Μαγικές ιστορίες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια που αγαπήσαμε

Simos.I

Μέλος Δ.Σ.
Staff member
17 June 2006
34,191
Land of Dystopia
Καλημέρα φίλοι της μουσικής και όχι μόνο.

Έχετε άραγε αναρωτηθεί ποτέ πόσο «δικό μας» είναι τελικά ένα τραγούδι;

Όταν ακούμε ένα κομμάτι, τείνουμε να το ντύνουμε με τις δικές μας αναμνήσεις, τους δικούς μας έρωτες ή τις προσωπικές μας απογοητεύσεις.

Οι στίχοι του, άνετα κάποια στιγμή γίνονται το soundtrack της δικής μας ζωής.

Τι συμβαίνει όμως όταν ξεκλειδώσουμε αυτό το στρώμα και φτάσουμε στον πυρήνα του;

Πίσω σχεδόν από τις μεγαλύτερες μουσικές επιτυχίες —είτε μιλάμε για την παγκόσμια rock και pop σκηνή, είτε για το ελληνικό λαϊκό και έντεχνο τραγούδι— κρύβεται σχεδόν πάντα μια άλλη, «κρυφή» ζωή.

Μια ζωή γεμάτη από τις εμμονές των δημιουργών, ανεκπλήρωτους έρωτες, κοινωνικά θέματα, πολιτικές διώξεις, στιγμιαίες εκλάμψεις στο χαρτί μιας ταβέρνας ή ακόμα και τραγικά, βίαια γεγονότα, τα οποία "στιγμάτισαν" τον δημιουργό ή τους δημιουργούς, με αποτέλεσμα να δώσουν αυτό το κάτι που έμελε, να αφήσει ένα ξεχωριστό αποτύπωμα στο χώρο της μουσικής.

Συχνά, η αλήθεια πίσω από ένα κομμάτι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που νιώθουμε εμείς όταν το ακούμε.

Ένα τραγούδι που εμείς θεωρούμε άκρως ερωτικό, μπορεί να γράφτηκε για μια αρρωστημένη παρακολούθηση. Ένας ρυθμός που μας ξεσηκώνει να χορέψουμε, μπορεί να γεννήθηκε μέσα από ένα βαθύ ψυχολογικό τραύμα.

Ήθελα, λοιπόν, να ανοίξω αυτή την νέα ανάρτηση, ώστε για να εξερευνήσουμε μαζί την «αθέατη πλευρά του δίσκου».

Να μοιραστούμε όλες εκείνες τις ιστορίες που, μόλις τις μάθατε, ίσως και να άλλαζαν για πάντα τον τρόπο που ακούτε το συγκεκριμένο τραγούδι.

Τι λέτε να ξεκινήσουμε;
 
Χθες λοιπόν στα γενέθλια είχα την τιμή αλλά και την ευκαιρία να συζητήσω την σκέψη μου, για την ανάρτηση που μόλις ξεκίνησα με 2 εξαιρετικά μέλη πήρα το θάρρος να ξεκινήσω πρώτος, έχοντας κάποιες σκόρπιες πληροφορίες και κάνοντας ασφαλώς μια περισσότερο ενδελεχή ενδοσκόπηση στο θέμα.

Νίκος Παπάζογλου – «Αύγουστος» (Το χρονικό ενός ανεκπλήρωτου έρωτα)
Βρισκόμαστε στα τέλη Ιουνίου του 1978. Η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από έναν φονικό, μεγάλο σεισμό. Το σπίτι του Νίκου Παπάζογλου παθαίνει σοβαρές ζημιές. Φοβούμενος για την ασφάλεια της οικογένειάς του, προτρέπει τη σύζυγό του, Βαρβάρα, να πάρει τη νεογέννητη κόρη τους (μόλις λίγων ημερών) και να καταφύγουν σε συγγενείς στην Αμερική μέχρι να περάσει ο κίνδυνος και να επισκευαστεί το σπίτι. Ο Παπάζογλου μένει πίσω μόνος, μέσα στα συντρίμμια και την ερήμωση της πόλης

Βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, ο στενός του φίλος, Διονύσης Σαββόπουλος, τον προσκαλεί να πάει να μείνει για λίγο στο σπίτι του στο Πήλιο για να ηρεμήσει. Εκεί, μέσα στο ειδυλλιακό, καταπράσινο τοπίο, ο Παπάζογλου συναντά μια γυναίκα, μια πραγματική καλλονή, η οποία τον μαγεύει ακαριαία.

Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος, σφοδρός και αμοιβαίος. Όμως, την ίδια στιγμή που το πάθος φουντώνει, ο Παπάζογλου έρχεται αντιμέτωπος με έναν τεράστιο εσωτερικό δαίμονα: τις τύψεις. Στο μυαλό του τρέχουν συνεχώς οι εικόνες της γυναίκας του και του μωρού τους που βρίσκονται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Μη αντέχοντας το μαρτύριο αυτού του απαγορευμένου έρωτα και θέλοντας να παραμείνει πιστός στην οικογένειά του, ο Παπάζογλου παίρνει μια σπαρακτική απόφαση: να δραπετεύσει. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για τη Θεσσαλονίκη.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, με τη μελαγχολία να χτυπάει κόκκινο, ο «Αύγουστος» γεννιέται μέσα στο κεφάλι του.
Χρειάστηκαν μόλις 20 λεπτά οδήγησης για να συνθέσει ολόκληρο το τραγούδι —στίχους και μουσική— χωρίς να γράψει ούτε μια λέξη σε χαρτί.
Το αποτύπωσε στη μνήμη του, αυτολεξεί, σαν έναν ζωντανό οργανισμό!

Αν μπούμε λίγο σε μια περαιτέρω διαδικασία, να αποκωδικοποιήσουμε τους στίχους, το τραγούδι αποκτά μια συγκλονιστική διάσταση:

«Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι τόσο λυπητερό...» – Η εισαγωγή προδίδει αμέσως τη θλίψη της θυσίας
«σ' αγαπάω μα δεν σε θέλω» – Η απόλυτη αποτύπωση του εσωτερικού του διχασμού. Η αγάπη και η έλξη είναι εκεί, αλλά η συνειδητή επιλογή («δεν σε θέλω») βάζει το φρένο.
«...σε μια άτιμη φυλακή» – Όπως εξομολογήθηκε χρόνια μετά ο ίδιος ο Παπάζογλου, η «φυλακή» αυτή ήταν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι ηθικές δεσμεύσεις και η ανάγκη μας να είμαστε «νομιμόφρονες» απέναντι στους ανθρώπους που μας αγαπούν, οι οποίες τελικά τον ανάγκασαν να φύγει.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε τελικά το 1984 στον εμβληματικό δίσκο «Χαράτσι»
Για τις ανάγκες του δίσκου και των ζωντανών εμφανίσεων, ο Παπάζογλου έστησε μια μόνιμη, πανίσχυρη μπάντα, την οποία ονόμασε «Ταχεία Θεσσαλονίκης»

Οι μουσικοί που έπαιξαν και έδωσαν τον χαρακτηριστικό, γεμάτο ενέργεια ήχο στο «Χαράτσι» (συνδυάζοντας το ηλεκτρικό ροκ με το παραδοσιακό και λαϊκό στοιχείο) ήταν:

  • Γιώργος Γράλιστας: Μπάσο
  • Στέλιος Κοψαχείλης: Κιθάρα
  • Γιάννης Τσαμπάζης: Ενορχήστρωση
  • Στέλιος Γαργάλας: Βιόλα και Βιολί
  • Σουλτάνα Άλτη: Βιολί
  • Γιώργος Μανώλας: Τσέλο
  • Γιάννης Αγγελάκης: Διεύθυνση / Conductor


Ο ήχος του δίσκου ήταν τόσο επαναστατικός για το 1986, επειδή κατάφερε να «παντρέψει» τα κλασικά έγχορδα με την ηλεκτρική κιθάρα, δημιουργώντας αυτό που αργότερα ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης».

Ίσως η πιο εμβληματική, καθηλωτική και καλύτερα αποτυπωμένη ζωντανή εκτέλεση του «Αυγούστου» σε βίντεο είναι η Live εμφάνιση του Νίκου Παπάζογλου στο Θέατρο του Λυκαβηττού το 1991.

Ήταν Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1991, εννιά μήνες από τότε που κυκλοφόρησαν τα «Σύνεργα», όταν ο Νίκος Παπάζογλου ανέβηκε στο θέατρο του Λυκαβηττού, για μια συναυλία - αναδρομή της μέχρι τότε πορείας του στο ελληνικό τραγούδι.
Στην συγκεκριμένη εκτέλεση μαζί του ήταν οι μουσικοί:

Σωκράτης Μάλαμας (ακουστική κιθάρα), Παναγιώτης Κουτσούρας (μπουζούκι), Στέργιος Γαργάλας (βιολί), Πέτρος Δραγούμης (μπάσο), Ερρίκος Ταουκτσής (κόνγκας), Μιχάλης Καπηλίδης (ντραμς), Κώστας Μπραβάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Αναστασία Φλωρά (ζίλια), Κώστας Τσούγκρας (keyboards), Αλέξης Μπουλγουρτζής (νταρμπούκα).
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
Περιγράφεις και δίνεις πληροφορίες για ένα υπέροχο τραγούδι
ενός τεράστιου τραγουδοποιού που «έφυγε» πρόωρα.
Σίμο, έγραψες κυριολεκτικά και μεταφορικά,
συμπεριλαμβανομένης και της πολύ ωραίας ιδέας για το νήμα.
 
Περιγράφεις και δίνεις πληροφορίες για ένα υπέροχο τραγούδι
ενός τεράστιου τραγουδοποιού που «έφυγε» πρόωρα.
Σίμο, έγραψες κυριολεκτικά και μεταφορικά,
συμπεριλαμβανομένης και της πολύ ωραίας ιδέας για το νήμα.
Φίλε Γιώργο, σε ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μου τις σκέψεις που κάναμε χθες παρέα στα γενέθλια, το νήμα ανήκει σε όλους μας και ειλικρινά αυτή η αλληλεπίδραση θα φέρει μόνο εξαιρετικά αποτελέσματα.

Θα χαρώ λοιπόν είτε εσύ ή είτε όποιος άλλος θα ήθελε να συνεισφέρει, να κοπιάσει.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, κάτι που είχα διαβάσει πολύ παλιά και προσπάθησα σιγά σιγά να μαζέψω όσες πληροφορίες μπόρεσα να βρω, οι περισσότεροι ασφαλώς και γνωρίζεται την αγάπη μου στο κλασικό ροκ, οι περισσότεροι γνωρίζεται το θρυλικό τραγούδι «Smoke on the Water» των Deep Purple, το οποίο βασίζεται σε ένα πραγματικό, δραματικό περιστατικό που συνέβη στις 4 Δεκεμβρίου 1971 στο Μοντρέ (Montreux) της Ελβετίας.

Οι Deep Purple είχαν ταξιδέψει στο Μοντρέ για να ηχογραφήσουν το νέο τους άλμπουμ ( Machine Head ) χρησιμοποιώντας ένα κινητό στοιχείο ηχογράφησης (το Rolling Stones Mobile Studio). Το βράδυ της 4ης Δεκεμβρίου, πήγαν στο καζίνο της πόλης (Montreux Casino) για να παρακολουθήσουν συναυλία του Frank Zappa και των Mothers of Invention.


Κατά τη διάρκεια της συναυλίας, ένας θεατής από το κοινό πυροδότησε ένα πιστόλι φωτοβολίδων (flare gun) προς την ψεύτικη, από καλάμια ξύλινη οροφή της αίθουσας. Η οροφή άρπαξε φωτιά αμέσως και η πυρκαγιά εξαπλώθηκε γρήγορα, καταστρέφοντας ολόκληρο το συγκρότημα του καζίνο.
Ευτυχώς δεν υπήρξαν νεκροί ή σοβαροί τραυματισμοί, αλλά όλος ο εξοπλισμός του Frank Zappa χάθηκε

Στους στίχους αναφέρεται ο «Funky Claude», ο οποίος είναι ο Claude Nobs (ιδρυτής του Montreux Jazz Festival), (οι παλιότεροι που ασχολούνται με την Jazz, θα γνωρίζουν περισσότερα), ο οποίος μπήκε γενναία στο φλεγόμενο κτίριο και έσωσε αρκετούς νέους ανθρώπους που είχαν παγιδευτεί.

Από το ξενοδοχείο τους, τα μέλη των Deep Purple παρακολουθούσαν την τεράστια πυρκαγιά.
Ο καπνός από το καζίνο απλώθηκε πάνω από την επιφάνεια της Λίμνης της Γενεύης (Lake Geneva), εικόνα που ενέπνευσε τον μπασίστα Roger Glover να σκεφτεί λίγες ημέρες αργότερα τον τίτλο «Smoke on the Water» (Καπνός πάνω στο νερό)

Μετά την καταστροφή του καζίνο, το συγκρότημα βρέθηκε χωρίς στοιχείο ηχογράφησης. Τελικά κατάφεραν να στήσουν τον εξοπλισμό τους σε ένα κλειστό τον χειμώνα ξενοδοχείο, το Grand Hotel, και ηχογράφησαν το τραγούδι (και το υπόλοιπο άλμπουμ) εκεί.

Το πασίγνωστο, απλό τετρά φθογγο κιθαριστικό riff γράφτηκε από τον κιθαρίστα του συγκροτήματος Ritchie Blackmore και κατέληξε να είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και εμβληματικά riffs στην ιστορία της ροκ μουσικής και η απαρχή κάθε νέου κιθαρίστα που προσπαθεί να εισαχθεί στο μαγικό κόσμο της κιθάρας και η αλήθεια είναι ότι και για μένα αποτέλεσε το έναυσμα για την αγορά της πρώτης κλασικής κιθάρας μου.

Όπως γράφτηκε και ανωτέρω, το Smoke on the Water, είναι στο έκτο στούντιο δίσκο του αγγλικού hard rock συγκροτήματος Deep Purple, γραμμένο από τις δάφνες της κλασσικής σύνθεσης της μπάντας της Mark II, με την οποία ουσιαστικά μεγαλούργησε.
  • Ian Gillan – Φωνητικά
  • Ritchie Blackmore – Κιθάρα
  • Jon Lord – Πλήκτρα / Hammond
  • Roger Glover – Μπάσο
  • Ian Paice – Τύμπανα

Το Machine Head υπήρξε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην καριέρα των Deep Purple

Η κορυφαία και ιστορικά αξεπέραστη live εκτέλεση των τραγουδιών του Machine Head (όπως το Smoke on the Water και το Highway Star) προέρχεται από το θρυλικό live άλμπουμ «Made in Japan» του 1972.
Θεωρείται από κοινό και κριτικούς και όχι άδικα, ως ένας από τους καλύτερους live δίσκους όλων των εποχών.

Η live εκτέλεση του Smoke on the Water από το Made in Japan Side B στο YouTube διαθέτει απίστευτη ενέργεια, με τον Jon Lord και τον Ritchie Blackmore να αυτοσχεδιάζουν μοναδικά.

Για όσους πραγματικά τους θα τους ενδιέφερε, οπτικό υλικό - video και όχι μόνο ήχο από την χρυσή εποχή της μπάντας (καθώς από το Made in Japan δεν υπάρχει πλήρες επίσημο βίντεο), η κορυφαία επιλογή στο YouTube είναι το Live in Copenhagen 1972

To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
Δεν πρόλαβε ν' αγαπήσει όμως πρόλαβε να δραπετεύσει απο αλλη φυλακη απ' αυτή που νόμιζε πως βρισκοταν.Στο μυαλό μου,αυτά είναι παράξενα όπως και τα επόμενα που βρήκαν όμως την εξήγηση τους πολύ αργοτερα.Δεν αφορούν όμως συγκεκριμένο τραγούδι αλλά ζωντανή τηλεοπτική εμφάνιση.
-Στις οκτώ το βράδυ,το νου σου! Θα γίνει ένα αφιέρωμα στον συνθέτη ........... με τον συνθέτη παροντα και,μεταξύ άλλων,θα τραγουδήσει ο Παύλος.
Στημένος μπροστά στην τηλεόραση μια ώρα πριν και έχοντας φωνάξει την υπόλοιπη οικογένεια, η εκπομπή ξεκίνησε όμως πουθενά ο Παύλος.Τηλεφωνημα.
-Σιγουρα;
-Αφου ήταν εδώ το πρωί και μας το είπε.
-Τι ώρα τελειώνει η εκπομπή;
-Στις εννέα.
Η ώρα περνουσε και μερικά λεπτά πριν το τέλος εμφανίστηκε αλαφιασμενος ο Παύλος,πέταξε την καμπαρντίνα του κι άρχισε να τραγουδά με δισταγμό στην αρχή,σαν να μην συγχρονιζοταν με τους άλλους,μα συντομα έγινε ο γνωστός αγαπημενος μας.
Μετα από χρόνια και μετά τον θάνατο του Παύλου,καλοκαίρι στο χωριό.
-Θυμασαι εκείνη την τηλεοπτική εμφάνιση;
-Πως να την ξεχάσω!
-Πριν την έναρξη της εκπομπής,ο Παύλος ήλθε σε μας όμως δεν ήθελα να σου το πω.
-Παυλο δεν θα προλάβεις!
-Κυρια .... δεν με βλέπεις σε τι κατάσταση βρίσκομαι;Δεν μπορώ να τραγουδήσω.Σου βρίσκεται κάτι;
-Που να βρω αυτο που θέλεις;Δεν έχω.
-Εστω,ένα ...........
-Δεν έχω τίποτα και φύγε γιατί έχεις αναλάβει μια υποχρέωση.
Την επόμενη μέρα μας είπε πως φεύγοντας από δω πήγε καπου-δεν μας είπε που-και βρήκε αυτό που ήθελε.Γι αυτό άργησε τόσο.Αν όμως δεν το έβρισκε δεν θα πήγαινε καθόλου.
 
Καλησπέρα σας,

Παρατήρησα ότι η μαγεία των τραγουδιών αξίζει να συνεχιστεί, η αποψινή ανάρτηση έχει να κάνει με το : «Tears in Heaven» του Eric Clapton, δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά κουβαλάει προσωπικά βιώματα, του πολύ αγαπημένου τραγουδοποιού συνθέτη και ερμηνευτή, τραγούδι που συνέθεσε, ως φόρο τιμής στον 4χρονο γιο του, Conor, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε τραγικό ατύχημα.

Στις 20 Μαρτίου 1991, ο μικρός Conor έπεσε από ανοιχτό παράθυρο του 53ου ορόφου σε ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης(στο κτίριο Galleria), όπου ζούσε με τη μητέρα του, την Ιταλίδα ηθοποιό Lory Del Santo.

Το παράθυρο, στο δωμάτιο του γιου του, είχε μείνει ανοιχτό από έναν θυρωρό ή κάποιο συνεργείο που έκανε καθαρισμό. Ο Clapton έμενε σε κοντινό ξενοδοχείο και ετοιμαζόταν να περάσει τη μέρα μαζί του.

Μετά τον χαμό του γιου του, ο Clapton βυθίστηκε σε βαθύ πένθος και απομονώθηκε για μήνες, είχε ακυρώσεις και εμφανίσεις. Κάποια όμως στιγμή, βρήκε διέξοδο στη μουσική και έγραψε το τραγούδι μαζί με τον Will Jennings.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1991 στο soundtrack της ταινίας Rush και στη συνέχεια έγινε τεράστια επιτυχία μέσα από το άλμπουμ MTV Unplugged (1992), κερδίζοντας τρία βραβεία Grammy.

Η σχέση των γονέων, Eric Clapton και Lory Del Santo, διαλύθηκε οριστικά και ακαριαία μετά το τραγικό γεγονός, καθώς ο καθένας διαχειρίστηκε το ασύλληπτο πένθος με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αν και το ζευγάρι είχε ήδη χωρίσει πριν από το ατύχημα, η κοινή διαχείριση της απώλειας του Conor έκοψε κάθε δεσμό ανάμεσά τους.

Η Lory Del Santo έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις της πως «όταν πέθανε ο Conor, η σχέση μεταξύ του Eric κι εμένα πέθανε επίσης». Η τραγωδία τους μετέτρεψε σε ξένους, καθώς ο Clapton απομονώθηκε και «πάγωσε» συναισθηματικά, αδυνατώντας να επικοινωνήσει.

Ο Clapton επέλεξε να μην συζητήσει ποτέ ξανά με τη Lory για τον θάνατο του παιδιού τους.

Αντίθετα, χρησιμοποίησε τη μουσική ως το μοναδικό θεραπευτικό του μέσο.

Ο Eric Clapton κατάφερε να κρατηθεί νηφάλιος από τις εξαρτήσεις του, χρησιμοποιώντας τη μνήμη του γιου του ως κίνητρο, και αργότερα έφτιαξε μια νέα οικογένεια.

Το τραγούδι «Tears in Heaven» βρίσκεται αρχικά στο soundtrack της ταινίας Rush (Ιανουάριος 1992), αλλά η πιο εμβληματική και παγκοσμίως γνωστή εκδοχή του περιλαμβάνεται στο μνημειώδες άλμπουμ «MTV Unplugged» του Eric Clapton, το οποίο κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Η καλύτερη live εκτέλεση που υπάρχει —και θεωρείται από κοινό και κριτικούς ως η οριστική μορφή του τραγουδιού— είναι αυτή από το MTV Unplugged (1992).

Ξεχωρίζει γιατί Ηχογραφήθηκε ζωντανά στα Bray Studios της Αγγλίας μπροστά σε ένα μικρό κοινό.

Ο Clapton, εμφανώς συγκινημένος, ερμηνεύει το κομμάτι αποκλειστικά με μια ακουστική κιθάρα νάιλον χορδών, πλαισιωμένος από διακριτικά δεύτερα φωνητικά και κρουστά. Η απλότητα, η απουσία εφέ και η «σπασμένη» φωνή του προσδίδουν μια καθηλωτική, ωμή ειλικρίνεια που ξεπερνά την αρχική στούντιο ηχογράφηση.

To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Πολύ δύσκολα υπάρχουν μεταγενέστερες live εκτελέσεις, αυτές είναι εξαιρετικά σπάνιες, καθώς ο Clapton σταμάτησε να παίζει το τραγούδι ζωντανά το 2004

Όπως δήλωσε ο ίδιος, ένιωσε ότι ο πόνος του είχε πια γιατρευτεί και δεν ήθελε να «εκμεταλλεύεται» τα συναισθήματα της απώλειας για τις ανάγκες των συναυλιών, αν και το επανέφερε ελάχιστες φορές σε ειδικές περιστάσεις (όπως στην περιοδεία του 2013
 
Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε ένα φίλο που είχα την τιμή να γνωρίσω εδώ στην λέσχη, άρα συνοδοιπόρο στο ταξίδι της αναζήτησης της μουσικής και όχι μόνο αυτής, το οποίο και εκτιμώ, ελπίζω ότι ίσως να τον αναγκάσω να "τσιμπήσει" και να πεισθεί να κάνει και αυτός το βήμα προς την επόμενη ανάρτηση.

Γυροφέρνω συνέχεια προς τα τέλη του 70, ίσως διότι πολλά διαμάντια έχουν βρεθεί εκεί.

Θα ασχοληθώ σήμερα με τον Peter Gabriel και με το τραγούδι του “Solsbury Hill” που κρύβει μια «μαγική» και βαθιά πνευματική ιστορία.

1791907820754.png1791907838108.png1791907855512.png1791907876269.png

Κυκλοφόρησε το 1977 ως το πρώτο του σόλο single μετά τη δύσκολη απόφασή του να αποχωρήσει από τους Genesis, το συγκρότημα που ο ίδιος είχε ιδρύσει και με το οποίο μεσουρανούσε

Το 1975, πνιγμένος από την πίεση της μουσικής βιομηχανίας και τις εσωτερικές τριβές στους Genesis, ο Gabriel ανέβηκε στον πραγματικό λόφο Solsbury Hill στο Σόμερσετ της Αγγλίας.

Εκεί, μέσα στην απόλυτη ησυχία της φύσης, βίωσε μια σχεδόν μυστικιστική, πνευματική εμπειρία.

Όπως περιγράφει γλαφυρά στους στίχους του («Eagle flew out of the night / He was something to observe...»), ένιωσε μια ξαφνική αποκάλυψη που του έδωσε το θάρρος να εμπιστευτεί τη διαίσθησή του.

Κατάλαβε ότι έπρεπε να «βγει από τη μηχανή» («I walked right out of the machinery») για να μην χάσει τον εαυτό του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι οι φίλοι του θα τον περνούσαν για τρελό.

Για όσους ασχολούνται ενδελεχώς με την μουσική, παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο, το τραγούδι είναι γραμμένο στον ασυνήθιστο ρυθμό των 7/4.
Αυτός ο ιδιαίτερος, ασύμμετρος ρυθμός επιλέχθηκε σκόπιμα για να μιμηθεί την αίσθηση των βημάτων ενός ανθρώπου που ανηφορίζει τον λόφο, προσθέτοντας μια επιπλέον οργανική μαγεία στη σύνθεση, σίγουρα οι μουσικοί μπορούν να καταλάβουν καλύτερα τι εννοώ.

Προκαλώ όσους δεν το γνωρίζουν, το τραγούδι, να του δώσουν μια ευκαιρία, και να προσπαθήσουν να το ακούσουν, προσωπική αίσθηση και εκτίμηση μιας και πρόκειται για έναν ύμνο για τη στιγμή που κάποιος, καταφέρνει και βρίσκει τη δύναμη να ρισκάρει όσα έχει, προκειμένου να κερδίσει την προσωπική του ελευθερία, πιστέψτε με, αυτό θέλει αρκετά κότσια.

Όπως αρχικά έγραψα αν και η αυθεντική studio εκτέλεση του 1977 (από το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ) παραμένει αξεπέραστη για την ακατέργαστη, folk-rock αίσθηση της και το εμβληματικό riff ακουστικής κιθάρας, η «μαγεία» του “Solsbury Hill” απογειώνεται στις Live εκτελέσεις του Peter Gabriel.

Θα σας φανεί παράξενο, ωστόσο πολλοί θεωρούν την πιο εμβληματική εκτέλεση εκτέλεση και μάλιστα live είναι αυτή που δόθηκε στο Live in Athens (1987)
Ηχογραφήθηκε στο θέατρο του Λυκαβηττού στην Αθήνα, κατά την ιστορική περιοδεία του άλμπουμ So.

To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Η ενέργεια είναι ηλεκτρισμένη. Ο Gabriel, πλαισιωμένος από μια μυθική μπάντα :
Tony Levin στο μπάσο,
Manu Katché στα τύμπανα,
David Rhodes στην κιθάρα, τρέχει και χορεύει ασταμάτητα στη σκηνή.
 
Να συμπληρώσω ότι στα πλήκτρα είναι ο David Sancious.
Κατά τ' άλλα, τα έγραψες όλα.
;Ήμουν μέσα στις 2 από τις 3 συναυλίες που είχε δώσει. :love:
 
  • Love
Reactions: Simos.I
Αισθάνομαι πολύ μικρός, για να γράψω για ένα τραγούδι που σημάδεψε την εφηβεία μου, εκεί κοντά στις Πανελλήνιες και είναι δεν είναι άλλο, από το

"Another Brick in the Wall" των Pink Floyd.


1791988242903.png
Για μένα είναι ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια των Pink Floyd (κυκλοφόρησε το 1979 στο διπλό concept άλμπουμ The Wall) και η ιστορία του βασίζεται στα βιώματα, την ψυχολογική απομόνωση και την κριτική του Roger Waters απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα και όχι μόνο.

Ο Waters έγραψε το τραγούδι βασιζόμενος στις δικές του αρνητικές εμπειρίες από το αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα της Βρετανίας της δεκαετίας του '50 στα σχολεία αρρένων.
1791985806485.png
Ο μπασίστας και βασικός συνθέτης του τραγουδιού, Roger Waters, έγραψε τους στίχους τράβηξε έμπνευση από τα σχολικά του χρόνια στο Cambridgeshire School for Boys τη δεκαετία του '50. Ένιωθε ότι οι καθηγητές ήταν αυταρχικοί, τιμωρητικοί και ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατούν τους μαθητές πειθαρχημένους και σιωπηλούς παρά να καλλιεργήσουν την κριτική σκέψη.

Στο πλαίσιο της ιστορίας του άλμπουμ, ο πρωταγωνιστής (ο Pink) χτίζει ένα μεταφορικό τείχος γύρω του για να απομονωθεί από τον πόνο, την απώλεια (ο πατέρας του σκοτώθηκε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) και την καταπίεση.

Πάνω σε αυτό το πλαίσιο του concept άλμπουμ, η ιστορία αφορά τον «Pink», έναν φανταστικό ροκ σταρ (εμπνευσμένο εν μέρει από τον ίδιο τον Waters και τον πρώην τραγουδιστή Syd Barrett) ο οποίος χτίζει ένα μεταφορικό τείχος απομόνωσης γύρω του για να προστατευτεί από τα τραύματα της ζωής του (τον θάνατο του πατέρα του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την υπερπροστατευτική μητέρα και το καταπιεστικό σχολείο).

Κάθε τραυματική εμπειρία είναι και «ένα ακόμη τούβλο στο τείχος» (another brick in the wall).
Ο Waters έχει δηλώσει ότι το τραγούδι δεν είναι γενικά κατά της εκπαίδευσης, αλλά αποτελεί σάτιρα και διαμαρτυρία απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας και την καταπίεση.

Το «We don't need no education» (δεν χρειαζόμαστε καμία εκπαίδευση) δεν ήταν μια γενική επίθεση στη μάθηση, αλλά σάτιρα και διαμαρτυρία ενάντια στην πνευματική χειραγώγηση και την τιμωρητική συμπεριφορά των δασκάλων.

Ο παραγωγός Bob Ezrin ήταν εκείνος που πρότεινε να δοθεί στο κομμάτι ένας χορευτικός, disco ρυθμός (εμπνευσμένος από τη μουσική της εποχής) για να γίνει πιο catchy, κάτι στο οποίο αρχικά η μπάντα αντιστάθηκε αλλά τελικά απέδωσε τεράστια επιτυχία.

Για τα παιδικά φωνητικά στο "We don't need no education", ο ηχολήπτης Nick Griffiths πήγε κρυφά από τον Waters σε ένα σχολείο κοντά στα Britannia Row Studios του Λονδίνου – το Islington Green School.

Ο μουσικός δάσκαλος του σχολείου, ο Alun Renshaw, έβαλε 23 μαθητές (ηλικίας 13 έως 15 ετών) να γράψουν τα φωνητικά. Όταν ο Bob Ezrin έπαιξε την ηχογράφηση στον Waters, η έκφρασή του μαλάκωσε και κατάλαβε αμέσως ότι είχαν στα χέρια τους έναν ύμνο.

Περιττό να γράψω ότι το "Another Brick in the Wall" έγινε παγκόσμιο hit, πουλώντας πάνω από 4 εκατομμύρια αντίτυπα, πηγαίνοντας στο No.1 σε πολλές χώρες συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας.
1791988090840.png
Ο David Gilmour έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Another Brick in the Wall.
Παρόλο που το τραγούδι ήταν αποκλειστικό δημιούργημα του Roger Waters (στίχοι και βασική μελωδία), ο Gilmour ήταν αυτός που το μετέτρεψε από ένα σύντομο, μελαγχολικό κομμάτι σε μια τεράστια, ρυθμική, παγκόσμια επιτυχία.

Το σόλο του Gilmour στο τέλος του τραγουδιού θεωρείται ένα από τα καλύτερα στην ιστορία της ροκ.

Δεν χρησιμοποίησε την κλασική του Fender Stratocaster για την ηχογράφηση, αλλά μια Gibson Les Paul Gold Top του 1955 με μαγνήτες P-90.

Αρχικά, το τραγούδι είχε διάρκεια μόλις 1 λεπτό και 20 δευτερόλεπτα, με ένα μόνο κουπλέ και ένα ρεφρέν.

Ο Gilmour και ο Ezrin πίστευαν ότι το κομμάτι είχε προοπτικές για μεγάλη επιτυχία, αλλά χρειαζόταν μεγαλύτερη διάρκεια.

Μετά την προσθήκη της παιδικής χορωδίας (που διπλασίασε το κομμάτι) και την προσθήκη του σόλο του Gilmour, το τραγούδι απέκτησε τη γνωστή του μορφή.

Παρόλο που οι Pink Floyd είχαν ως φιλοσοφία να μην κυκλοφορούν singles (προτιμούσαν την ολοκληρωμένη εμπειρία των albums), ο Gilmour πείστηκε από τον Ezrin ότι έπρεπε να κυκλοφορήσει αυτόνομα. Ήταν το πρώτο τους single στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Point Me at the Sky του 1968.

Η μεγάλη επιτυχία έφερε, όμως και τις διαφωνίες, η δημιουργία του The Wall σηματοδότησε τη μετατροπή των Pink Floyd από δημοκρατική μπάντα σε «προσωπικό project» του Roger Waters και αυτό προκάλεσε τεράστιες τριβές.

Ο Waters είχε γράψει σχεδόν όλο το άλμπουμ μόνος του. Ο Gilmour ένιωθε ότι ο Waters προσπαθούσε να υποβαθμίσει τη μουσικότητα του δίσκου προς όφελος των στίχων και του concept.

Ο Gilmour δήλωνε συχνά: "Πολλά από τα τραγούδια του Roger ήταν απλώς απαγγελία στίχων πάνω σε έναν μονότονο ήχο. Χρειαζόμασταν μουσική".

Η κορυφαία live εκτέλεση του εμβληματικού "Another Brick in the Wall" των Pink Floyd στο YouTube θεωρείται από την πλειοψηφία των οπαδών το "PULSE" (Live at Earls Court, 1994).
Σε αυτή την εμφάνιση, ο David Gilmour παραδίδει ένα από τα πιο καθηλωτικά και εκτεταμένα κιθαριστικά σόλο στην ιστορία της ροκ, με εκπληκτικό ήχο και τη συμμετοχή μιας κορυφαίας ομάδας back-up μουσικών.

Pink Floyd - "Another Brick in The Wall" (PULSE Remastered)
Η κορυφαία οπτικοακουστική εμπειρία από την Division Bell Tour στις 20 Οκτωβρίου 1994 στο Earls Court του Λονδίνου.

Pink Floyd - Live in Venice (1989)
Μια ιστορική και άκρως ατμοσφαιρική συναυλία πάνω σε μια πλωτή εξέδρα στην καρδιά της Βενετίας, με φόντο την εμβληματική πλατεία του Αγίου Μάρκου.

Pink Floyd - Live at Earls Court (1980)
Η αυθεντική εκτέλεση από την αυθεντική σύνθεση (μαζί με τον Roger Waters) κατά την ιστορική περιοδεία του άλμπουμ The Wall. Ο ήχος είναι πιο "σκοτεινός", με τον Snowy White να συνοδεύει τον Gilmour στην κιθάρα.

To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
Η ιστορία πίσω απ’ το τραγούδι αυτό, είναι στενόχωρη, δεν έχει τη μαγεία με την έννοια που θα θέλαμε. Είναι ύμνος.
Πρόκειται για το “Biko” από το 3ο προσωπικό άλμπουμ του Peter Gabriel.
‘’Peter Gabriel III / Melt‘’ (1980)

Peter-Gabriel.jpg

Το τραγούδι «Biko», αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς πολιτικούς ύμνους διαμαρτυρίας
κατά του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Ένας μουσικός επικήδειος για τον Steve Biko
τον χαρισματικό ηγέτη και ιδρυτή του «Κινήματος της Μαύρης Συνείδησης» (Black Consciousness Movement) στη Νότια Αφρική.
Ο Steve Biko, αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των μαύρων πολιτών,
προωθώντας την αυτοπεποίθηση και την υπερηφάνεια τους απέναντι στο ρατσιστικό καθεστώς των λευκών.
Steve Biko.jpg
Στις 18 Αυγούστου 1977, ο Μπίκο συνελήφθη από την αστυνομία βάσει των αντιτρομοκρατικών νόμων.
Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, βασανίστηκε άγρια στο Πορτ Ελίζαμπεθ,
υπέστη σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και έπεσε σε κώμα.
Στις 11 Σεπτεμβρίου, μεταφέρθηκε γυμνός και αναίσθητος στο πίσω μέρος ενός τζιπ,
διανύοντας μια απόσταση 1.100 χιλιομέτρων μέχρι τις φυλακές της Πρετόρια.
Άφησε την τελευταία του πνοή την επόμενη ημέρα, 12 Σεπτεμβρίου 1977, σε ηλικία μόλις 30 ετών.
Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι πέθανε από απεργία πείνας, αλλά η αλήθεια για τη βαναυσότητα της αστυνομίας
αποκαλύφθηκε γρήγορα, προκαλώντας παγκόσμια κατακραυγή.

Ο Peter Gabriel, άκουσε για τον θάνατο του Steve Biko, από τις ειδήσεις του BBC.
Αν και μέχρι τότε δεν έγραφε πολιτικά τραγούδια,
άρχισε να διαβάζει βιογραφίες και γραπτά του Steve Biko.
Δήλωσε αργότερα, ότι ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει γι' αυτόν, ως ένας εξωτερικός παρατηρητής
(ένας λευκός, μεσοαστός Βρετανός) που έβλεπε την αδικία από μακριά.


Έτσι έφτιαξε το «Biko». Μάλιστα, αποδίδοντας φόρο τιμής στον ίδιο και στον αγώνα του,
ξεκινάει και κλείνει με τραγούδια που ακούστηκαν στην κηδεία του, όπως τα "Ngomhla sibuyayo" και "Senzeni Na".
Πρόσθεσε στους στίχους τη φράση: "Yihla Moya", που σημαίνει «Ανέβα, πνεύμα», σαν αποχαιρετισμό στην ψυχή του Biko.

Οι στίχοι του τραγουδιού περιέχουν μερικές από τις πιο δυνατές «γραμμές» στην ιστορία της ροκ:


«You can blow out a candle
But you can't blow out a fire
Once the flames begin to catch

The wind will blow it higher»

(Μπορείς να σβήσεις ένα κερί,
αλλά δεν μπορείς να σβήσεις μια φωτιά.
Μόλις οι φλόγες φουντώσουν,

ο άνεμος θα τις πάει πιο ψηλά).

Το τραγούδι απαγορεύτηκε αμέσως στη Νότια Αφρική.
Ωστόσο, κατάφερε να κάνει γνωστό το όνομα του Steve Biko,
και τα εγκλήματα του απαρτχάιντ, σε εκατομμύρια νέους στη Δύση που δεν γνώριζαν τι συνέβαινε εκεί.

Ένα τραγούδι που άλλαξε την πορεία του ίδιου του Gabriel,
στρέφοντάς τον οριστικά προς τον ακτιβισμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
(ίδρυση του φεστιβάλ WOMAD, συμμετοχή στις περιοδείες της Διεθνούς Αμνηστίας)

Μέχρι και σήμερα, αποτελεί παραδοσιακά το κομμάτι με το οποίο κλείνει τις συναυλίες του,
αφήνοντας το κοινό να τραγουδά τον σκοπό ακόμα και αφού ο ίδιος έχει αποχωρήσει από τη σκηνή.


To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Steve Biko DaanWildschut.jpg
Αυτή είναι προσωπογραφία του Steve Biko και πρόκειται για ένα έργο του Ολλανδού καλλιτέχνη Daan Wildschut,
το οποίο βρίσκεται στην εκκλησία της Αγίας Άννας στο Heerlen της Ολλανδίας,

συμπληρώνοντας ένα μοναδικό βιτρό όπου απεικονίζονται 12 σύγχρονοι Άγίοι και μάρτυρες,
προσωπικότητες του 20ου αιώνα.


Όσοι είχαν βρεθεί στον Λυκαβηττό τις αρχές Οκτώβρη του 1987, θα θυμούνται
την αποχώρηση με τον ήχο του Biko, μέχρι που κατέληξε να παίζει μόνο η ντραμς.
Αυτό είχε γίνει και στο Terra Vibe το 2004, αλλά εκεί υπήρχαν διάφορα τεχνικά θέματα και δεν ήταν καλή συναυλία.
 
Last edited: