Λυτρωτικό γκρουβ [Grant Green]

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,535
Αθήνα
Το ακούω κάθε καλοκαίρι και είπα να το μοιραστώ μαζί σας...

Αφήστε τη μουσική να σας πάρει το μυαλό​

Grant Green – Alive! (1970/2000, Blue Note) [LP/CD]

GreenAlive.jpg

Τραγούδια: A1 Let The Music Take Your Mind (G. Redd, Kool & The Gang) - 8:30, A2 Time To Remember (Neal Creque) - 10:30, B1 Sookie, Sookie (D. Covay, S. Cropper) - 11:00, B2 Down Here On The Ground (G. Garnett, L. Schifrin) - 6:45
-- Μπόνους στην έκδοση CD του 2000:
3 Band Introduction By Buddy Green - 0:32, 6 Hey Western Union Man (Gamble-Huff, Butler) - 7:47, 7 It's Your Thing (R. Isley, O. Isley, R. Isley) - 9:16, 8 Maiden Voyage (Herbie Hancock) - 10:59
Σύνθεση: Grant Green (κιθάρα), Claude Bartee (τενόρο σαξόφωνο), Willie Bivens (βιμπράφωνο), Neal Creque (A2 & B2) / Ronnie Foster (A1, B1 & 6-8) (όργανο), Idris Muhammad (τύμπανα), Joseph Armstrong (κόνγκας)
Παραγωγή / Μηχανικοί: Francis Wolff / Ed Green (ηχογράφηση), Rudy Van Gelder (μεταφορά από ταινίες & χάραξη)

Ηχογραφήθηκε ζωντανά στο Cliche Lounge του Newark, New Jersey στις 15 Αυγούστου του 1970


Ο Grant Green υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες στην ιστορία της τζαζ, προικισμένος με έναν ήχο κρυστάλλινο και έναν εγγενή ρυθμό που γεφύρωνε το μπλουζ με το μπίμποπ. Γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1935 στο Σεντ Λούις του Μιζούρι των ΗΠΑ και η πορεία του ξεκίνησε από τα τοπικά γκόσπελ και R&B σχήματα, πριν τον ανακαλύψει ο Lou Donaldson. Η μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη το 1960 σηματοδότησε την έναρξη μιας εξαιρετικά παραγωγικής περιόδου για την Blue Note Records, όπου η Αφροαμερικανική του καταγωγή και οι ρίζες του στο μπλουζ τον έκαναν τον αγαπημένο κιθαρίστα της εταιρείας.

Η αρχική υποτίμηση του Grant Green από τους "πιουρίστες" της τζαζ δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς σύγκρουσης ανάμεσα στην τεχνική επίδειξη και τη μελωδική ουσία. Πράγματι, είναι η επιτομή του «το λιγότερο είναι περισσότερο» στην τζαζ κιθάρα. Σήμερα, βέβαια, αυτά ακριβώς τα στοιχεία —η οικονομία στις νότες, το αλάνθαστο γκρουβ και η ειλικρίνεια του ήχου του— είναι που έχουν εκτιμηθεί και όλο και περισσότεροι τον ανακαλύπτουν και αναγνωρίζουν τη μεγάλη του αξία. Δίσκοι προσωπικοί του όπως Idle Moments και Matador είναι αριστουργηματικοί, όπως και εκπληκτικές είναι οι συμμετοχές σε άπειρες ηχογραφήσεις άλλων καλλιτεχνών της Blue Note.

Μέχρι το 1970, ο Green είχε ήδη καθιερωθεί ως ο "ποιητής" της μονής νότας, αποφεύγοντας τα σύνθετα ακόρντα για χάρη μιας γραμμικής, μελωδικής προσέγγισης που θύμιζε πνευστό όργανο. Ο καθαρός, 'ξύλινος' και ακουστικός τόνος του (συνήθως από τις ογκώδεις κούφιες Gibson ES-330 ή L-7, Epiphone Emperor και μετά το 1972, D'Aquisto New Yorker) είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, ενώ απέφευγε σχεδόν πάντα τα εφέ αντήχησης/καθυστέρησης (reverb/delay), διατηρώντας τον ενισχυτή του "στεγνό". Παρά τον πρόωρο θάνατό του το 1979 σε ηλικία μόλις 43 ετών, η δεκαετία του '60 τον είδε να μεταμορφώνεται από έναν χαρντ μποπ δεξιοτέχνη σε έναν πρωτοπόρο της σόουλ-τζαζ, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εκρηκτική ενέργεια του Alive!, αφού επέστρεψε στην Blue Note μετά από μια μικρή απουσία (είχε ηχογραφήσει για άλλες εταιρείες όπως η Verve στο ενδιάμεσο), σηματοδοτώντας τη νέα του κατεύθυνση.

Το Alive!, ηχογραφημένο ζωντανά στο Cliché Lounge του Νιούαρκ, αποτελεί το απόλυτο μανιφέστο της στροφής του Green προς το φανκ. Δεν πρόκειται απλώς για μια τζαζ ηχογράφηση, αλλά για την αποτύπωση ενός "πάρτι" όπου η μουσική επικοινωνεί άμεσα με το σώμα του ακροατή. Ο δίσκος, τελικά, αποθεώθηκε για την ωμή του ενέργεια και την αίσθηση του χώρου, καθώς οι ιαχές του κοινού ενσωματώνονται στην ατμόσφαιρα, καθιστώντας τον ακροατή συμμέτοχο στη βραδιά. Ο Green εδώ δεν αναζητά την ακαδημαϊκή τελειότητα, αλλά το "γκρουβ", χρησιμοποιώντας την κιθάρα του ως ρυθμικό πολυβόλο που οδηγεί την μπάντα σε ατελείωτους, υπνωτικούς κύκλους.

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Let the Music Take Your Mind" των Kool & the Gang, όπου το τενόρο σαξόφωνο του Claude Bartee δίνει το σύνθημα για έναν χορευτικό ρυθμό που δεν υποχωρεί ποτέ. Εδώ, η συμμετοχή του Ronnie Foster στο όργανο είναι καθοριστική, δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα ήχου πάνω στο οποίο ο Green κεντάει με τις χαρακτηριστικές του επαναλαμβανόμενες φράσεις. Ακολουθεί το εκπληκτικό "Time to Remember", μια σύνθεση του περιζήτητου σέσιον μουσικού Neal Creque, —στο όργανο ο ίδιος, ενώ στα υπόλοιπα κομμάτια ακούμε τον Ronnie Foster— που προσφέρει τις απαραίτητες ανάσες λυρισμού, αναδεικνύοντας τη μελωδική ευφυΐα του Green. Ο Willie Bivens στο βιμπράφωνο προσθέτει μια μεταλλική γλυκύτητα που εξισορροπεί την τραχύτητα του ρυθμικού τμήματος, δημιουργώντας μια ονειρική αλλά σταθερά ρυθμική ατμόσφαιρα.

Μετά από μια σύντομη παρουσίαση του γκρουπ από τον ίδιο τον Green, «We're gonna get down into some cooking...», μια ατάκα που έχει σαμπλαριστεί αμέτρητες φορές, έρχεται αναμφισβήτητα η κορύφωση του δίσκου με το "Sookie, Sookie". Πρόκειται για μια συγκλονιστική διασκευή του κομματιού του Don Covay, όπου ο Idris Muhammad στα τύμπανα παραδίδει μαθήματα φανκ ρυθμολογίας. Ο Muhammad, μαζί με τον Joseph Armstrong στα κόνγκας, στήνει ένα αδιαπέραστο τείχος ρυθμού που επιτρέπει στον Green να εκτοξεύσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σόλο της καριέρας του. Το κλείσιμο με το "Down Here on the Ground" του Lalo Schifrin (το κομμάτι έγινε αργότερα η βάση για το "Vibes and Stuff" των A Tribe Called Quest) επισφραγίζει τον δίσκο με μια αίσθηση αστικού μπλουζ, όπου η μπάντα επιδεικνύει την ικανότητά της να διατηρεί την ένταση ακόμα και σε χαμηλότερες ταχύτητες. Το άλμπουμ στη CD επανέκδοση, συμπληρώνεται με τρία εξίσου καλά μπόνους, που περιλαμβάνουν μια εκπληκτική 14λεπτη εκτέλεση του "Maiden Voyage" του Herbie Hancock, η οποία δείχνει πώς η μπάντα μπορούσε να "ξεχειλώσει" ένα τζαζ στάνταρντ μέσα σε ένα φανκ πλαίσιο.

Το Alive! δεν είναι απλώς μια μετάβαση· είναι η δήλωση του Grant Green ότι η τζαζ μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά μελωδική και ακαταμάχητα χορευτική. Παραμένει μέχρι σήμερα ένας φάρος για την άσιντ τζαζ σκηνή και μια απόδειξη ότι υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του φανκ γκρουβ. Δυστυχώς έφυγε νωρίς, αλλά ο ήχος του παραμένει —όπως λέει και ο τίτλος του δίσκου του— ζωντανός. Εξαιρετικό!

(****1/2, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης του Stanley Dance, bluenote.com/artist/grant-green, Mosaic Records: "The Great Jazz Artists: Grant Green Biography", Jorge Cervera (Medium): "Soul Jazz and Grant Green: The Art of the Vamp")
 
- Grant Green · Time To Remember (Live At The Cliche' Lounge, Newark, New Jersey, 1970) -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Για όλους τους φίλους της μουσικής κατηγορίας... και όχι μόνο!
 
καθαρός...
και πολύ laid back.
έχω 3-4 ...νομίζω το idle moments, green is beautiful, grantstand και δεν θυμάμαι....
απ αυτούς του κιθαρίστες που δεν με σπρώχνουν να πιάσω κιθάρα...
 
Άκουσα τα γιου-τιουμπάκια ... πολύ πολύ ωραία, όπως ακριβώς τα περιγράφεις ... θα μου άρεσε να οδηγώ βράδυ καλοκαιριού με την παρέα του Γκριν ... added to cart...
 
Ωραίος δίσκος από αυτούς που και σου φτιάχνουν τη διάθεση. Οι συνθέσεις είναι όλες διασκευές, και κάποιες από αυτές παιγμένες σε mid-tempo που δίνουν έναν πιασάρικο και μερακλίδικο ήχο. Αν θυμάμαι καλά στο ίδιο στυλ κινούνται και τα “Live at Club Mozambique” και “Live at The Lighthouse” που συνιστώνται (όχι ανεπιφύλακτα )… Για μένα η ρυθμ σέξιον είναι αυτή που κλέβει την παράσταση περισσότερο κι από κιθάρα, τενόρο και βιμπράφωνο που παίζοντας σόλο έχουν μοιραία το χρόνο και το χώρο να αναδειχθούν. Ενώ ο Idris Muhhamad παίζει ως συνήθως ξέφρενα τα ντραμς (θετικό στη συγκεκριμένη), το όργανο που παίζει και το ρόλο του μπάσου ακούγεται όσο διακριτικό γίνεται και δεν κουράζει καθόλου.

Από τη δισκογραφία του Grant Green ξεχωρίζω τα “Green Street” (τρίο κιθάρα, μπάσο, ντραμς με ξερό ήχο), “Matador” (η ηχογράφηση με την καλύτερη “ever” συνοδευτική μπάντα) και “The Main Attraction”(φάνκικες κίθαρες που συνοδεύουν το κλασικό τζαζ στυλ του Green με ολίγη από σαξόφωνο του Joe Farrell και το φλάουτο του Hubert Laws συν όλα τα παραλειπόμενα που περιέχει μια μέση ηχογράφηση της Kudu/CTI).
 
Αρα λάθος δίσκους έχω πάρει....
ο Idris κορυφή, όπου και να παίζει
 
Σε αυτή την κατηγορία (Champions League) η έννοια λάθος δίσκος είναι σχετική. Για παράδειγμα το "I Want to Hold Your Hand" παραπέμπει μεν από τον τίτλο και το πρώτο ομώνυμο κομμάτι στην "χαζοχαρούμενη" περίοδο των Beatles, αλλά από την άλλη οι μουσικοί που συμμετέχουν θεωρούνται πρώτης τάξεως (Hank Mobley, Larry Young, Elvin Jones), οπότε είναι και θέμα του τι ήχο προτιμάει ο καθένας...
 
Αρα λάθος δίσκους έχω πάρει....
ο Idris κορυφή, όπου και να παίζει
Λάθος δίσκοι, τα Grantstand και Idle Moments; Απλώς, ο Black Jack με τα Green Street, The Matador και I Want to Hold Your Hand, συμπληρώνει την προτεινόμενη δισκογραφία για τον μεγάλο, επαναλαμβάνω, Grant Green. Έκπληξη για μένα είναι η γνώση και υπόδειξη του The Main Attraction, αλλά μετά θυμήθηκα ότι ο φίλος, έχει εντρυφήσει στη CTI...
 
Πολλά χρόνια μετά την παρουσίαση αυτή, ο ΔΙΣΚΟΣ κυκλοφόρησε πάλι σε βινύλιο και είπα να τον τιμήσω.
Τελικά με τίμησε αυτός! Χρυσάφι στην δισκοθήκη μου.
 
  • Like
Reactions: superfly

Το ηλεκτρισμένο ξύπνημα του Κλαμπ Μοζαμβίκ​

Grant Green - Live At Club Mozambique (2006/2023, Blue Note/Third Man Records) [CD/2-LP]

LiveAtClubMozambique.jpg

Τραγούδια: A1 Jan Jan (M. Davis) - 9:30, A2 Farid (Clarence Thomas) - 11:39, B1 Bottom Of The Barrel (άγνωστος) - 9:36, B2 Walk On By (B. Bacharach-H. David) - 7:07, C1 More Today Than Yesterday (Patrick N. Upton) - 12:21, C2 One More Chance (The Corporation) - 6:08, D1 Patches (G. Johnson, R. Dunbar) - 9:28, D2 I Am Somebody (Arthur Snyder) - 9:07
Σύνθεση: Clarence Thomas (σοπράνο & τενόρο σαξόφωνο), Houston Person (τενόρο σαξόφωνο), Grant Green (κιθάρα), Ronnie Foster (όργανο), Idris Muhammad (τύμπανα)

Παραγωγή / Μηχανικοί: Francis Wolff (αρχικός), Bob Belden (κυκλοφορία) / Ed Green (ηχογράφηση), Malcolm Addey (μεταφορά ταινιών, μάστερινγκ)

Ηχογραφήθηκε ζωντανά στις 6 & 7 Ιανουαρίου 1971 στο Club Mozambique, Ντιτρόιτ, Μίσιγκαν
Μεταφορά ταινιών και μάστερινγκ από τον Malcolm Addey στο Malcolm Addey Studio, Νέα Υόρκη

ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΗΤΑΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΑ


Φανταστείτε ένα κλαμπ στο Ντιτρόιτ του 1971, πνιγμένο στον καπνό και τον ιδρώτα, όπου η τζαζ παύει να είναι ευγενική και γίνεται η απόλυτη μηχανή του ρυθμού. Ξεχάστε τον ακαδημαϊκό Grant Green των 60ς. Στο Live at Club Mozambique, η κιθάρα του γίνεται το "όπλο" μιας μπάντας που δεν ήρθε για να αυτοσχεδιάσει απλώς, αλλά για να επιβάλει τον ρυθμό της.

Το Live at Club Mozambique αποτελεί έναν από τους πιο "μυθικούς" σταθμούς στη δισκογραφία του Grant Green, καθώς, παρότι ηχογραφήθηκε μόλις λίγους μήνες μετά το Alive!, στις 6 και 7 Ιανουαρίου 1971 στο θρυλικό κλαμπ του Ντιτρόιτ, παρέμεινε στα αρχεία της Blue Note Records για δεκαετίες, μέχρι την επίσημη κυκλοφορία του, το 2006. Η Blue Note το κράτησε στο ράφι επειδή θεώρησε ότι ο ήχος ήταν "πολύ τραχύς" (lo-fi) για τα δεδομένα της εποχής, κάτι που σήμερα θεωρείται από τα προσόντα του. Αν το Alive! ήταν η εισαγωγή στον τζαζ-φανκ κόσμο του Green, το Club Mozambique είναι η πλήρης βύθιση σε αυτόν, καταγράφοντας μια μπάντα που παίζει με πρωτόγονη ένταση μπροστά σε ένα κοινό που απαιτούσε ρυθμό για χορό και όχι ακαδημαϊκές αναζητήσεις.

Η σύνθεση του σχήματος σε αυτές τις δύο βραδιές ήταν ίσως η κορυφαία που είχε ποτέ ο Green στη φανκ περίοδό του. Στο πλευρό του βρίσκονταν οι Houston Person και Clarence Thomas, μια πανίσχυρη "γραμμή" πνευστών με δύο τενόρο σαξόφωνα (ο Thomas έπαιζε και σοπράνο), που προσέδιδαν στον ήχο έναν όγκο που έλειπε από προηγούμενες ηχογραφήσεις. Στο όργανο, ο Ronnie Foster δεν προσφέρει απλώς αρμονία, αλλά λειτουργεί ως η "μηχανή" των μπασογραμμών (έπαιζε το μπάσο στο Hammond B3 με τα πόδια/πετάλια ή με το αριστερό χέρι), κλειδώνοντας απόλυτα με το ρυθμικό τμήμα. Ο άνθρωπος που καθόρισε το φανκ τύμπανο, ο Idris Muhammad, παραδίδει εδώ μερικά από τα πιο "δυνατά" του γκρουβ, γεμάτα δείγματα που αργότερα θα λάτρευαν οι χιπ-χοπ παραγωγοί.

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Jan Jan" (του Mose Davis), ένα κομμάτι που θέτει αμέσως τους κανόνες: επαναλαμβανόμενα βαμπ(vamp)/ρυθμικές επαναλήψεις και εκρηκτικά σόλο από τον Houston Person, ο οποίος "ουρλιάζει" με το σαξόφωνό του. Αξίζει να αναφερθεί ότι το σόλο του Green εδώ είναι από τα πιο επιθετικά της καριέρας του, χρησιμοποιώντας τις χαρακτηριστικές του επαναλαμβανόμενες νότες (στακάτο/staccato) με απίστευτη ταχύτητα. Ακολουθεί το "Farid", η μοναδική σύνθεση του Clarence Thomas στον δίσκο, που προσφέρει μια πιο χαλαρή/laid-back αλλά σταθερά φάνκι ατμόσφαιρα, αποτελώντας ένα από τα αγαπημένα κομμάτια των κριτικών για την ισορροπία του.

Στο "Bottom of the Barrel", ο Green επιστρέφει στις μπλουζ ρίζες του, χτίζοντας πάνω σε ένα στιβαρό και "σκοτεινό" βαμπ που επιτρέπει στον Ronnie Foster να γεμίσει τον χώρο με παχύ ήχο οργάνου, ενώ η διασκευή του "More Today Than Yesterday" μετατρέπει την ποπ επιτυχία της εποχής σε έναν ταχύτατο φανκ δυναμίτη, αναδεικνύοντας την απίστευτη ρυθμική ευχέρεια της μπάντας. Το "Walk On By" του Burt Bacharach απογυμνώνεται από την ποπ κομψότητά του και μετατρέπεται σε ένα ψυχωμένο μπλουζ όχημα για την κιθάρα του Green, που κάνει μάθημα οικονομίας και "χώρου". Ενώ το υπόλοιπο άλμπουμ είναι καταιγιστικό, εδώ δείχνει την ικανότητά του να "τραγουδάει" με την κιθάρα.

Στο "One More Chance" των Jackson 5, το σοπράνο σαξόφωνο του Thomas συμπληρώνει ιδανικά τις μελωδικές γραμμές του Green, ενώ το "Patches" του Clarence Carter μεταμορφώνεται σε έναν υπνωτικό φανκ ύμνο, με τον Idris Muhammad να δίνει ρεσιτάλ στα τύμπανα. Το άλμπουμ κλείνει θριαμβευτικά με το "I Am Somebody", έναν τίτλο που μοιάζει να συνοψίζει την αυτοπεποίθηση του Green σε αυτή τη φάση της καριέρας του, προσφέροντας 9 λεπτά ασταμάτητου αυτοσχεδιασμού. Η ηχογράφηση, δεδομένου ότι ήταν μονοφωνική (καθώς τα πολυκάναλα μάστερ χάθηκαν), εξηγεί το γιατί ο ήχος είναι τόσο "συμπυκνωμένος" και "στα μούτρα σου", διατηρώντας μια ωμότητα που σε μεταφέρει απευθείας στην κάπνα και την ενέργεια εκείνων των νυχτών στο Ντιτρόιτ.

Μέσα από την ωμή, μονοφωνική του αλήθεια, το άλμπουμ γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στα μπλουζ του παρελθόντος και της χορευτικής μουσικής του μέλλοντος, θυμίζοντάς μας ότι ο Grant Green, στην κορυφή της φανκ περιόδου του, δεν έπαιζε απλώς κιθάρα – ηγούνταν μιας τελετουργίας ρυθμού. Η κυκλοφορία του, έστω και με δεκαετίες καθυστέρησης, αποκατέστησε την ιστορική δικαιοσύνη, χαρίζοντάς μας το πιο ειλικρινές και ηλεκτρισμένο πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που ήξερε, καλύτερα από τον καθένα, πώς να μεταδίδει τον ρυθμό του, μετατρέποντας το κοινό του σε έναν ζωντανό, παλλόμενο οργανισμό.

(****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις έκδοσης CD του 2006 & επανέκδοσης Blue Note/Third Man 313 Series, glidemagazine.com, allaboutjazz.com)

GrantGreenGibsonES-330.jpg
ο Grant Green παίζει μια Gibson ES-330
 
  • Like
Reactions: Haagenti
- Grant Green · Live At The Club Mozambique [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
  • Like
Reactions: Haagenti

Ζωντανά στο Φάρο​

Grant Green - Live At The Lighthouse (1972, Blue Note) [LP]

LiveAtTheLighthouse.jpg

Τραγούδια: A1 Introduction by Hank Stewart - 1:34, A2 Windjammer (N. Creque) - 12:26, A3 Betcha By Golly Wow (L. Creed, T. Bell) - 7:38, B1 Introduction by Hank Stewart - 0:38, B2 Fancy Free (D. Byrd) - 15:25, C1 Introduction by Hank Stewart - 0:21, C2 Flood In Franklin Park (S. Laster) - 15:30, D1 Introduction by Ed Hamilton - 0:57, D2 Jan Jan (M. Davis) - 12:55, D3 Introduction by Hank Stewart - 0:26, D4 Walk In The Night (J. Bristol, M. McLeod) - 6:45
Σύνθεση: Grant Green (κιθάρα), Claude Bartee (σοπράνο & τενόρο σαξόφωνο), Gary Coleman (βιμπράφωνο), Shelton Laster (όργανο), Wilton Felder (μπάσο), Greg Williams (ντραμς), Bobbye Porter Hall (κόνγκα, κρουστά)
Παραγωγή / Μηχανικοί: George Butler / Dino Lappas (ηχογράφηση), Don Hahn (αρχικό ρεμίξ), Peter Doell (ρεμίξ επανέκδοσης)

Ηχογραφήθηκε ζωντανά στο "The Lighthouse", Hermosa Beach, Καλιφόρνια, 21 Απριλίου 1972



<συνεχίζεται...>

GrantGreenOilCanHarrys1975.jpg
ο Grant Green στο Oil Can Harry's τον Σεπτέμβριο του 1975 © Gerry Nairn​
 
  • Like
Reactions: Haagenti
- Grant Green · Live At The Lighthouse [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 

Το ηλεκτρισμένο ξύπνημα του Κλαμπ Μοζαμβίκ​

Grant Green - Live At Club Mozambique (2006/2023, Blue Note/Third Man Records) [CD/2-LP]


Τραγούδια: A1 Jan Jan (M. Davis) - 9:30, A2 Farid (Clarence Thomas) - 11:39, B1 Bottom Of The Barrel (άγνωστος) - 9:36, B2 Walk On By (B. Bacharach-H. David) - 7:07, C1 More Today Than Yesterday (Patrick N. Upton) - 12:21, C2 One More Chance (The Corporation) - 6:08, D1 Patches (G. Johnson, R. Dunbar) - 9:28, D2 I Am Somebody (Arthur Snyder) - 9:07
Σύνθεση: Clarence Thomas (σοπράνο & τενόρο σαξόφωνο), Houston Person (τενόρο σαξόφωνο), Grant Green (κιθάρα), Ronnie Foster (όργανο), Idris Muhammad (τύμπανα)

Παραγωγή / Μηχανικοί: Francis Wolff (αρχικός), Bob Belden (κυκλοφορία) / Ed Green (ηχογράφηση), Malcolm Addey (μεταφορά ταινιών, μάστερινγκ)

Ηχογραφήθηκε ζωντανά στις 6 & 7 Ιανουαρίου 1971 στο Club Mozambique, Ντιτρόιτ, Μίσιγκαν
Μεταφορά ταινιών και μάστερινγκ από τον Malcolm Addey στο Malcolm Addey Studio, Νέα Υόρκη

ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΗΤΑΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΑ


Φανταστείτε ένα κλαμπ στο Ντιτρόιτ του 1971, πνιγμένο στον καπνό και τον ιδρώτα, όπου η τζαζ παύει να είναι ευγενική και γίνεται η απόλυτη μηχανή του ρυθμού. Ξεχάστε τον ακαδημαϊκό Grant Green των 60ς. Στο Live at Club Mozambique, η κιθάρα του γίνεται το "όπλο" μιας μπάντας που δεν ήρθε για να αυτοσχεδιάσει απλώς, αλλά για να επιβάλει τον ρυθμό της.

Το Live at Club Mozambique αποτελεί έναν από τους πιο "μυθικούς" σταθμούς στη δισκογραφία του Grant Green, καθώς, παρότι ηχογραφήθηκε μόλις λίγους μήνες μετά το Alive!, στις 6 και 7 Ιανουαρίου 1971 στο θρυλικό κλαμπ του Ντιτρόιτ, παρέμεινε στα αρχεία της Blue Note Records για δεκαετίες, μέχρι την επίσημη κυκλοφορία του, το 2006. Η Blue Note το κράτησε στο ράφι επειδή θεώρησε ότι ο ήχος ήταν "πολύ τραχύς" (lo-fi) για τα δεδομένα της εποχής, κάτι που σήμερα θεωρείται από τα προσόντα του. Αν το Alive! ήταν η εισαγωγή στον τζαζ-φανκ κόσμο του Green, το Club Mozambique είναι η πλήρης βύθιση σε αυτόν, καταγράφοντας μια μπάντα που παίζει με πρωτόγονη ένταση μπροστά σε ένα κοινό που απαιτούσε ρυθμό για χορό και όχι ακαδημαϊκές αναζητήσεις.

Η σύνθεση του σχήματος σε αυτές τις δύο βραδιές ήταν ίσως η κορυφαία που είχε ποτέ ο Green στη φανκ περίοδό του. Στο πλευρό του βρίσκονταν οι Houston Person και Clarence Thomas, μια πανίσχυρη "γραμμή" πνευστών με δύο τενόρο σαξόφωνα (ο Thomas έπαιζε και σοπράνο), που προσέδιδαν στον ήχο έναν όγκο που έλειπε από προηγούμενες ηχογραφήσεις. Στο όργανο, ο Ronnie Foster δεν προσφέρει απλώς αρμονία, αλλά λειτουργεί ως η "μηχανή" των μπασογραμμών (έπαιζε το μπάσο στο Hammond B3 με τα πόδια/πετάλια ή με το αριστερό χέρι), κλειδώνοντας απόλυτα με το ρυθμικό τμήμα. Ο άνθρωπος που καθόρισε το φανκ τύμπανο, ο Idris Muhammad, παραδίδει εδώ μερικά από τα πιο "δυνατά" του γκρουβ, γεμάτα δείγματα που αργότερα θα λάτρευαν οι χιπ-χοπ παραγωγοί.

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Jan Jan" (του Mose Davis), ένα κομμάτι που θέτει αμέσως τους κανόνες: επαναλαμβανόμενα βαμπ(vamp)/ρυθμικές επαναλήψεις και εκρηκτικά σόλο από τον Houston Person, ο οποίος "ουρλιάζει" με το σαξόφωνό του. Αξίζει να αναφερθεί ότι το σόλο του Green εδώ είναι από τα πιο επιθετικά της καριέρας του, χρησιμοποιώντας τις χαρακτηριστικές του επαναλαμβανόμενες νότες (στακάτο/staccato) με απίστευτη ταχύτητα. Ακολουθεί το "Farid", η μοναδική σύνθεση του Clarence Thomas στον δίσκο, που προσφέρει μια πιο χαλαρή/laid-back αλλά σταθερά φάνκι ατμόσφαιρα, αποτελώντας ένα από τα αγαπημένα κομμάτια των κριτικών για την ισορροπία του.

Στο "Bottom of the Barrel", ο Green επιστρέφει στις μπλουζ ρίζες του, χτίζοντας πάνω σε ένα στιβαρό και "σκοτεινό" βαμπ που επιτρέπει στον Ronnie Foster να γεμίσει τον χώρο με παχύ ήχο οργάνου, ενώ η διασκευή του "More Today Than Yesterday" μετατρέπει την ποπ επιτυχία της εποχής σε έναν ταχύτατο φανκ δυναμίτη, αναδεικνύοντας την απίστευτη ρυθμική ευχέρεια της μπάντας. Το "Walk On By" του Burt Bacharach απογυμνώνεται από την ποπ κομψότητά του και μετατρέπεται σε ένα ψυχωμένο μπλουζ όχημα για την κιθάρα του Green, που κάνει μάθημα οικονομίας και "χώρου". Ενώ το υπόλοιπο άλμπουμ είναι καταιγιστικό, εδώ δείχνει την ικανότητά του να "τραγουδάει" με την κιθάρα.

Στο "One More Chance" των Jackson 5, το σοπράνο σαξόφωνο του Thomas συμπληρώνει ιδανικά τις μελωδικές γραμμές του Green, ενώ το "Patches" του Clarence Carter μεταμορφώνεται σε έναν υπνωτικό φανκ ύμνο, με τον Idris Muhammad να δίνει ρεσιτάλ στα τύμπανα. Το άλμπουμ κλείνει θριαμβευτικά με το "I Am Somebody", έναν τίτλο που μοιάζει να συνοψίζει την αυτοπεποίθηση του Green σε αυτή τη φάση της καριέρας του, προσφέροντας 9 λεπτά ασταμάτητου αυτοσχεδιασμού. Η ηχογράφηση, δεδομένου ότι ήταν μονοφωνική (καθώς τα πολυκάναλα μάστερ χάθηκαν), εξηγεί το γιατί ο ήχος είναι τόσο "συμπυκνωμένος" και "στα μούτρα σου", διατηρώντας μια ωμότητα που σε μεταφέρει απευθείας στην κάπνα και την ενέργεια εκείνων των νυχτών στο Ντιτρόιτ.

Μέσα από την ωμή, μονοφωνική του αλήθεια, το άλμπουμ γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στα μπλουζ του παρελθόντος και της χορευτικής μουσικής του μέλλοντος, θυμίζοντάς μας ότι ο Grant Green, στην κορυφή της φανκ περιόδου του, δεν έπαιζε απλώς κιθάρα – ηγούνταν μιας τελετουργίας ρυθμού. Η κυκλοφορία του, έστω και με δεκαετίες καθυστέρησης, αποκατέστησε την ιστορική δικαιοσύνη, χαρίζοντάς μας το πιο ειλικρινές και ηλεκτρισμένο πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που ήξερε, καλύτερα από τον καθένα, πώς να μεταδίδει τον ρυθμό του, μετατρέποντας το κοινό του σε έναν ζωντανό, παλλόμενο οργανισμό.

(****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις έκδοσης CD του 2006 & επανέκδοσης Blue Note/Third Man 313 Series, glidemagazine.com, allaboutjazz.com)

View attachment 271494
ο Grant Green παίζει μια Gibson ES-330
Το βρήκα στο tidal, κάτι είναι και αυτό..Απίστευτο groove.
Ο ντράμερ ζωντανός μετρονόμος.
Ευχαριστούμε Γρηγόρη.
Και ποιός δεν θα ήθελε να βρίσκεται σε αυτό το λάιβ.
ΥΓ. Οι τίμες στο discoqs έχουν ξεφύγει. Ειδικά για κάτι τέτοια.
 
  • Love
Reactions: grio