Για το 3ο μέρος της τριλογίας δίσκων jazz με αφορμή της παγκόσμια ημέρα jazz, ύστερα από το Fly or Die της Jaimie Branch και το Universal Beings του Makaya McCraven oφείλω να πω ότι δυσκολεύτηκα να διαλέξω.
Η προφανής για μένα επιλογή θα ήταν το The Epic του Kamasi Washington, που είναι ένας άρτιος δίσκος επικών διαστάσεων και παίζει συχνά στο πικάπ μου.
Ως πρώην σαξοφωνίστας, και μάλιστα τενόρου, μπορώ να πω με βεβαιώτητα ότι ο έλεγχος του Kamasi πάνω στο όργανο είναι ασύλληπτος και δύσκολα βρίσκεις αντίστοιχο, ακόμη κι αν τον βάλεις δίπλα σε ιερά τέρατα τύπου John Coltrane ή Sonny Rollins. Πλαισιώνεται επίσης από κορυφαίους μουσικούς. Η μουσική του δίσκου είναι εξαιρετική, εμπνευσμένη, δουλεμένη άρτια, με μια παραγωγή σχεδόν “φαραωνική”. Όμως κάτι δεν μου κόλλαγε για να τον εντάξω στην τριλογία. Και αυτό είναι ότι, παρά τον θαυμασμό που τρέφω, δεν με άγγιξε σε επίπεδο ψυχής όπως τα άλλα δύο.
Για αυτό και τελικά αποφάσισα ως 3ο κομμάτι της τριλογίας να πάω στο Wisdom of Elders των Shabaka and the Ancestors (ναι, πρόταση του Spotify και αυτό), που κυκλοφόρησε το 2016 από την Brownswood Recordings.
Ο κύριος άξονας εδώ είναι ο Shabaka Hutchings. Σαξοφωνίστας (τενόρο) κυρίως, bandleader, παραγωγός, γεννημένος το 1984 στο Λονδίνο, με ρίζες και κάποια χρόνια στα Barbados.
Το project Shabaka and the Ancestors είναι ουσιαστικά μια ένωση του Shabaka με μουσικούς της Νότιας Αφρικής:
Η ηχογράφηση έγινε στο Johannesburg, σε δύο μέρες — δηλαδή όχι τόσο “στουντιακό προϊόν”, αλλά περισσότερο capture στιγμής.
Το στυλ του δίσκου δεν είναι για να ακούσεις καλή jazz ούτε για να δεις τεχνική. Είναι κάτι πιο κοντά σε τελετουργία. Έχει επανάληψη, ρυθμούς που δουλεύουν κυκλικά, ένταση που χτίζεται χωρίς να ξεσπά απαραίτητα και μια αφρικανική ρίζα που δεν είναι διακόσμηση, αλλά η βάση.
Δεν έχεις την αίσθηση ότι σου παίζουν κομμάτια — σε βάζουν σε μια κατάσταση.
Μερικά σημεία του δίσκου που ξεχωρίζουν:
Το “Mzwandile”, που ανοίγει τον δίσκο. Ο τίτλος, σαν όνομα, κουβαλάει την έννοια της εξέλιξης, της ωρίμανσης. Ρυθμός κυκλικός, κρουστά που δουλεύουν σχεδόν υπόγεια, το σαξόφωνο απλώνεται χωρίς να προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει και πάνω σε αυτό μπαίνουν τα αφρικανικά φωνητικά σαν μέρος του ρυθμού. Υπάρχει κι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι ανάμεσα στη φωνή και το σαξόφωνο, σαν να απαντά ο ένας στον άλλον.
Το “The Observer”, που για μένα είναι η καρδιά του δίσκου. Ένα από τα δύο κομμάτια με φωνητικά. Δεν είναι “τραγούδι” με τη συμβατική έννοια — δεν έχει δομή κουπλέ-ρεφρέν. Είναι δήλωση. Μιλάει για τον άνθρωπο που παρατηρεί, που καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του και δεν μπορεί να κάνει ότι δεν το βλέπει.
Το “The Observed” που ακολουθεί μετά από λίγο είναι η άλλη πλευρά. Παρόμοιο μουσικό θέμα με το “Observer”, χωρίς φωνή και πολλά όργανα αυτή την φορά. Μόνο σαξόφωνο και drums, με πολύ πιο έντονη την αίσθηση του πόνου. Αν στο πρώτο είσαι αυτός που βλέπει την αδικία, στο δεύτερο είσαι αυτός που τη βιώνει. Μου βγάζει πολύ πόνο αυτό το κομματι.
Το “The OBS”. Άλλη ενέργεια. Με σηκώνει από την καρέκλα κάθε φορά, αλλά παραμένει από κάτω αυτή η αίσθηση έντασης.
Κλείνοντας την τριλογία:
Με συγκινεί το αποτέλεσμα που είναι προϊόν δουλειάς, επιμονής και προσήλωσης στην τελειότητα. Όμως όσο μεγαλώνω, τόσο με τραβάνε πράγματα πιο άμεσα. Πιο raw. Με ψυχή. Όχι μόνο επιδείξεις τεχνικής ή ασκήσεις τελειότητας. Εκπλητικός ο Evgeny Kissin πχ όταν παίζει το La Campanella, ομως προτειμώ να τον ακούσω στο prelude in c sharp minor του Ραχμάνινοφ
Αν αυτή ήταν τριλογία, εδώ κλείνει.
Η προφανής για μένα επιλογή θα ήταν το The Epic του Kamasi Washington, που είναι ένας άρτιος δίσκος επικών διαστάσεων και παίζει συχνά στο πικάπ μου.
Ως πρώην σαξοφωνίστας, και μάλιστα τενόρου, μπορώ να πω με βεβαιώτητα ότι ο έλεγχος του Kamasi πάνω στο όργανο είναι ασύλληπτος και δύσκολα βρίσκεις αντίστοιχο, ακόμη κι αν τον βάλεις δίπλα σε ιερά τέρατα τύπου John Coltrane ή Sonny Rollins. Πλαισιώνεται επίσης από κορυφαίους μουσικούς. Η μουσική του δίσκου είναι εξαιρετική, εμπνευσμένη, δουλεμένη άρτια, με μια παραγωγή σχεδόν “φαραωνική”. Όμως κάτι δεν μου κόλλαγε για να τον εντάξω στην τριλογία. Και αυτό είναι ότι, παρά τον θαυμασμό που τρέφω, δεν με άγγιξε σε επίπεδο ψυχής όπως τα άλλα δύο.
Για αυτό και τελικά αποφάσισα ως 3ο κομμάτι της τριλογίας να πάω στο Wisdom of Elders των Shabaka and the Ancestors (ναι, πρόταση του Spotify και αυτό), που κυκλοφόρησε το 2016 από την Brownswood Recordings.
Ο κύριος άξονας εδώ είναι ο Shabaka Hutchings. Σαξοφωνίστας (τενόρο) κυρίως, bandleader, παραγωγός, γεννημένος το 1984 στο Λονδίνο, με ρίζες και κάποια χρόνια στα Barbados.
Το project Shabaka and the Ancestors είναι ουσιαστικά μια ένωση του Shabaka με μουσικούς της Νότιας Αφρικής:
- Mthunzi Mvubu: Alto Saxophone
- Mandla Mlangeni: Trumpet
- Siyabonga Mthembu: Vocals
- Nduduzo Makhathini: Piano / Rhodes
- Ariel Zamonsky: Bass
- Gontse Makhene: Percussion
- Tumi Mogorosi: Drums
Η ηχογράφηση έγινε στο Johannesburg, σε δύο μέρες — δηλαδή όχι τόσο “στουντιακό προϊόν”, αλλά περισσότερο capture στιγμής.
Το στυλ του δίσκου δεν είναι για να ακούσεις καλή jazz ούτε για να δεις τεχνική. Είναι κάτι πιο κοντά σε τελετουργία. Έχει επανάληψη, ρυθμούς που δουλεύουν κυκλικά, ένταση που χτίζεται χωρίς να ξεσπά απαραίτητα και μια αφρικανική ρίζα που δεν είναι διακόσμηση, αλλά η βάση.
Δεν έχεις την αίσθηση ότι σου παίζουν κομμάτια — σε βάζουν σε μια κατάσταση.
Μερικά σημεία του δίσκου που ξεχωρίζουν:
Το “Mzwandile”, που ανοίγει τον δίσκο. Ο τίτλος, σαν όνομα, κουβαλάει την έννοια της εξέλιξης, της ωρίμανσης. Ρυθμός κυκλικός, κρουστά που δουλεύουν σχεδόν υπόγεια, το σαξόφωνο απλώνεται χωρίς να προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει και πάνω σε αυτό μπαίνουν τα αφρικανικά φωνητικά σαν μέρος του ρυθμού. Υπάρχει κι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι ανάμεσα στη φωνή και το σαξόφωνο, σαν να απαντά ο ένας στον άλλον.
Το “The Observer”, που για μένα είναι η καρδιά του δίσκου. Ένα από τα δύο κομμάτια με φωνητικά. Δεν είναι “τραγούδι” με τη συμβατική έννοια — δεν έχει δομή κουπλέ-ρεφρέν. Είναι δήλωση. Μιλάει για τον άνθρωπο που παρατηρεί, που καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του και δεν μπορεί να κάνει ότι δεν το βλέπει.
Το “The Observed” που ακολουθεί μετά από λίγο είναι η άλλη πλευρά. Παρόμοιο μουσικό θέμα με το “Observer”, χωρίς φωνή και πολλά όργανα αυτή την φορά. Μόνο σαξόφωνο και drums, με πολύ πιο έντονη την αίσθηση του πόνου. Αν στο πρώτο είσαι αυτός που βλέπει την αδικία, στο δεύτερο είσαι αυτός που τη βιώνει. Μου βγάζει πολύ πόνο αυτό το κομματι.
Το “The OBS”. Άλλη ενέργεια. Με σηκώνει από την καρέκλα κάθε φορά, αλλά παραμένει από κάτω αυτή η αίσθηση έντασης.
Κλείνοντας την τριλογία:
Με συγκινεί το αποτέλεσμα που είναι προϊόν δουλειάς, επιμονής και προσήλωσης στην τελειότητα. Όμως όσο μεγαλώνω, τόσο με τραβάνε πράγματα πιο άμεσα. Πιο raw. Με ψυχή. Όχι μόνο επιδείξεις τεχνικής ή ασκήσεις τελειότητας. Εκπλητικός ο Evgeny Kissin πχ όταν παίζει το La Campanella, ομως προτειμώ να τον ακούσω στο prelude in c sharp minor του Ραχμάνινοφ
Αν αυτή ήταν τριλογία, εδώ κλείνει.
Last edited:
