκι της οθόνης .
Χαμογελάει, έχουν καιρό να μιλήσουν, σπάνια πια μιλάνε στο msn και τα τηλεφωνήματα της από κει που ήταν καθημερινά αραίωσαν.
Έχει να την δει μήνες είτε από κοντά, είτε μέσα από τον φακό της κάμερας.
Έκανε να απλώσει τα χέρια στο πληκτρολόγιο να της στείλει ένα μήνυμα ...μα τα χέρια του σαν καρφωμένα έμειναν πάνω στο πολύτιμο πακέτο.
«Αργότερα καλή μου, θα τα πούμε αργότερα» μονολόγησε και άρχισε να αφαιρεί με αργές, προσεκτικές , τρυφερές και ερωτικές κινήσεις το προστατευτικό περιτύλιγμα μέχρι να αποκαλυφθεί το αντικείμενο του πόθου και του πάθους του.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα του εκστασιασμένος από την αποκάλυψη που είχε συντελεστεί.
Έσπρωξε πίσω τα μακριά μαλλιά του και χαμογέλασε γεμάτος ικανοποίηση.
Τα μάτια του έκαναν ένα ηδονικό ταξίδι πάνω στην νέα του κατάκτηση.
Ρούφηξε λαίμαργα την οπτική ηδονή, σαν να ρουφούσε λαίμαργα την ηδονή απ την θέα μιας πολύ επιθυμητής ερωμένης.
Άπλωσε τα χέρια με λατρεία στο αγαπημένο σώμα.
Το έφερε κοντά του.
Παρατήρησε με προσοχή και ικανοποίηση το εξώφυλλο, το τετράγωνο σχήμα του, την ποιότητα του χαρτιού, τα χρώματα, τα σχέδια, τα γράμματα το ένθετο και την αφίσα που το συνόδευε .
Τα μάτια του έδειχναν πως ήταν εξοικειωμένα να διακρίνουν και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Το παρατήρησε με προσοχή και θαυμασμό όπως θα παρατηρούσε το ύφασμα που αγκαλιάζει και τυλίγει το σώμα της ποθητής ερωμένης του
Το χρώμα του, την υφή του, το σχέδιο, τις λεπτομέρειες της ραφής ακόμα και την μυρωδιά του.
Το αφαίρεσε αργά, τελετουργικά.
Το στρογγυλό σώμα του διαχρονικού μαύρου φετίχ ,ξεπρόβαλλε προκλητικό.
Χάιδεψε ερωτικά το μείγμα διαφανούς pvc και άνθρακα, ερωτοτρόπησε σαν έμπειρος εραστής με τα δυο ομόκεντρα σπειροειδή αυλάκια και την ετικέτα στο κέντρο του με όλες τις αισθήσεις του.
Εκείνο σαν αντάλλαγμα στραφτάλισε και του προσέφερε την υπέρτατη ηδονή.
Αντάλλαγμα για όσα θυσίασε για να το κατακτήσει.
Και θυσίαζε πολλά, θυσίαζε την ύπαρξη του ολόκληρη, θυσίαζε την ζωή του , θυσίαζε τις νύχτες του ταξιδεύοντας με βάρκα την οθόνη του υπολογιστή στα πέρατα του κόσμου, στα πελάγη των ηλεκτρονικών παζαριών να ανακαλύψει και να κατακτήσει την μοναδική μαύρη ερωμένη.
Να ταξιδέψουν οι αισθήσεις της αφής, της όρασης, της ακοής , στις προκλητικές της καμπύλες, να την κατακτήσει και να κατακτηθεί από κείνη.
Στο βωμό του έρωτα αυτής της μαύρης καλλονής χρόνια τώρα θυσιάζει χρόνο, ενέργεια, χρήμα, ταξίδια ,διακοπές , ρούχα , αλισβερίσι με ανθρώπους , σχέσεις και έρωτες με γυναίκες.
Καμιά γυναίκα δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί την μαύρη θεά και να τον να κλέψει από τον ναό της .
Όλες έμεναν στην σκιά της σε κάποια γωνιά του μυαλού του, ένα θλιβερό τίποτα όλες μπροστά στην μαύρη λάμψη της γοητείας της.
Και εκείνος παντοτινός αιχμάλωτος στον πόθο και το πάθος για κείνη που ήταν το άλλοθι του για την αναπηρία της ψυχής του να δοθεί σε έμψυχα.
Λες να ήταν ο ίδιος άνθρωπος?»
---------
Με συνεπήρε το πάθος του ήρωα της ιστορίας και η περιγραφή για το πάθος και φετίχ του.. Γιατί έτσι, όπως ο ήρωας, μάζευα 10 10 τις δραχμές για να φτιάξω τη μικρή μου συλλογή σε βινύλια.. και προσπαθούσα μέσα από το κάθε ένα να γεμίσω με τις μυρωδιές και τις εικόνες του κάθε ενός από αυτά.. "Τύπωνα" στη ψυχή μου την αίσθηση του ξεχωριστού που κάθε ένα "ίδιο" για τους άλλους, είχε για μένα.
Είναι από μια αγαπημένη μου φίλη που, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σχέση με το hi-end, -και έχει για μένα μεγάλη σημασία αυτό - κατάφερε να πιάσει το τρόπο που αντιμετωπίζουμε εμείς το βινύλιο.
Αρα, δεν είμαστε μόνον εμείς που το βινύλιο το έχουμε έως και φετίχ! Εχει ιδιαίτερη σημασία αυτό για μένα, για όλους μας εδώ.
Είναι της Τζίνας Μιτάκη, από τα διηγήματα ψυχής που έχει γράψει, κάτω από το τίτλο "Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια". (εκδόσεις Ανεμος εκδοτική).
Οπου κουκουβάγια, ο τρόπος και η δικαιολογία που έχουμε να μιλάμε με τον εαυτό μας!
Εγώ το απόλαυσα, ελπίζω το ίδιο και εσείς!
Και προς θεού, ΔΕΝ είναι διαφημιστικό! Απλά, με άγγιξε και θέλησα να το μοιράζομαι μαζί σας.
----------------
Το άλλοθι
Μετά άνοιξε μια κούτα και έβγαλε προσεκτικά καμιά δεκαριά φθαρμένους αλλά ακόμα γυαλιστερούς μαύρους δίσκους.
Τους κρέμασε στα καρφιά τους ζύγιασε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω να τους καμαρώσει
«Πλάκες τα λέγανε παλιά, η δίσκους, η ..βινύλια, διαλέγεις και παίρνεις ότι σου αρέσει καλύτερα.
Τα έβαζαν στο γραμμόφωνο η το Πικ-απ που έπαιρνε μπροστά με μανιβέλα η με ρεύμα αργότερα και ξεπήδαγαν μουσικές και λόγια.
Κάποτε σε τούτο το σπίτι υπήρχε ένα Πικ-απ που έπαιρνε μπροστά με μανιβέλα, και κάμποσοι δίσκοι, έμειναν μόνο τούτοι ,με παλιά τραγούδια που δεν θα ακούσω ποτέ γιατί δεν έχω Πικ-απ ,αλλά θα τους κρεμάσω στον τοίχο να τα καμαρώνω έστω και σιωπηλά .
Παρ ολίγο κάποτε να τα χαρίσω σε κάποιον που αγαπούσε πολύ τα βινύλια.. κάποτε….» είπε η Κυρά του μικρού παλιού σπιτιού στην κουκουβάγια που καθόταν πάνω στον καρυδένιο μπουφέ μασουλώντας καλούδια από το τάσι που φρόντιζε η Κυρά να είναι πάντα γεμάτο .
«Θυμάμαι και εγώ κάποτε, που γνώρισα κάποιον που αγαπούσε τα βινύλια, μόνο αυτά όμως.» είπε η κυρά-Κουκουβάγια
«Ήταν κάποτε που, νια και άμυαλη ακόμα, αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι μακρινό να γνωρίσω τον κόσμο, μακριά από το βουνό τούτο και τον κυπαρισσώνα του.
Ταξίδευα μέρες , ένα βράδυ βρέθηκα σε μια πόλη , όμορφη πόλη μα τα φώτα της, ο θόρυβος, το αδιάκοπο πήγαινε- έλα ανθρώπων και αυτοκινήτων, με είχαν ζαλίσει , έβρεχε πολύ και ήμουν κατάκοπη.
Σε ένα δρόμο σχετικά ήσυχο ήταν ένα σπίτι παλιό και σκοτεινό, απ αυτά τα σπίτια που εγώ αγαπώ.
Πέταξα στο περβάζι του παραθυριού του και κούρνιασα να ξαποστάσω, ανάμεσα στα γερτά γαλαζοπράσινα ,φθαρμένα ,ξύλινα ,παραθυρόφυλλα.
Η νύχτα βάθαινε και εγώ περίμενα να ησυχάσει η μπόρα και ο θόρυβος της πόλης να σεργιανίσω τους δρόμους της νύχτας.
Η σιδερένια εξώπορτα έτριξε.
Σαν ελάφι ανέβηκε δύο-δύο τα σκαλιά τα ντυμένα με ψιλό μωσαϊκό, ένας νέος άντρας.
Ήταν όμορφος.
Μπήκε στο σπίτι και άναψε τα φώτα.
Κάθισε στο γραφείο του.
Αργά και προσεκτικά, σχεδόν με ευλάβεια, ακούμπησε πάνω στο γραφείο το πακέτο που έφερε μαζί του στο σπίτι.
Χάιδεψε το περιτύλιγμα αργά και τρυφερά σαν να χάιδευε το πρόσωπο μιας όμορφης αγαπημένης γυναίκας.
Μια γλυκιά ηδονή που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του διαπέρασε τα ακροδάχτυλα του και πλημμύρισε όλο του το είναι.
Από τα ηχεία του υπολογιστή ξεπήδησε ένας ήχος, εκείνος ο ήχος που τον ειδοποιούσε πως κάποιος από την λίστα των επαφών του στο msn μόλις συνδέθηκε.
Γυρνά, μόλις που προλαβαίνει να δει την εικόνα της στο μικρό παραθυράκι της οθόνης .
Χαμογελάει, έχουν καιρό να μιλήσουν, σπάνια πια μιλάνε στο msn και τα τηλεφωνήματα της από κει που ήταν καθημερινά αραίωσαν.
Έχει να την δει μήνες είτε από κοντά, είτε μέσα από τον φακό της κάμερας.
Έκανε να απλώσει τα χέρια στο πληκτρολόγιο να της στείλει ένα μήνυμα ...μα τα χέρια του σαν καρφωμένα έμειναν πάνω στο πολύτιμο πακέτο.
«Αργότερα καλή μου, θα τα πούμε αργότερα» μονολόγησε και άρχισε να αφαιρεί με αργές, προσεκτικές , τρυφερές και ερωτικές κινήσεις το προστατευτικό περιτύλιγμα μέχρι να αποκαλυφθεί το αντικείμενο του πόθου και του πάθους του.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα του εκστασιασμένος από την αποκάλυψη που είχε συντελεστεί.
Έσπρωξε πίσω τα μακριά μαλλιά του και χαμογέλασε γεμάτος ικανοποίηση.
Τα μάτια του έκαναν ένα ηδονικό ταξίδι πάνω στην νέα του κατάκτηση.
Ρούφηξε λαίμαργα την οπτική ηδονή, σαν να ρουφούσε λαίμαργα την ηδονή απ την θέα μιας πολύ επιθυμητής ερωμένης.
Άπλωσε τα χέρια με λατρεία στο αγαπημένο σώμα.
Το έφερε κοντά του.
Παρατήρησε με προσοχή και ικανοποίηση το εξώφυλλο, το τετράγωνο σχήμα του, την ποιότητα του χαρτιού, τα χρώματα, τα σχέδια, τα γράμματα το ένθετο και την αφίσα που το συνόδευε .
Τα μάτια του έδειχναν πως ήταν εξοικειωμένα να διακρίνουν και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Το παρατήρησε με προσοχή και θαυμασμό όπως θα παρατηρούσε το ύφασμα που αγκαλιάζει και τυλίγει το σώμα της ποθητής ερωμένης του
Το χρώμα του, την υφή του, το σχέδιο, τις λεπτομέρειες της ραφής ακόμα και την μυρωδιά του.
Το αφαίρεσε αργά, τελετουργικά.
Το στρογγυλό σώμα του διαχρονικού μαύρου φετίχ ,ξεπρόβαλλε προκλητικό.
Χάιδεψε ερωτικά το μείγμα διαφανούς pvc και άνθρακα, ερωτοτρόπησε σαν έμπειρος εραστής με τα δυο ομόκεντρα σπειροειδή αυλάκια και την ετικέτα στο κέντρο του με όλες τις αισθήσεις του.
Εκείνο σαν αντάλλαγμα στραφτάλισε και του προσέφερε την υπέρτατη ηδονή.
Αντάλλαγμα για όσα θυσίασε για να το κατακτήσει.
Και θυσίαζε πολλά, θυσίαζε την ύπαρξη του ολόκληρη, θυσίαζε την ζωή του , θυσίαζε τις νύχτες του ταξιδεύοντας με βάρκα την οθόνη του υπολογιστή στα πέρατα του κόσμου, στα πελάγη των ηλεκτρονικών παζαριών να ανακαλύψει και να κατακτήσει την μοναδική μαύρη ερωμένη.
Να ταξιδέψουν οι αισθήσεις της αφής, της όρασης, της ακοής , στις προκλητικές της καμπύλες, να την κατακτήσει και να κατακτηθεί από κείνη.
Στο βωμό του έρωτα αυτής της μαύρης καλλονής χρόνια τώρα θυσιάζει χρόνο, ενέργεια, χρήμα, ταξίδια ,διακοπές , ρούχα , αλισβερίσι με ανθρώπους , σχέσεις και έρωτες με γυναίκες.
Καμιά γυναίκα δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί την μαύρη θεά και να τον να κλέψει από τον ναό της .
Όλες έμεναν στην σκιά της σε κάποια γωνιά του μυαλού του, ένα θλιβερό τίποτα όλες μπροστά στην μαύρη λάμψη της γοητείας της.
Και εκείνος παντοτινός αιχμάλωτος στον πόθο και το πάθος για κείνη που ήταν το άλλοθι του για την αναπηρία της ψυχής του να δοθεί σε έμψυχα.
Λες να ήταν ο ίδιος άνθρωπος?»
---------
Με συνεπήρε το πάθος του ήρωα της ιστορίας και η περιγραφή για το πάθος και φετίχ του.. Γιατί έτσι, όπως ο ήρωας, μάζευα 10 10 τις δραχμές για να φτιάξω τη μικρή μου συλλογή σε βινύλια.. και προσπαθούσα μέσα από το κάθε ένα να γεμίσω με τις μυρωδιές και τις εικόνες του κάθε ενός από αυτά.. "Τύπωνα" στη ψυχή μου την αίσθηση του ξεχωριστού που κάθε ένα "ίδιο" για τους άλλους, είχε για μένα.