Στην Αμπχαζία
Η μεγαλύτερη όμως εμπλοκή των Ελλήνων στις ένοπλες συγκρούσεις του Καυκάσου, υπήρξε στην Αμπχαζία.
Στην Αμπχαζία κατοικούσαν 15.000 Έλληνες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είχαν επιστρέψει από την Κεντρική Ασία, όπου είχαν εκτοπιστεί το 1949.
Η Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας.
Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος-κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους.
Η σύγκρουση των Γεωργιανών με τους Αμπχάζιους χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα.
Η νέα σύγκρουση ξεκίνησε με αφορμή την προσπάθεια των Γεωργιανών να ιδρύσουν στο Σοχούμι, όπου υπήρχε ήδη το πανεπιστήμιο της Αμπχαζίας, γεωργιανό πανεπιστήμιο.
Η αντίθεση των Αμπχαζίων και η επιμονή των Γεωργιανών οδήγησε στις πρώτες συγκρούσεις με θύματα και από τις δύο πλευρές.
H όξυνση των γεγονότων στην Αμπχαζία οδήγησε 1.400 Έλληνες της περιοχής να προβούν τον Μάιο του 1992 σε έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση, στην οποία δήλωναν ότι: “Ο ελληνικός πληθυσμός σ’ αυτή την περιοχή δεν μπορεί να πάρει μέρος στην σύγκρουση, ούτε να λάβη θέση υπέρ καμιάς πλευράς”.
Ανέφεραν ότι συνέχεια οι ντόπιοι τους έδιναν να καταλάβουν ότι η πατρίδα τους είναι η Ελλάδα.
Ζητούσαν να τεθούν υπό την προστασία της ελληνικής κυβέρνησης και να χαρακτηριστούν “πρόσφυγες”.
Η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε στην αρχή του καλοκαιριού του 1992, όταν στάλθηκε γεωργιανός στρατός στο Σοχούμι.
Οι Έλληνες της περιοχής βρέθηκαν στο μέσο των μαχών.
Διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, παρότι συναισθηματικά υποστήριζαν τους Αμπχάζιους.
Οι Αμπχάζιοι, παρότι ήταν μόνο το 17% του συνολικού πληθυσμού της Αμπχαζίας, κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τις περισσότερες εθνικές ομάδες της περιοχής, συγκροτώντας έτσι ένα ευρύ αντιγεωργιανό μέτωπο.
Υποστηρίχθηκαν επίσης από την Ομοσπονδία των Ορεινών Λαών του Καυκάσου, που είχε ως στόχο την επαναφορά του status quo που υπήρχε πριν την κατάληψη της περιοχής από τους Ρώσους το 19ο αιώνα.
Αρχικά και οι δύο πλευρές, ειδικά οι Γεωργιανοί, σεβάστηκαν την ουδετερότητα των Ελλήνων.
Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις στρατολόγησης νέων Ελλήνων στις περιοχές που ήλεγχε ο καθένας από τους συγκρουόμενους.
Η ουδετερότητα που έδειξαν οι Γεωργιανοί απέναντι στους Έλληνες αποδείχθηκε στην περιοχή της Γάγγρας, όπου κατά τη διάρκεια των σκληρών μαχών που έγιναν για την κατάληψή της, τα γεωργιανά στρατεύματα δε βιαιοπράγησαν κατά των Ελλήνων, ενώ φέρθηκαν πολύ άσχημα στους Αμπχάζιους και Αρμένιους της περιοχής.
Οι Έλληνες της Γάγγρας εκτιμούν ότι πρέπει να υπήρχε διαταγή για καλή συμπεριφορά προς τους Έλληνες.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους στρατιώτες να λεηλατήσουν ελληνικά σπίτια και να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία Ελλήνων.
Με την έναρξη των συγκρούσεων οι ρωσικές εφημερίδες δημοσίευσαν την είδηση ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μεριμνήσει για την μεταφορά των εγκλωβισμένων Ελλήνων και ειδικά των παιδιών.
Ως αποτέλεσμα της είδησης αυτής, οι Έλληνες της πόλης κατέβαιναν κάθε μέρα στο λιμάνι περιμένοντας το πλοίο, το οποίο έφτασε μετά από 14 μήνες.
Οι Έλληνες της Αμπχαζίας κατέφυγαν σε μεγάλο βαθμό ως πρόσφυγες στην κεντρική Γεωργία, στη νότια Ρωσία και στο Καζακστάν.
Η μεγάλη αποχώρηση του πληθυσμού της πόλης του Σοχούμι έγινε με την επίβλεψη του ρωσικού στρατού, ο οποίος με βάση τη συμφωνία διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, είχε την αποκλειστική ευθύνη της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων όλων των νέων κρατών.
Έλεγχο έκαναν επίσης και οι στρατιώτες του εθνικού στρατού της Γεωργίας.
Καθημερινά συγκεντρώνονταν 5-10.000 άτομα στο λιμάνι και αναχωρούσαν με κάθε είδους πλοιάριο για το Σότσι και το Νοβοροσίσκ της νότιας Ρωσίας, για το Πότι της Γεωργίας και για το Βατούμι της Ατζαρίας (Αυτόνομη Δημοκρατία ενταγμένη στη Γεωργία).
Πρακτικά, ήταν αδύνατο με τις συνθήκες αυτές να αναχωρήσουν τα παιδιά και οι γέροντες.
Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων Γεωργίας κατήγγειλε ότι τους κρίσιμους επτά μήνες καμιά επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία δεν επισκέφτηκε τη Γεωργία, με αποτέλεσμα “… να αναγκαστούμε να ζητήσουμε βοήθεια από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό”.
Σύντομα στο Σοχούμι εμφανίστηκαν παρακρατικές ομάδες, οι οποίες λεηλατούσαν και έκλεβαν τον άμαχο πληθυσμό.
Παρουσιάστηκαν περιπτώσεις απαγωγής Ελλήνων με σκοπό τα λύτρα, καθώς και επιθέσεις των οργανωμένων παραστρατιωτικών ομάδων στα ελληνικά χωριά.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι αυτό του χωριού Γεώργιεφκα, όπου, αφού η ομάδα των ληστών επισκέφτηκε την ελληνική εκκλησία και προσευχήθηκε, άρχισε τις ληστείες και τις βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων.
Επίσης πολλά κρούσματα ληστειών και βιασμών σημειώθηκαν μέσα στην ίδια την πόλη του Σοχούμι.
Οι Έλληνες αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο αυτών των επιθέσεων, γιατί υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν εύπορη ομάδα, η οποία ενισχυόταν οικονομικά από συγγενείς που ζούσαν στην Ελλάδα.
Οι ληστές συνήθως βασάνιζαν τα θύματά τους, για να τους παραδώσουν τα χρήματα και τα διάφορα τιμαλφή.
Οι περιουσίες των Ελλήνων βρέθηκαν στο έλεος των φανατικών παραστρατιωτικών ομάδων.
Σε μια περίπτωση στάλθηκε επιστολή διαμαρτυρίας προς στον Ε. Σεβαρνάτζε, στην οποία καταγγέλθηκε ότι: “Η επίθεση και η κατάκτηση και η ληστεία των περιουσιών των Ελλήνων πολιτών στην πόλη Σοχούμι γίνεται όλο και πιο συχνά.
Το θέμα έφτασε μέχρι την κατευθείαν απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας”. Περιγράφηκε ο τρόπος κατάληψης: “… η σιδερένια πόρτα της εισόδου παραβιάστηκε με οξυγονοκόλληση υπό την προστασία της εθνοφρουράς.
Μετά, σ’ αυτό το διαμέρισμα εγκαταστάθηκε οικογένεια Γεωργιανών, την οποία και μέχρι τώρα προστατεύουν οι στρατιώτες του γεωργιανού κράτους”.
H συγκεκριμένη πράξη παραλληλίστηκε με τις απαλλοτριώσεις 20.000 ελληνικών σπιτιών, που έγιναν στην Αμπχαζία το 1949, όταν εκτοπίστηκαν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία.
Η διαφορά των δύο ληστειών, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι ότι η πρώτη γινόταν “… κάτω από τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού”, ενώ η δεύτερη κάτω από τη σημαία του εθνικισμού.
Σημαντική καταστροφή προκάλεσαν οι ομάδες αυτές με την πυρπόληση του Ιστορικού Αρχείου του Σοχούμι.
Το Αρχείο καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα την απώλεια του μόνου, σχετικά πλήρους, σώματος της εφημερίδας Κόκκινος Καπνας που υπήρχε στον Καύκασο, καθώς και πολύτιμων ελληνικών βιβλίων του μεσοπολέμου.
Μαζί τους καταστράφηκαν και όλες οι πηγές για την ιστορία της περιοχής.
Σε απόφαση έκτακτης σύσκεψης προέδρων έξι συλλόγων προσφύγων απ’ όλη την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 1η Νοεμβρίου 1992, καταγγέλθηκε ότι: “Στην Αμπχαζία και άλλα μέρη της Γεωργίας υπάρχουν θύματα, κλοπές, λεηλασίες, καταλήψεις οικιών… Υπάρχει πείνα.
Δυσχέρειες στην επικοινωνία. Δεν υπάρχουν καύσιμα. Έρχεται ο χειμώνας. Τι θα γίνει;” Η σύσκεψη ζητούσε από το ελληνικό κράτος ” … να τεθούν υπό καθεστώς προσφύγων όσοι Έλληνες κατορθώσουν να έρθουν από την Αμπχαζία.
Άμεση συμπαράσταση με εξασφάλιση στέγης και επιδομάτων. Αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας και ιατροφαρμακευτική στους εγκλωβισμένους Έλληνες της Αμπχαζίας (εάν είναι δυνατόν να σταλεί οργανωμένη ανθρωπιστική βοήθεια σε όλη τη Γεωργία)”.
Παρόμοια έκκληση έφτασε στην Ελλάδα από το Βατούμι.
Ο ελληνικός σύλλογος της πόλης διεκτραγωδούσε την κατάσταση των 1.000 Ελλήνων προσφύγων από το Σοχούμι που είχαν καταφύγει εκεί, έχοντας χάσει τα πάντα στον πόλεμο και περιμένοντας την ελληνική βοήθεια.
Χαρακτήριζε την πολιτική που υπέστησαν στο Σοχούμι “γενοκτονία” και καλούσε όλους τους Έλληνες, απ’ όλο τον κόσμο, να συνδράμουν την προσπάθεια περίθαλψης των προσφύγων.
Μεταξύ άλλων στην έκκληση γράφεται: “Σήμερα στη Γεωργία μαίνεται φοβερός πόλεμος, χύνεται το αίμα των Ελλήνων ομοεθνών μας, χάνονται γέροι, γυναίκες και παιδιά.
1.000 Έλληνες -πρόσφυγες από την Αμπχαζία- εγκαταλείπουν το βιός πολλών γενεών, τα νοικοκυριά και τα σπίτια τους χωρίς μέσα διαβίωσης για να σώσουν τη ζωή τους.
Κατευθύνθηκαν στο Βατούμι για να μεταβούν αργότερα στην Ελλάδα μέσω της γειτονικής Τουρκίας.
Είναι δύσκολο να περιγραφούν τα πάθη των. Σε μια στιγμή έχασαν τα πάντα, πολλούς συγγενείς και μόλις πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους και να σώσουν τη ζωή τους.
Αλλά το πιο δύσκολο ακόμα είναι να βλέπεις να κλαίνε οι μητέρες, παππούδες, γιαγιάδες. Η γενοκτονία των Ποντίων Ελλήνων συνεχίζεται, τους σκοτώνουν, τους κλέβουν, τους βιάζουν….”
Σε έκκληση, που έστειλε στην Ελλάδα η Πανσοβιετική Ομοσπονδία Ελληνικών Οργανώσεων “Ο Πόντος”, με την υπογραφή του Γαβριήλ Ποπόφ, αναφερόταν ότι στην Αμπχαζία υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον ελληνικό πληθυσμό.
Ότι δεν υπήρχαν πλέον πόροι επιβίωσης και ότι διακόσιες ελληνικές οικογένειες βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση.
Η Ομοσπονδία ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση “… να σταλεί καράβι από την Ελλάδα για να πάρει 600-700 άτομα”.
Κορυφαία διαμαρτυρία των Ποντίων της Ελλάδας υπήρξε η συγκέντρωση και η πορεία 5.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας, τον Απρίλιο του 1993 με βασικό σύνθημα “Απομάκρυνση των Ελλήνων από την Αμπχαζία. Τώρα!”.
Παράλληλα εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε άμεση δράση. Η πολιτική ηγεσία, με πρωτοβουλία της τότε υφυπουργού Εξωτερικών Βιργινίας Τσουδερού, αποφάσισε τελικά την απομάκρυνση των Ελλήνων, που είχαν εγκλωβιστεί στην περιοχή του Σοχούμι. Κατ’ αρχάς, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στο Σότσι της νότιας Ρωσίας.
Στη συνέχεια οργανώθηκε η βασική επιχείρηση απομάκρυνσης των εγκλωβισμένων Ελλήνων από το Σοχούμι, το οποίο βρισκόταν υπό γεωργιανή κυριαρχία και ήταν περικυκλωμένο από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων.
Για την επιχείρηση απομάκρυνσης των προσφύγων χρησιμοποιήθηκε το πλοίο Viscountess της εταιρείας Marlines.
Το πρωί της 15ης Αυγούστου το πλοίο έφτασε στο λιμάνι του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες περίμεναν ήδη στην προβλήτα και επιβιβάστηκαν 1.013 άτομα.
Πίσω, στην περιφέρεια του Σοχούμι, έμεινε πλήθος Ελλήνων. Πολλοί δεν αναχώρησαν γιατί δεν άντεχαν την κοινωνική υποβάθμιση που συνεπαγόταν η προσφυγοποίηση.
Άλλοι γιατί περίμεναν ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νοικοκυριό τους στο έλεος των συμμοριών. Μερικοί γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους γέροντες γονείς τους.
Ήταν η τέταρτη κατά σειρά προσφυγιά που βίωνε ο πληθυσμός αυτός μέσα σε εβδομήντα χρόνια.
Υπολογίζεται ότι οι Έλληνες νεκροί σε όλη την Αμπχαζία ξεπερνούσαν τους 200.
Σε μια πρόχειρη συγκέντρωση στοιχείων, που έγινε από το συγγραφέα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επιστροφής του πλοίου από την Αμπχαζία, καταγράφηκαν 52 νεκροί από το Σοχούμι.
Απ’ αυτούς οι 30 δολοφονήθηκαν από τις παρακρατικές ομάδες και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν από τους βομβαρδισμούς.
Υπήρχαν επίσης και σκοτωμένοι στις μάχες.
Πρόχειρα καταμετρήθηκαν τρεις από την αμπχαζιανή πλευρά και πέντε από τη γεωργιανή.
Όσοι Έλληνες σκοτώθηκαν πολεμώντας στις τάξεις του αμπχαζιανού στρατού κατάγονταν από την Αμπχαζία, ενώ οι σκοτωμένοι στις τάξεις του γεωργιανού στρατού προέρχονταν από την κεντρική Γεωργία.
Από έρευνα που έγινε πάνω στο πλοίο, κατά τη διάρκεια της επιστροφής, εξήχθησαν ενδιαφέροντα συμπεράσματα: Το 83% είχε εξοριστεί στην Κεντρική Ασία από τους σταλινικούς και επανεγκαταστάθηκε στην Αμπχαζία μετά την αποσταλινοποίηση, ξεκινώντας πάλι από το μηδέν. Το 46% των οικογενειών έπεσε θύμα ληστείας, ενώ οι κατοικίες του 45% υπέστησαν ολικές ή μερικές καταστροφές.
Η πλειοψηφία των αρχηγών των προσφυγικών αυτών οικογενειών είχε γεννηθεί στο Σοχούμι και στα γύρω χωριά. Ένα 13% είχε γεννηθεί στο Καζακστάν, όπου είχαν εξοριστεί. Από το δείγμα που μελετήθηκε, το 60% των οικογενειών είχαν εκτοπιστεί το 1949 στην Κεντρική Ασία. Ένα 23% δεν απάντησε, μάλλον φοβούμενο. Το υπόλοιπο αποτελούταν κυρίως από νέα άτομα, τα οποία είχαν γεννηθεί στο Σοχούμι.
Οι εξορισμένοι είχαν μεταφερθεί σε ποσοστό 70% στο Καζακστάν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αμπχαζίας, υπέστησαν ζημιές τα σπίτια του 48% του συνόλου. Απ’ αυτά καταστράφηκε πλήρως το 53%, ενώ το 47% υπέστη μερικές ζημιές (δηλαδή έσπασαν όλα τα τζάμια ή καταστράφηκε μόνο το ένα δωμάτιο κ.λπ.).
Στις οικογένειες που μελετήθηκαν έγιναν 290 πράξεις βίας. Οι πράξεις βίας κατανέμονται ως εξής: 46% κλοπή οικοσκευής, 39% κλοπή χρημάτων και κοσμημάτων και 15% κλοπή αυτοκινήτου. Μεταξύ των προσφύγων που ταξίδεψαν με το πλοίο υπήρχαν πάρα πολλά μεμονωμένα άτομα ή ζευγάρια.
Αυτό οφείλεται στο ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είχαν φύγει από την Αμπχαζία. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι γονείς αγνοούσαν αν τα παιδιά τους είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, τη Ρωσία και σε πιο ακριβώς μέρος.
Πολυπληθέστερες ήταν οι τριμελείς οικογένειες, οι οποίες κατελάμβαναν την τρίτη θέση, ως προς τον απόλυτο αριθμό οικογενειών.
ετά την αναχώρηση του πλοίου παρουσιάστηκαν κρούσματα επιθέσεων από Γεωργιανούς παρακρατικούς. Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης συνεχίστηκαν. Έτσι λίγο αργότερα μετέβη στο Σοχούμι αεροπλάνο, το οποίο παρέλαβε και άλλους πρόσφυγες, ενώ αναχωρήσεις προσφύγων οργανώθηκαν από το Σότσι με λεωφορεία και από την Τιφλίδα αεροπορικώς.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1993, το Σοχούμι καταλήφθηκε, μέσα σε λουτρό αίματος. Ο πρόεδρος της Γεωργίας Έντβαρντ Σεβαρνάτζε, μόλις γλύτωσε τη σύλληψη από τους Αμπχάζιους αυτονομιστές. Χιλιάδες Γεωργιανοί από το Σοχούμι κατάφεραν να εγκαταλείψουν την πόλη, με την κάλυψη του ρώσικου στρατού, για να προστεθούν στο συνολικό όγκο των Γεωργιανών προσφύγων απ’ όλη την Αμπχαζία που ανέρχονταν σε 200.000 άτομα.
Τις πρώτες μέρες μετά την κατάληψη, όταν στην πόλη κυριαρχούσαν οι άτακτες ομάδες του αμπχαζιανού μετώπου, αρκετοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους.
Ο Γιώργος Ξεμύτοφ, ο οποίος έμεινε στο Σοχούμι καθόλη τη διάρκεια του πολέμου περιγράφει ως εξής την κατάσταση: “Ήταν οι μέρες του Σεπτεμβρίου, οπότε καταστράφηκε το Σοχούμι και γέμισε η πόλη μας νεκρούς.
Τα πτώματα ήταν στοιβαγμένα στους δρόμους για μέρες. Ξεχασμένα από θεούς και ανθρώπους. Και μόνο τα σκυλιά νοιάστηκαν, που μετά τις μάχες αναθάρρησαν και βγήκαν από τις κρυψώνες τους να φάνε.” Οι εκτιμήσεις των Ελλήνων της περιοχής ανεβάζουν τον αριθμό σε 50.
Η Αμπχαζία ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος, προστιθέμενη με τον τρόπο αυτό στην κατηγορία που ήταν ήδη ενταγμένο το Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Δηλαδή κράτος που προέκυψε με πόλεμο, αμφισβητώντας τα εσωτερικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης.
Στη νέα κυβέρνηση των Αμπχαζίων δόθηκαν δύο υπουργεία στους Έλληνες.
Οι ποντιακές οργανώσεις στην Ελλάδα, με παρέμβασή τους στην κυβέρνηση στις 11 Οκτωβρίου ζήτησαν, την άμεση αποστολή διπλωματικής αντιπροσωπείας, τόσο στη Γεωργία όσο και στην Αμπχαζία, για να ζητήσει την προστασία των χιλιάδων Ποντίων προσφύγων που ζούσαν εκεί.
Το πιο σοβαρό επεισόδιο από τη δράση των ανεξέλεγκτων αμπχαζιανών ομάδων συνέβη στις 4 Νοεμβρίου 1993, όταν επιτέθηκαν στο ελληνικό χωριό Όντισι (πρώην Άκαπα και μετά Κωνσταντίνοφκα) και δολοφόνησαν δεκαοκτώ Έλληνες. Μαζί τους δολοφόνησαν δύο Αρμένιους και έναν Αμπχάζιο.
Οι πρώτες δολοφονίες έγιναν στα χωράφια και συνεχίστηκαν στο χωριό. Στη συνέχεια οι δολοφόνοι συγκέντρωσαν τα πτώματα σε ένα σπίτι και τα έκαψαν.
Oι πληροφορίες που έφτασαν στην Ελλάδα ανέφεραν, κατ’ αρχάς, ότι το έγκλημα διαπράχτηκε από ομάδα Τσερκέζων, η οποία πολέμησε στο πλευρό του αμπχαζιανού μετώπου, όπως και άλλες ομάδες από τα μουσουλμανικά έθνη του Βόρειου Καυκάσου.
Τελικά όμως αποδείχτηκε ότι οι εκτελεστές ήταν μια πολυεθνική ομάδα κακοπ¬οιών, μισθοφόρων στον αμπχαζιανό στρατό.
Η ομάδα αποτελούταν από ένα Ρώσο, έναν Τσετσένο (μουσουλμάνος του Βόρειου Καυκάσου), έναν Καρατσάι (μουσουλ¬μάνος και τουρκόφωνος του Βόρειου Καυκάσου), έναν Έλληνα και ένα Γερμανό του Βόλγα. Η σφαγή ήταν προμελετημένη και αφορούσε στην αίσθηση περί λαφύρων που είχαν οι φιλοαμπχαζιανές άτακτες ομάδες.
Οι δολοφόνοι εκτέλεσαν το φρικιαστικό έργο για να εκκαθαρίσουν την περιοχή από τους Έλληνες και να εγκατασταθούν οι ίδιοι.
Όντως, οι δολοφόνοι εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στο χωριό, για να συλληφθούν αρκετές μέρες αργότερα από τον στρατό των Αμπχαζίων.
Οι μαζικές δολοφονίες συνεχίστηκαν στο χωριό Τσεμπελτά, όπου βρήκαν το θάνατο άλλοι πέντε Έλληνες. Οι δολοφόνοι αυτή τη φορά ήταν Σβάνοι ληστές.
Οι πράξεις αυτές και η αδράνεια που παρατηρήθηκε από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων, οι οποίες κατήγγειλαν την έλλειψη ενδιαφέροντος και απαίτησαν την άμεση κρατική παρέμβαση στους διεθνείς οργανισμούς, για προστασία των 2.000 Ελλήνων που είχαν παραμείνει στην Αμπχαζία, την αποστολή στρατιωτικών παρατηρητών με την κάλυψη του ΟΗΕ και τη διοργάνωση νέας επιχείρησης απομάκρυνσης των Ελλήνων από την επικίνδυνη περιοχή.
Στη συνέχεια το υπουργείο Εξωτερικών προέβη σε διαμαρτυρία, μέσω της συνάντησης του προξένου στη Μόσχα με αντιπροσωπεία των Αμπχαζίων, ο Τύπος κάλυψε ουσιαστικά το θέμα και κατατέθηκε επερώτηση στο Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Toν Ιανουάριο του 1994, επισκέφτηκε την περιοχή της Αμπχαζίας ο γενικός γραμματέας της οργάνωσης Διεθνής Ομοσπονδία για την Προάσπιση των Εθνικών, Θρησκευτικών, Γλωσσικών και άλλων Μειονοτήτων, ο οποίος έτυχε να είναι Έλληνας.
Σε έγγραφό του προς την ελληνική κυβέρνηση, περιέγραψε την απελπιστική κατάσταση των Ελλήνων που συνάντησε και ζήτησε, ματαίως, τη συνδρομή της Ελλάδας.
Η επιστολή του γ.γ. Μενέλαου Γ. Τζέλιου τέλειωνε με τα εξής λόγια: “Κύριε Υπουργέ, τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδος στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στην βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας”.