- 17 June 2006
- 12,626
Το δικό του δράμα ζει ο Κώστας Δήμου, ο άτυχος πολίστας του Παναθηναϊκού, ο οποίος προδόθηκε από την τεχνολογία. Τώρα το μόνο που ζητάει από τον Θεό, είναι ένα πράγμα: να καταφέρει να ξανασταθεί στα πόδια του. Ο Κώστας διηγήθηκε σε περιοδικό ποικίλης ύλης την περιπέτεια που έζησε, όταν το αυτοκίνητό του έπεσε σε κανάλι ύδρευσης βάθους πέντε μέτρων.
Ακολουθούν αποσπάσματα από την συνέντευξη του στο «Down Town»
«'Ήθελα να πάω να πάρω έναν φίλο μου από το Μαλανδρίνο. Είναι ένας δρόμος που ξέρω καλά και για αυτό παρότι ο μπαμπάς μου λέει να μην ξεκινήσω μέσα στη νύχτα, εγώ φεύγω χωρίς καμία ανησυχία. Ο δρόμος όμως σε κάποιο σημείο είναι κλειστός και πρέπει να κάνω παράκαμψη. Τέλος πάντων, επειδή δεν ξέρω πως ακριβώς συνεχίζεται ο δρόμος, ρυθμίζω το GPS μην κάνω λάθος και χαθώ. Πραγματικά αρχίζει να με κατευθύνει και εγώ ηρεμώ λέω 'Εντάξει όλα καλά τώρα δεν χάνομαι'. Είναι σκοτάδι ακόμα γιατί δεν έχει ξημερώσει για να βγει ο ήλιος. Με το που βγαίνω λοιπόν από την Εθνική Οδό, συνειδητοποιώ ότι ο δρόμος είναι πολύ στενός και σκοτεινός. Κόβω ταχύτητα και πηγαίνω πολύ σιγά. Τι να σου πω με 35-40 χιλιόμετρα οδηγώ γιατί δεν βλέπω. Ο δρόμος είναι κανονικός, όχι με χώμα, αλλά εξαιρετικά σκοτεινός. Εκεί που οδηγώ ξαφνικά βρίσκομαι στο κενό. Έτσι σκοτάδι όπως είναι και επειδή δεν υπάρχει μπροστά κάποιο τοιχίο ή μια φωσφοριζέ ένδειξη για το που τελειώνει ο δρόμος, δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Μου είπαν μετά πως υπάρχει μπροστά κάτι άσπρο-μαύρο, το οποίο όμως εγώ δεν είδα ποτέ. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο παίρνει κλήση 90 μοίρες, αλλά η στροφή χωράει μόνο ένα αυτοκίνητο παραότι ήταν διπλής κυκλοφορίας. Αφού καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά και χάνω τον έλεγχο του αυτοκινήτου, σκέφτομαι 'Εντάξει θα έχω μπει σε κανά χωράφι, θα σπάσουν τα ψαλίδια και κάποια στιγμή θα σταματήσω'. Χάνω τις αισθήσεις μου...»
Το σοκ και η απόγνωση
«Συνέρχομαι, δεν ξέρω πόση αργότερα ανάποδα. Θυμάμαι δηλαδή τη σκέψη μου ότι μπήκα σε χωράφι και μετά τίποτα. Ξυπνάω με το κεφάλι κάτω και ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν μπορώ να καταλάβω πως έχει τουμπάρει το αμάξι, αφού δεν σκόνταψε πουθενά, δεν υπήρχε κάποιο πεζουλάκι κάτι... Μόλις συνέρχομαι με πιάνει άγχος, γιατί δεν μπορώ να νιώσω τα πόδια μου. Έχω τρομάξει πάρα πολύ. Αρχίζω να κορνάρω αλλά κάποια στιγμή σταματάει να δουλεύει η κόρνα. Δεν μου έχει περάσει τόση ώρα από το μυαλό πως έχω πέσει σε νερό. Κάποια στιγμή αρχίζω να φωνάζω. Δεν ακούω απάντηση. Καταφέρνω να ανοίξω την πόρτα και εκεί που νομίζω ότι θα ξαπλώσω στο χώμα, νιώθω νερό. Φαντάσου με τον όγκο που έχω να πέφτω σε νερό. Τρελαίνομαι από φόβο. Δεν είναι βαθιά αλλά έχει ένα ρεύμα που αρχίζει να με παρασύρει. Προσπαθώ να κρατηθώ από το αυτοκίνητο μέχρι να με βρουν. Δεν έχει ξημερώσει ακόμα και καταλαβαίνω ότι θα περάσει ώρα μέχρι να με βρουν. Έπειτα από λίγο όμως δεν αντέχω άλλο να κρατιέμαι και με παίρνει το ρεύμα. Δεν μπορώ να κολυμπήσω με τα πόδια, δεν τα αισθάνομαι καν, αλλά παλεύω να κρατηθώ με τα χέρια μου. Μέσα στο φράγμα υπάρχει μια πόρτα, την οποία κλείνουν για να ανέβει η στάθμη του νερού. Κρατιέμαι λοιπόν από την πόρτα και καταλαβαίνω πως από κάτω δεν έχει ρεύμα. Υπάρχουν και κορμοί μαζεμένοι δίπλα στην πόρτα, οπότε βρίσκω να κρατηθώ. Μένω πολύ ώρα γραπομένος και αρχίζω να παγώνω από το κρύο. Παγώνω λιποθυμάω και όσο βγαίνει η φωνή ζητάω βοήθεια. Ακούω κάποιον να φωνάζει 'Είναι κανείς εκεί;'».
Η σωτηρία
«Ένας αγρότης βλέπει το αυτοκίνητο τουμπαρισμένο στο φράγμα, παρατηρεί τα αίματα και ανησυχεί. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ώρα είναι. Δεν μπορώ να ακουστώ. Περιμένει λίγο και φεύγει. Πάλι καλά που γύρισε μετά αλλά προς στιγμή χάνω την ελπίδα μου. Κρυώνω πολύ. Πάρα πολύ. Έχω πάθει υποθερμία, αλλά έχω κολυμπήσει πλέον προς την όχθη και είμαι ο μισός έξω. Έχω γαντζωθεί από έναν κορμό στην όχθη, αλλά τα πόδια μου είναι μέσα στο νερό. Ο αγρότης αυτός καθώς επιστρέφει βλέπει πολλά αίματα, έχει ξημερώσει κιόλας. Αρχίζει και φωνάζει. Κάποια στιγμή με βλέπει και έρχεται κοντά. Σώθηκα! Με τυλίγουν με τις ειδικές κουβέρτες, αλλά εξακολουθώ να νιώθω παγωμένος. Μία ωρά ήρθε ο αδελφός μου να με δει και εγώ έχω ακόμα υποθερμία. Είμαι στους 30 βαθμούς. Δεν ανεβαίνει με τίποτε. Έπειτα από πετά ώρες συνέρχομαι, αλλά μόλις μου τραβάνε την κουβέρτα τρέμω. Τι να πω... Αυτά».
Η επόμενη μέρα
«Το πρώτο γνώριμο πρόσωπο που είδα μπροστά μου ήταν ένας φίλος του αδελφού μου, ο οποίος είναι προπονητής. Επέστρεφε στην Αθήνα, έτυχε εκείνη την ώρα να περνάει από Λιβαδειά, πήγε να δει τι τρέχει και χάρηκα πολύ που τον είδα. Συνεννοηθήκαμε να με μεταφέρουν στο ΚΑΤ. Με ρωτούσαν αν πονάω, αλλά εγώ δεν αισθανόμουν τα πόδια μου. Έλεγα 'Θεέ μου, θα μείνω έτσι σε όλη μου την ζωή'. Πιο πριν όταν ήμουν μέσα στο νερό δεν σκεφτόμουν τέτοια. Μόνο ευχόμουν να με βρει κάποιος. Φοβόμουν μήπως δεν προλάβαιναν. Έλεγα μέσα μου 'Δεν είναι δυνατόν να πεθάνω τώρα εδώ'. Δεν είναι θάνατος αυτός. Την γλίτωσα από την πτώση στο φράγμα, βγήκα από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο, κολύμπησα μόνο με τα χέρια μου, κρατήθηκα τόση ώρα και θα πεθάνω από το κρύο; Ε όχι! Δεν ήθελα να πεθάνω εκεί. Τώρα έχει γίνει η επέμβαση στην σπονδυλική μου στήλη, μου είπαν ότι έχει πετύχει αλλά τώρα θα χρειαστεί πολλή προσπάθεια για να επανέλθω. Δεν ξέρω πως ακριβώς χτύπησα στη σπονδυλική στήλη, αλλά φαντάσου ενάμισι τόνο να πέφτει στο κενό και να αναποδογυρίζει».
Στο τέλος ο άτυχος πολίστας κλείνει λέγοντας: «Δεν έχω ούτε υπομονή, ούτε ψυχραιμία. Χθες ένιωσα πόνους στα πόδια μου και τρελάθηκα από την χαρά μου. Πονούσα πραγματικά. Ευτυχώς...».
Μάκης Σταθάτος http://www.gazzetta.gr/content/view/24988/40/
Ακολουθούν αποσπάσματα από την συνέντευξη του στο «Down Town»
«'Ήθελα να πάω να πάρω έναν φίλο μου από το Μαλανδρίνο. Είναι ένας δρόμος που ξέρω καλά και για αυτό παρότι ο μπαμπάς μου λέει να μην ξεκινήσω μέσα στη νύχτα, εγώ φεύγω χωρίς καμία ανησυχία. Ο δρόμος όμως σε κάποιο σημείο είναι κλειστός και πρέπει να κάνω παράκαμψη. Τέλος πάντων, επειδή δεν ξέρω πως ακριβώς συνεχίζεται ο δρόμος, ρυθμίζω το GPS μην κάνω λάθος και χαθώ. Πραγματικά αρχίζει να με κατευθύνει και εγώ ηρεμώ λέω 'Εντάξει όλα καλά τώρα δεν χάνομαι'. Είναι σκοτάδι ακόμα γιατί δεν έχει ξημερώσει για να βγει ο ήλιος. Με το που βγαίνω λοιπόν από την Εθνική Οδό, συνειδητοποιώ ότι ο δρόμος είναι πολύ στενός και σκοτεινός. Κόβω ταχύτητα και πηγαίνω πολύ σιγά. Τι να σου πω με 35-40 χιλιόμετρα οδηγώ γιατί δεν βλέπω. Ο δρόμος είναι κανονικός, όχι με χώμα, αλλά εξαιρετικά σκοτεινός. Εκεί που οδηγώ ξαφνικά βρίσκομαι στο κενό. Έτσι σκοτάδι όπως είναι και επειδή δεν υπάρχει μπροστά κάποιο τοιχίο ή μια φωσφοριζέ ένδειξη για το που τελειώνει ο δρόμος, δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Μου είπαν μετά πως υπάρχει μπροστά κάτι άσπρο-μαύρο, το οποίο όμως εγώ δεν είδα ποτέ. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο παίρνει κλήση 90 μοίρες, αλλά η στροφή χωράει μόνο ένα αυτοκίνητο παραότι ήταν διπλής κυκλοφορίας. Αφού καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά και χάνω τον έλεγχο του αυτοκινήτου, σκέφτομαι 'Εντάξει θα έχω μπει σε κανά χωράφι, θα σπάσουν τα ψαλίδια και κάποια στιγμή θα σταματήσω'. Χάνω τις αισθήσεις μου...»
Το σοκ και η απόγνωση
«Συνέρχομαι, δεν ξέρω πόση αργότερα ανάποδα. Θυμάμαι δηλαδή τη σκέψη μου ότι μπήκα σε χωράφι και μετά τίποτα. Ξυπνάω με το κεφάλι κάτω και ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν μπορώ να καταλάβω πως έχει τουμπάρει το αμάξι, αφού δεν σκόνταψε πουθενά, δεν υπήρχε κάποιο πεζουλάκι κάτι... Μόλις συνέρχομαι με πιάνει άγχος, γιατί δεν μπορώ να νιώσω τα πόδια μου. Έχω τρομάξει πάρα πολύ. Αρχίζω να κορνάρω αλλά κάποια στιγμή σταματάει να δουλεύει η κόρνα. Δεν μου έχει περάσει τόση ώρα από το μυαλό πως έχω πέσει σε νερό. Κάποια στιγμή αρχίζω να φωνάζω. Δεν ακούω απάντηση. Καταφέρνω να ανοίξω την πόρτα και εκεί που νομίζω ότι θα ξαπλώσω στο χώμα, νιώθω νερό. Φαντάσου με τον όγκο που έχω να πέφτω σε νερό. Τρελαίνομαι από φόβο. Δεν είναι βαθιά αλλά έχει ένα ρεύμα που αρχίζει να με παρασύρει. Προσπαθώ να κρατηθώ από το αυτοκίνητο μέχρι να με βρουν. Δεν έχει ξημερώσει ακόμα και καταλαβαίνω ότι θα περάσει ώρα μέχρι να με βρουν. Έπειτα από λίγο όμως δεν αντέχω άλλο να κρατιέμαι και με παίρνει το ρεύμα. Δεν μπορώ να κολυμπήσω με τα πόδια, δεν τα αισθάνομαι καν, αλλά παλεύω να κρατηθώ με τα χέρια μου. Μέσα στο φράγμα υπάρχει μια πόρτα, την οποία κλείνουν για να ανέβει η στάθμη του νερού. Κρατιέμαι λοιπόν από την πόρτα και καταλαβαίνω πως από κάτω δεν έχει ρεύμα. Υπάρχουν και κορμοί μαζεμένοι δίπλα στην πόρτα, οπότε βρίσκω να κρατηθώ. Μένω πολύ ώρα γραπομένος και αρχίζω να παγώνω από το κρύο. Παγώνω λιποθυμάω και όσο βγαίνει η φωνή ζητάω βοήθεια. Ακούω κάποιον να φωνάζει 'Είναι κανείς εκεί;'».
Η σωτηρία
«Ένας αγρότης βλέπει το αυτοκίνητο τουμπαρισμένο στο φράγμα, παρατηρεί τα αίματα και ανησυχεί. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ώρα είναι. Δεν μπορώ να ακουστώ. Περιμένει λίγο και φεύγει. Πάλι καλά που γύρισε μετά αλλά προς στιγμή χάνω την ελπίδα μου. Κρυώνω πολύ. Πάρα πολύ. Έχω πάθει υποθερμία, αλλά έχω κολυμπήσει πλέον προς την όχθη και είμαι ο μισός έξω. Έχω γαντζωθεί από έναν κορμό στην όχθη, αλλά τα πόδια μου είναι μέσα στο νερό. Ο αγρότης αυτός καθώς επιστρέφει βλέπει πολλά αίματα, έχει ξημερώσει κιόλας. Αρχίζει και φωνάζει. Κάποια στιγμή με βλέπει και έρχεται κοντά. Σώθηκα! Με τυλίγουν με τις ειδικές κουβέρτες, αλλά εξακολουθώ να νιώθω παγωμένος. Μία ωρά ήρθε ο αδελφός μου να με δει και εγώ έχω ακόμα υποθερμία. Είμαι στους 30 βαθμούς. Δεν ανεβαίνει με τίποτε. Έπειτα από πετά ώρες συνέρχομαι, αλλά μόλις μου τραβάνε την κουβέρτα τρέμω. Τι να πω... Αυτά».
Η επόμενη μέρα
«Το πρώτο γνώριμο πρόσωπο που είδα μπροστά μου ήταν ένας φίλος του αδελφού μου, ο οποίος είναι προπονητής. Επέστρεφε στην Αθήνα, έτυχε εκείνη την ώρα να περνάει από Λιβαδειά, πήγε να δει τι τρέχει και χάρηκα πολύ που τον είδα. Συνεννοηθήκαμε να με μεταφέρουν στο ΚΑΤ. Με ρωτούσαν αν πονάω, αλλά εγώ δεν αισθανόμουν τα πόδια μου. Έλεγα 'Θεέ μου, θα μείνω έτσι σε όλη μου την ζωή'. Πιο πριν όταν ήμουν μέσα στο νερό δεν σκεφτόμουν τέτοια. Μόνο ευχόμουν να με βρει κάποιος. Φοβόμουν μήπως δεν προλάβαιναν. Έλεγα μέσα μου 'Δεν είναι δυνατόν να πεθάνω τώρα εδώ'. Δεν είναι θάνατος αυτός. Την γλίτωσα από την πτώση στο φράγμα, βγήκα από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο, κολύμπησα μόνο με τα χέρια μου, κρατήθηκα τόση ώρα και θα πεθάνω από το κρύο; Ε όχι! Δεν ήθελα να πεθάνω εκεί. Τώρα έχει γίνει η επέμβαση στην σπονδυλική μου στήλη, μου είπαν ότι έχει πετύχει αλλά τώρα θα χρειαστεί πολλή προσπάθεια για να επανέλθω. Δεν ξέρω πως ακριβώς χτύπησα στη σπονδυλική στήλη, αλλά φαντάσου ενάμισι τόνο να πέφτει στο κενό και να αναποδογυρίζει».
Στο τέλος ο άτυχος πολίστας κλείνει λέγοντας: «Δεν έχω ούτε υπομονή, ούτε ψυχραιμία. Χθες ένιωσα πόνους στα πόδια μου και τρελάθηκα από την χαρά μου. Πονούσα πραγματικά. Ευτυχώς...».
Μάκης Σταθάτος http://www.gazzetta.gr/content/view/24988/40/