Το ακούω κάθε καλοκαίρι και είπα να το μοιραστώ μαζί σας...
Τραγούδια: A1 Let The Music Take Your Mind (G. Redd, Kool & The Gang) - 8:30, A2 Time To Remember (Neal Creque) - 10:30, B1 Sookie, Sookie (D. Covay, S. Cropper) - 11:00, B2 Down Here On The Ground (G. Garnett, L. Schifrin) - 6:45
-- Μπόνους στην έκδοση CD του 2000:
3 Band Introduction By Buddy Green - 0:32, 6 Hey Western Union Man (Gamble-Huff, Butler) - 7:47, 7 It's Your Thing (R. Isley, O. Isley, R. Isley) - 9:16, 8 Maiden Voyage (Herbie Hancock) - 10:59
Σύνθεση: Grant Green (κιθάρα), Claude Bartee (τενόρο σαξόφωνο), Willie Bivens (βιμπράφωνο), Neal Creque (A2 & B2) / Ronnie Foster (A1, B1 & 6-8) (όργανο), Idris Muhammad (τύμπανα), Joseph Armstrong (κόνγκας)
Παραγωγή / Μηχανικοί: Francis Wolff / Ed Green (ηχογράφηση), Rudy Van Gelder (μεταφορά από ταινίες & χάραξη)
Ηχογραφήθηκε ζωντανά στο Cliche Lounge του Newark, New Jersey στις 15 Αυγούστου του 1970
Ο Grant Green υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες στην ιστορία της τζαζ, προικισμένος με έναν ήχο κρυστάλλινο και έναν εγγενή ρυθμό που γεφύρωνε το μπλουζ με το μπίμποπ. Γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1935 στο Σεντ Λούις του Μιζούρι των ΗΠΑ και η πορεία του ξεκίνησε από τα τοπικά γκόσπελ και R&B σχήματα, πριν τον ανακαλύψει ο Lou Donaldson. Η μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη το 1960 σηματοδότησε την έναρξη μιας εξαιρετικά παραγωγικής περιόδου για την Blue Note Records, όπου η Αφροαμερικανική του καταγωγή και οι ρίζες του στο μπλουζ τον έκαναν τον αγαπημένο κιθαρίστα της εταιρείας.
Η αρχική υποτίμηση του Grant Green από τους "πιουρίστες" της τζαζ δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς σύγκρουσης ανάμεσα στην τεχνική επίδειξη και τη μελωδική ουσία. Πράγματι, είναι η επιτομή του «το λιγότερο είναι περισσότερο» στην τζαζ κιθάρα. Σήμερα, βέβαια, αυτά ακριβώς τα στοιχεία —η οικονομία στις νότες, το αλάνθαστο γκρουβ και η ειλικρίνεια του ήχου του— είναι που έχουν εκτιμηθεί και όλο και περισσότεροι τον ανακαλύπτουν και αναγνωρίζουν τη μεγάλη του αξία. Δίσκοι προσωπικοί του όπως Idle Moments και Matador είναι αριστουργηματικοί, όπως και εκπληκτικές είναι οι συμμετοχές σε άπειρες ηχογραφήσεις άλλων καλλιτεχνών της Blue Note.
Μέχρι το 1970, ο Green είχε ήδη καθιερωθεί ως ο "ποιητής" της μονής νότας, αποφεύγοντας τα σύνθετα ακόρντα για χάρη μιας γραμμικής, μελωδικής προσέγγισης που θύμιζε πνευστό όργανο. Ο καθαρός, 'ξύλινος' και ακουστικός τόνος του (συνήθως από τις ογκώδεις κούφιες Gibson ES-330 ή L-7, Epiphone Emperor και μετά το 1972, D'Aquisto New Yorker) είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, ενώ απέφευγε σχεδόν πάντα τα εφέ αντήχησης/καθυστέρησης (reverb/delay), διατηρώντας τον ενισχυτή του "στεγνό". Παρά τον πρόωρο θάνατό του το 1979 σε ηλικία μόλις 43 ετών, η δεκαετία του '60 τον είδε να μεταμορφώνεται από έναν χαρντ μποπ δεξιοτέχνη σε έναν πρωτοπόρο της σόουλ-τζαζ, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εκρηκτική ενέργεια του Alive!, αφού επέστρεψε στην Blue Note μετά από μια μικρή απουσία (είχε ηχογραφήσει για άλλες εταιρείες όπως η Verve στο ενδιάμεσο), σηματοδοτώντας τη νέα του κατεύθυνση.
Το Alive!, ηχογραφημένο ζωντανά στο Cliché Lounge του Νιούαρκ, αποτελεί το απόλυτο μανιφέστο της στροφής του Green προς το φανκ. Δεν πρόκειται απλώς για μια τζαζ ηχογράφηση, αλλά για την αποτύπωση ενός "πάρτι" όπου η μουσική επικοινωνεί άμεσα με το σώμα του ακροατή. Ο δίσκος, τελικά, αποθεώθηκε για την ωμή του ενέργεια και την αίσθηση του χώρου, καθώς οι ιαχές του κοινού ενσωματώνονται στην ατμόσφαιρα, καθιστώντας τον ακροατή συμμέτοχο στη βραδιά. Ο Green εδώ δεν αναζητά την ακαδημαϊκή τελειότητα, αλλά το "γκρουβ", χρησιμοποιώντας την κιθάρα του ως ρυθμικό πολυβόλο που οδηγεί την μπάντα σε ατελείωτους, υπνωτικούς κύκλους.
Το άλμπουμ ανοίγει με το "Let the Music Take Your Mind" των Kool & the Gang, όπου το τενόρο σαξόφωνο του Claude Bartee δίνει το σύνθημα για έναν χορευτικό ρυθμό που δεν υποχωρεί ποτέ. Εδώ, η συμμετοχή του Ronnie Foster στο όργανο είναι καθοριστική, δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα ήχου πάνω στο οποίο ο Green κεντάει με τις χαρακτηριστικές του επαναλαμβανόμενες φράσεις. Ακολουθεί το εκπληκτικό "Time to Remember", μια σύνθεση του περιζήτητου σέσιον μουσικού Neal Creque, —στο όργανο ο ίδιος, ενώ στα υπόλοιπα κομμάτια ακούμε τον Ronnie Foster— που προσφέρει τις απαραίτητες ανάσες λυρισμού, αναδεικνύοντας τη μελωδική ευφυΐα του Green. Ο Willie Bivens στο βιμπράφωνο προσθέτει μια μεταλλική γλυκύτητα που εξισορροπεί την τραχύτητα του ρυθμικού τμήματος, δημιουργώντας μια ονειρική αλλά σταθερά ρυθμική ατμόσφαιρα.
Μετά από μια σύντομη παρουσίαση του γκρουπ από τον ίδιο τον Green, «We're gonna get down into some cooking...», μια ατάκα που έχει σαμπλαριστεί αμέτρητες φορές, έρχεται αναμφισβήτητα η κορύφωση του δίσκου με το "Sookie, Sookie". Πρόκειται για μια συγκλονιστική διασκευή του κομματιού του Don Covay, όπου ο Idris Muhammad στα τύμπανα παραδίδει μαθήματα φανκ ρυθμολογίας. Ο Muhammad, μαζί με τον Joseph Armstrong στα κόνγκας, στήνει ένα αδιαπέραστο τείχος ρυθμού που επιτρέπει στον Green να εκτοξεύσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σόλο της καριέρας του. Το κλείσιμο με το "Down Here on the Ground" του Lalo Schifrin (το κομμάτι έγινε αργότερα η βάση για το "Vibes and Stuff" των A Tribe Called Quest) επισφραγίζει τον δίσκο με μια αίσθηση αστικού μπλουζ, όπου η μπάντα επιδεικνύει την ικανότητά της να διατηρεί την ένταση ακόμα και σε χαμηλότερες ταχύτητες. Το άλμπουμ στη CD επανέκδοση, συμπληρώνεται με τρία εξίσου καλά μπόνους, που περιλαμβάνουν μια εκπληκτική 14λεπτη εκτέλεση του "Maiden Voyage" του Herbie Hancock, η οποία δείχνει πώς η μπάντα μπορούσε να "ξεχειλώσει" ένα τζαζ στάνταρντ μέσα σε ένα φανκ πλαίσιο.
Το Alive! δεν είναι απλώς μια μετάβαση· είναι η δήλωση του Grant Green ότι η τζαζ μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά μελωδική και ακαταμάχητα χορευτική. Παραμένει μέχρι σήμερα ένας φάρος για την άσιντ τζαζ σκηνή και μια απόδειξη ότι υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του φανκ γκρουβ. Δυστυχώς έφυγε νωρίς, αλλά ο ήχος του παραμένει —όπως λέει και ο τίτλος του δίσκου του— ζωντανός. Εξαιρετικό!
(****1/2, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης του Stanley Dance, bluenote.com/artist/grant-green, Mosaic Records: "The Great Jazz Artists: Grant Green Biography", Jorge Cervera (Medium): "Soul Jazz and Grant Green: The Art of the Vamp")
Αφήστε τη μουσική να σας πάρει το μυαλό
Grant Green – Alive! (1970/2000, Blue Note) [LP/CD]Τραγούδια: A1 Let The Music Take Your Mind (G. Redd, Kool & The Gang) - 8:30, A2 Time To Remember (Neal Creque) - 10:30, B1 Sookie, Sookie (D. Covay, S. Cropper) - 11:00, B2 Down Here On The Ground (G. Garnett, L. Schifrin) - 6:45
-- Μπόνους στην έκδοση CD του 2000:
3 Band Introduction By Buddy Green - 0:32, 6 Hey Western Union Man (Gamble-Huff, Butler) - 7:47, 7 It's Your Thing (R. Isley, O. Isley, R. Isley) - 9:16, 8 Maiden Voyage (Herbie Hancock) - 10:59
Σύνθεση: Grant Green (κιθάρα), Claude Bartee (τενόρο σαξόφωνο), Willie Bivens (βιμπράφωνο), Neal Creque (A2 & B2) / Ronnie Foster (A1, B1 & 6-8) (όργανο), Idris Muhammad (τύμπανα), Joseph Armstrong (κόνγκας)
Παραγωγή / Μηχανικοί: Francis Wolff / Ed Green (ηχογράφηση), Rudy Van Gelder (μεταφορά από ταινίες & χάραξη)
Ηχογραφήθηκε ζωντανά στο Cliche Lounge του Newark, New Jersey στις 15 Αυγούστου του 1970
Ο Grant Green υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες στην ιστορία της τζαζ, προικισμένος με έναν ήχο κρυστάλλινο και έναν εγγενή ρυθμό που γεφύρωνε το μπλουζ με το μπίμποπ. Γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1935 στο Σεντ Λούις του Μιζούρι των ΗΠΑ και η πορεία του ξεκίνησε από τα τοπικά γκόσπελ και R&B σχήματα, πριν τον ανακαλύψει ο Lou Donaldson. Η μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη το 1960 σηματοδότησε την έναρξη μιας εξαιρετικά παραγωγικής περιόδου για την Blue Note Records, όπου η Αφροαμερικανική του καταγωγή και οι ρίζες του στο μπλουζ τον έκαναν τον αγαπημένο κιθαρίστα της εταιρείας.
Η αρχική υποτίμηση του Grant Green από τους "πιουρίστες" της τζαζ δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς σύγκρουσης ανάμεσα στην τεχνική επίδειξη και τη μελωδική ουσία. Πράγματι, είναι η επιτομή του «το λιγότερο είναι περισσότερο» στην τζαζ κιθάρα. Σήμερα, βέβαια, αυτά ακριβώς τα στοιχεία —η οικονομία στις νότες, το αλάνθαστο γκρουβ και η ειλικρίνεια του ήχου του— είναι που έχουν εκτιμηθεί και όλο και περισσότεροι τον ανακαλύπτουν και αναγνωρίζουν τη μεγάλη του αξία. Δίσκοι προσωπικοί του όπως Idle Moments και Matador είναι αριστουργηματικοί, όπως και εκπληκτικές είναι οι συμμετοχές σε άπειρες ηχογραφήσεις άλλων καλλιτεχνών της Blue Note.
Μέχρι το 1970, ο Green είχε ήδη καθιερωθεί ως ο "ποιητής" της μονής νότας, αποφεύγοντας τα σύνθετα ακόρντα για χάρη μιας γραμμικής, μελωδικής προσέγγισης που θύμιζε πνευστό όργανο. Ο καθαρός, 'ξύλινος' και ακουστικός τόνος του (συνήθως από τις ογκώδεις κούφιες Gibson ES-330 ή L-7, Epiphone Emperor και μετά το 1972, D'Aquisto New Yorker) είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, ενώ απέφευγε σχεδόν πάντα τα εφέ αντήχησης/καθυστέρησης (reverb/delay), διατηρώντας τον ενισχυτή του "στεγνό". Παρά τον πρόωρο θάνατό του το 1979 σε ηλικία μόλις 43 ετών, η δεκαετία του '60 τον είδε να μεταμορφώνεται από έναν χαρντ μποπ δεξιοτέχνη σε έναν πρωτοπόρο της σόουλ-τζαζ, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εκρηκτική ενέργεια του Alive!, αφού επέστρεψε στην Blue Note μετά από μια μικρή απουσία (είχε ηχογραφήσει για άλλες εταιρείες όπως η Verve στο ενδιάμεσο), σηματοδοτώντας τη νέα του κατεύθυνση.
Το Alive!, ηχογραφημένο ζωντανά στο Cliché Lounge του Νιούαρκ, αποτελεί το απόλυτο μανιφέστο της στροφής του Green προς το φανκ. Δεν πρόκειται απλώς για μια τζαζ ηχογράφηση, αλλά για την αποτύπωση ενός "πάρτι" όπου η μουσική επικοινωνεί άμεσα με το σώμα του ακροατή. Ο δίσκος, τελικά, αποθεώθηκε για την ωμή του ενέργεια και την αίσθηση του χώρου, καθώς οι ιαχές του κοινού ενσωματώνονται στην ατμόσφαιρα, καθιστώντας τον ακροατή συμμέτοχο στη βραδιά. Ο Green εδώ δεν αναζητά την ακαδημαϊκή τελειότητα, αλλά το "γκρουβ", χρησιμοποιώντας την κιθάρα του ως ρυθμικό πολυβόλο που οδηγεί την μπάντα σε ατελείωτους, υπνωτικούς κύκλους.
Το άλμπουμ ανοίγει με το "Let the Music Take Your Mind" των Kool & the Gang, όπου το τενόρο σαξόφωνο του Claude Bartee δίνει το σύνθημα για έναν χορευτικό ρυθμό που δεν υποχωρεί ποτέ. Εδώ, η συμμετοχή του Ronnie Foster στο όργανο είναι καθοριστική, δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα ήχου πάνω στο οποίο ο Green κεντάει με τις χαρακτηριστικές του επαναλαμβανόμενες φράσεις. Ακολουθεί το εκπληκτικό "Time to Remember", μια σύνθεση του περιζήτητου σέσιον μουσικού Neal Creque, —στο όργανο ο ίδιος, ενώ στα υπόλοιπα κομμάτια ακούμε τον Ronnie Foster— που προσφέρει τις απαραίτητες ανάσες λυρισμού, αναδεικνύοντας τη μελωδική ευφυΐα του Green. Ο Willie Bivens στο βιμπράφωνο προσθέτει μια μεταλλική γλυκύτητα που εξισορροπεί την τραχύτητα του ρυθμικού τμήματος, δημιουργώντας μια ονειρική αλλά σταθερά ρυθμική ατμόσφαιρα.
Μετά από μια σύντομη παρουσίαση του γκρουπ από τον ίδιο τον Green, «We're gonna get down into some cooking...», μια ατάκα που έχει σαμπλαριστεί αμέτρητες φορές, έρχεται αναμφισβήτητα η κορύφωση του δίσκου με το "Sookie, Sookie". Πρόκειται για μια συγκλονιστική διασκευή του κομματιού του Don Covay, όπου ο Idris Muhammad στα τύμπανα παραδίδει μαθήματα φανκ ρυθμολογίας. Ο Muhammad, μαζί με τον Joseph Armstrong στα κόνγκας, στήνει ένα αδιαπέραστο τείχος ρυθμού που επιτρέπει στον Green να εκτοξεύσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σόλο της καριέρας του. Το κλείσιμο με το "Down Here on the Ground" του Lalo Schifrin (το κομμάτι έγινε αργότερα η βάση για το "Vibes and Stuff" των A Tribe Called Quest) επισφραγίζει τον δίσκο με μια αίσθηση αστικού μπλουζ, όπου η μπάντα επιδεικνύει την ικανότητά της να διατηρεί την ένταση ακόμα και σε χαμηλότερες ταχύτητες. Το άλμπουμ στη CD επανέκδοση, συμπληρώνεται με τρία εξίσου καλά μπόνους, που περιλαμβάνουν μια εκπληκτική 14λεπτη εκτέλεση του "Maiden Voyage" του Herbie Hancock, η οποία δείχνει πώς η μπάντα μπορούσε να "ξεχειλώσει" ένα τζαζ στάνταρντ μέσα σε ένα φανκ πλαίσιο.
Το Alive! δεν είναι απλώς μια μετάβαση· είναι η δήλωση του Grant Green ότι η τζαζ μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά μελωδική και ακαταμάχητα χορευτική. Παραμένει μέχρι σήμερα ένας φάρος για την άσιντ τζαζ σκηνή και μια απόδειξη ότι υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς του φανκ γκρουβ. Δυστυχώς έφυγε νωρίς, αλλά ο ήχος του παραμένει —όπως λέει και ο τίτλος του δίσκου του— ζωντανός. Εξαιρετικό!
(****1/2, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης του Stanley Dance, bluenote.com/artist/grant-green, Mosaic Records: "The Great Jazz Artists: Grant Green Biography", Jorge Cervera (Medium): "Soul Jazz and Grant Green: The Art of the Vamp")




