Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω.
Είναι εύκολο να μεταφέρουμε τις ευθύνες στους άλλους.
Όσο ανεύθυνος είναι ένας έμπορος που δε κόβει απόδειξη επιβαρύνοντας έτσι το κράτος άλλο τόσο ανεύθυνος είναι ο πελάτης που δε τη ζητάει, συνεχίζοντας το άμυαλο του έμπορου.
Γι’ αυτό και σε έλεγχο της εφορίας τιμωρούνται και οι δύο (βγαίνει από το μαγαζί χωρίς απόδειξη ο πελάτης, τιμωρείται και εκείνος με πρόστιμο).
Εδώ θα ήθελα να σας ενημερώσω για τη διαδικασία, που κανονικά θα πρέπει να υπήρχε στις ανταλλαγές.
Η κάθε αγορά από ιδιώτη, επιβαρύνετε με χαρτόσημο 3,6%.
Στην πώληση του μεταχειρισμένου, πρέπει να κοπεί απόδειξη επιβαρυμένη με το 19%.
Αυτό σημαίνει ότι στην ανταλλαγή πρέπει, αν το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ αγοραστή και πωλητή είναι 100€ και η αξία του νέου προϊόντος είναι 200€, τότε ο αγοραστής θα έχει μείωση στην τιμή 81,11€, θα πάρει απόδειξη για 118.89€ με το ΦΠΑ και ο επόμενος, που θα αγοράσει το μεταχειρισμένο μηχάνημα θα πάρει απόδειξη το υπόλοιπο του ποσού έως τα 203,6€.
Αυτό όμως δε συμφέρει τον αγοραστή, γιατί έτσι χάνει 18.89€ στα 100€, που σημαίνει στα 3000€ απώλεια 566,70€.
Επίσης, δε συμφέρει τον πωλητή, γιατί αν κόψει απόδειξη 3000€, όπως οφείλει για την πώληση του προϊόντος, θα πρέπει να αποδώσει ένα ΦΠΑ στο τέλος του μήνα, τρίμηνου (ανάλογα τη μορφή της εταιρείας και τα βιβλία της) το οποίο δεν έχει πληρωθεί, στην περίπτωση που το ανταλλασσόμενο μηχάνημα δεν έχει ακόμα πωληθεί.
Οπότε, ο αγοραστής δεν επιθυμεί να χάσει τα χρήματα που αναλογούν από τη διαφορά του ΦΠΑ, ο έμπορος δεν επιθυμεί να πληρώσει ΦΠΑ που δεν έχει εισπράξει και γι’ αυτό υπάρχει η προσπάθεια αποφυγής απόδειξης, ειδικά στην περίπτωση ανταλλαγής.
Καλή εβδομάδα