Υπάρχουν πράγματα που ανεξήγητα καρφώνονται στη μνήμη ενός παιδιού, όπου και παραμένουν ανεξίτηλα στο χρόνο. Τη δεκαετία του '60, η μητέρα μου άκουγε ένα καθημερινό ραδιοφωνικό μυθιστόρημα της ΥΕΝΕΔ, το «Μείνε κοντά μου, αγαπημένη». Το μουσικό του σήμα δεν έμοιαζε με οτιδήποτε άλλο είχα ακούσει μέχρι τότε. Φυσικά, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτό το μελαγχολικό, γεμάτο πάθος θέμα ήταν το Κοντσέρτο του Αράνχουεθ (Concierto de Aranjuez) του Joaquín Rodrigo.
Η αναπόληση αυτού του θρυλικού σίριαλ, με την αξέχαστη φωνή του Γιώργου Ζαχαριάδη (Στέφανος) και της Ματίνας Καρρά (Λήδας), ξυπνά έντονες μνήμες. Η καθημερινή, δεκάλεπτη εκπομπή —που έγραφε η Ελένη Μαβίλη από το 1966 έως το 1969— ξεκινούσε πάντα με τα γεμάτα πάθος λόγια μιας εισαγωγής, "ντυμένα" με το συγκινητικό Αντάτζιο του έργου.
Όταν ο Χοακίν Ροδρίγο έμαθε για τη διασκευή, η πρώτη του αντίδραση ήταν οργισμένη, καθώς το εγχείρημα είχε προχωρήσει χωρίς την επίσημη άδειά του, και απείλησε με δικαστικές μηνύσεις. Ωστόσο, όταν άκουσε το τελικό, συγκλονιστικό αποτέλεσμα —και κυρίως όταν άρχισε να εισπράττει τα τεράστια ποσά από τα πνευματικά δικαιώματα λόγω της παγκόσμιας επιτυχίας του δίσκου— αναθεώρησε πλήρως, αναγνωρίζοντας την καλλιτεχνική αξία της εκτέλεσης.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1975, ο σπουδαίος τζαζ κιθαρίστας Jim Hall αποφάσισε να επιστρέψει το έργο στο φυσικό του όργανο, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό, κουλ τζαζ τρόπο. Στο άλμπουμ του που έφερε τον απλό τίτλο Concierto, επιστράτευσε μια ομάδα "ιερών τεράτων" της τζαζ, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν ο Chet Baker και ο Paul Desmond. Η δική τους, 19λεπτη εκδοχή του κομματιού, χαρακτηρίζεται από μια απαράμιλλη εσωτερικότητα και θεωρείται δικαιωματικά ένας από τους πιο λυρικούς και κομψούς αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.
Όταν αργότερα απέκτησα και τα δύο άλμπουμ, ένιωσα ότι έκλεισα μια βαθιά προσωπική εκκρεμότητα με το αγαπημένο κομμάτι.
Ο τίτλος του έργου παραπέμπει ευθέως στους περίφημους βασιλικούς κήπους του παλατιού στο Αράνχουεθ, εκεί όπου ο Ροδρίγο και η σύζυγός του, η πιανίστρια Βικτόρια Κάμχι, είχαν περάσει τον μήνα του μέλιτος. Αν και για πολλά χρόνια ο συνθέτης άφηνε να εννοηθεί ότι η μουσική ανακαλούσε απλώς τις ευτυχισμένες αναμνήσεις και τους ήχους της φύσης από εκείνη την ανέμελη περίοδο, η σύζυγός του αποκάλυψε πολύ αργότερα τη συγκλονιστική αλήθεια που έκρυβε το σπαρακτικό Αντάτζιο.
Το δεύτερο αυτό μέρος του κοντσέρτου γράφτηκε ως μια κραυγή αγωνίας, μια προσευχή και ένας θρήνος μαζί, για την αποβολή του πρώτου τους παιδιού και τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε να χάσει τη ζωή της και η ίδια η Βικτόρια. Ο βαρύς αυτός πόνος, η απώλεια και ο φόβος του θανάτου είναι που αποτυπώνονται ανάγλυφα στον διάλογο της κιθάρας με το αγγλικό κόρνο, δίνοντας στο κομμάτι αυτή τη μοναδική, σπαρακτική ένταση.
Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής συμπλήρωνε ιδανικά αυτή την εσωτερική τραγωδία. Το έργο γεννήθηκε τη στιγμή που η Ισπανία προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της βγαίνοντας αιμορραγώντας από έναν καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ την ίδια ώρα η υπόλοιπη Ευρώπη βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, το Κοντσέρτο του Αράνχουεθ κουβαλούσε εξαρχής στις σημειώσεις του το βάρος μιας συλλογικής και προσωπικής απώλειας, πριν ταξιδέψει στον χρόνο για να συναντήσει τη τζαζ και, τελικά, τις δικές μας παιδικές αναμνήσεις.
Η αναπόληση αυτού του θρυλικού σίριαλ, με την αξέχαστη φωνή του Γιώργου Ζαχαριάδη (Στέφανος) και της Ματίνας Καρρά (Λήδας), ξυπνά έντονες μνήμες. Η καθημερινή, δεκάλεπτη εκπομπή —που έγραφε η Ελένη Μαβίλη από το 1966 έως το 1969— ξεκινούσε πάντα με τα γεμάτα πάθος λόγια μιας εισαγωγής, "ντυμένα" με το συγκινητικό Αντάτζιο του έργου.
Η Τζαζ Διάσταση: Όταν η παράδοση συνάντησε τον μοντερνισμό
Η μεταμόρφωση ενός κλασικού ισπανικού έργου για κιθάρα σε τζαζ μνημείο αποδεικνύει την οικουμενικότητα της μελωδίας του Ροδρίγο. Η αρχή έγινε το 1960, όταν ο θρυλικός τρομπετίστας Miles Davis και ο ευφυής ενορχηστρωτής Gil Evans ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ-σταθμό, το Sketches of Spain. Εκεί, το Αντάτζιο καταλαμβάνει πάνω από δεκαέξι λεπτά της πρώτης πλευράς του δίσκου. Ο Davis δεν χρησιμοποίησε την τρομπέτα του απλώς για να αναπαράγει τη μελωδία, αλλά για να "θρηνήσει", αντικαθιστώντας τον ήχο της κλασικής κιθάρας με έναν βαθιά πνευματικό, μοντάλ τζαζ αυτοσχεδιασμό.Όταν ο Χοακίν Ροδρίγο έμαθε για τη διασκευή, η πρώτη του αντίδραση ήταν οργισμένη, καθώς το εγχείρημα είχε προχωρήσει χωρίς την επίσημη άδειά του, και απείλησε με δικαστικές μηνύσεις. Ωστόσο, όταν άκουσε το τελικό, συγκλονιστικό αποτέλεσμα —και κυρίως όταν άρχισε να εισπράττει τα τεράστια ποσά από τα πνευματικά δικαιώματα λόγω της παγκόσμιας επιτυχίας του δίσκου— αναθεώρησε πλήρως, αναγνωρίζοντας την καλλιτεχνική αξία της εκτέλεσης.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1975, ο σπουδαίος τζαζ κιθαρίστας Jim Hall αποφάσισε να επιστρέψει το έργο στο φυσικό του όργανο, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό, κουλ τζαζ τρόπο. Στο άλμπουμ του που έφερε τον απλό τίτλο Concierto, επιστράτευσε μια ομάδα "ιερών τεράτων" της τζαζ, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν ο Chet Baker και ο Paul Desmond. Η δική τους, 19λεπτη εκδοχή του κομματιού, χαρακτηρίζεται από μια απαράμιλλη εσωτερικότητα και θεωρείται δικαιωματικά ένας από τους πιο λυρικούς και κομψούς αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.
Όταν αργότερα απέκτησα και τα δύο άλμπουμ, ένιωσα ότι έκλεισα μια βαθιά προσωπική εκκρεμότητα με το αγαπημένο κομμάτι.
Η Ιστορία του Κοντσέρτου: Η γέννηση μέσα από το σκοτάδι και την απώλεια
Πίσω από τη μελαγχολία που έντυνε ιδανικά τα ραδιοφωνικά μελοδράματα της εποχής, κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη και δραματική ιστορία. Το Concierto de Aranjuez ολοκληρώθηκε το 1939 στο Παρίσι από τον Ισπανό συνθέτη Χοακίν Ροδρίγο. Ο ίδιος, σχεδόν ολοκληρωτικά τυφλός από την ηλικία των τριών ετών εξαιτίας μιας βαριάς προσβολής από διφθερίτιδα, μεγάλωσε μέσα στο σκοτάδι, καταφέρνοντας ωστόσο να μεγαλουργήσει συνθέτοντας ολόκληρο το έργο του απευθείας σε σύστημα Μπράιγ.Ο τίτλος του έργου παραπέμπει ευθέως στους περίφημους βασιλικούς κήπους του παλατιού στο Αράνχουεθ, εκεί όπου ο Ροδρίγο και η σύζυγός του, η πιανίστρια Βικτόρια Κάμχι, είχαν περάσει τον μήνα του μέλιτος. Αν και για πολλά χρόνια ο συνθέτης άφηνε να εννοηθεί ότι η μουσική ανακαλούσε απλώς τις ευτυχισμένες αναμνήσεις και τους ήχους της φύσης από εκείνη την ανέμελη περίοδο, η σύζυγός του αποκάλυψε πολύ αργότερα τη συγκλονιστική αλήθεια που έκρυβε το σπαρακτικό Αντάτζιο.
Το δεύτερο αυτό μέρος του κοντσέρτου γράφτηκε ως μια κραυγή αγωνίας, μια προσευχή και ένας θρήνος μαζί, για την αποβολή του πρώτου τους παιδιού και τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε να χάσει τη ζωή της και η ίδια η Βικτόρια. Ο βαρύς αυτός πόνος, η απώλεια και ο φόβος του θανάτου είναι που αποτυπώνονται ανάγλυφα στον διάλογο της κιθάρας με το αγγλικό κόρνο, δίνοντας στο κομμάτι αυτή τη μοναδική, σπαρακτική ένταση.
Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής συμπλήρωνε ιδανικά αυτή την εσωτερική τραγωδία. Το έργο γεννήθηκε τη στιγμή που η Ισπανία προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της βγαίνοντας αιμορραγώντας από έναν καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ την ίδια ώρα η υπόλοιπη Ευρώπη βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι, το Κοντσέρτο του Αράνχουεθ κουβαλούσε εξαρχής στις σημειώσεις του το βάρος μιας συλλογικής και προσωπικής απώλειας, πριν ταξιδέψει στον χρόνο για να συναντήσει τη τζαζ και, τελικά, τις δικές μας παιδικές αναμνήσεις.




