Η βιομάζα σαν όρος περιλαμβάνει βιολογικό υλικό από ζώντες ή πρόσφατα αποβιώσαντες οργανισμούς, καθώς και παραπροϊόντα τους (πχ περιττώματα ζώων). Όπως ξέρουμε ένα δένδρο ή ένας θάμνος για παράδειγμα για να μεγαλώσει παίρνει θρεπτικά στοιχεία από το έδαφος μέσω του νερού, αξιοποιεί πάνω από όλα την ηλιακή ενέργεια μέσω της φωτοσύνθεσης, καταναλώνει διοξείδιο του άνθρακα και παράγει οξυγόνο. Αν φυτέψεις εσύ κάποια φυτά που έχουν μεγάλη ανάπτυξη σύντομα και κλείνουν το βιολογικό τους κύκλο σε πολύ λίγα χρόνια μπορείς να έχεις φυτείες τις οποίες κόβεις, "καις" (το "καις" με πολλούς τρόπους πχ πυρόλυση, αεριοποίηση) και φυσικά ξαναφυτεύεις. Κάθε χρόνο το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεις με τη χρήση αυτής της βιομάζας το απορροφάει η επόμενη φυτεία σου που ήδη αναπτύσσεται στον αγρό και κατά αυτό τον τρόπο έχεις ένα πραγματικά κλειστό κύκλο άνθρακα. Για αυτό ακριβώς το λόγο η βιομάζα θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και δεν επιβαρύνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Βέβαια όμως για να αναπτυχθεί μια καλλιέργεια χρειάζονται και άλλοι ενεργειακοί είσοδοι. Αρχικά χρειάζεσαι λίπασμα, το οποίο μπορεί να είναι οργανικό -κοπριά- και έτσι να μην υπάρχει περιβαλλοντική επίπτωση από αυτό, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη λειτουργία των γεωργικών μηχανημάτων. Για τα γεωργικά μηχανήματα φυσικά και έχει πραγματοποιηθεί σειρά έρευνας και μπορούν να καταναλώνουν είτε υδρογόνο που παράγεται από ηλιακά/αιολικά είτε βιοκαύσιμα.
Ας πάμε λίγο και στα βιοκαύσιμα, τα οποία περιλαμβάνονται στη βιομάζα. Τα πρώτης γενιάς βιοκαύσιμα (λάδια και χημικά παράγωγα των λαδιών) έρχονται με άμεσο τρόπο αντίθετα με την σίτιση του παγκόσμιου πληθυσμού και η χρήση τους πρέπει να είναι μειωμένη και τρομερά ορθολογική. Αυτό που βλέπω εγώ σαν μια χρήση τους θα ήταν ο κάθε γεωργός που έχει πχ 100 στρέμματα να μπορεί τα 20 να τα καλλιεργήσει με ένα φυτό σαν τον ηλίανθο και να κάψει απευθείας το λάδι που θα βγάλει στα γεωργικά του μηχανήματα (θέλουν πολύ μικρή τροποποίηση). Κατά αυτό τον τρόπο βλέποντας τη φάρμα του ως σύνολο δεν έχει εξωτερική εισροή σε καύσιμο και είναι δεν έχει εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (είναι παράνομο να παράγει στην Ελλάδα γεωργός το καύσιμό του αυτή τη στιγμή, όποιο και αν είναι αυτό). Τα βιοκαύσιμα δεύτερης και τρίτης γενιάς χρησιμοποιούν παραπροϊόντα γεωργικής παραγωγής και δεν ανταγωνίζονται ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα την σίτιση ανθρώπων και ζώων. Ας δώσουμε εδώ για παράδειγμα τις άλγες που έχουν πολύ μεγάλη περιεκτικότητα σε λάδι και αναπτύσσονται με τρομακτικούς ρυθμούς.
Τέλος βιομάζα μπορούν να θεωρηθούν και τα σκουπίδια (ή μέρος τους) όπως και τα αστικά λύματα (βλέπε λυματολάσπη στην Ψυτάλλεια). Και στις 2 περιπτώσεις ο κλειστός κύκλος άνθρακα ισχύει. Η λυματολάσπη θα μπορούσε να αεριοποιείται και το αέριο αυτό να τροφοδοτεί κυψέλες καυσίμου υψηλής θερμοκρασίας (τέτοιες κυψέλες σε μεγάλη κλίμακα υπάρχουν εμπορικά για πάνω από μια δεκαετία και προφανώς χρησιμοποιούνται σε πραγματικές συνθήκες). Έτσι αντί να έχουμε χιλιάδες κυβικά λυματολάσπης που περιέρχουν πολύ τοξικά στοιχεία όπως βαρέα μέταλλα κλπ στο τέλος θα είχαμε ηλεκτρισμό, θερμότητα και ταυτόχρονα ένα πολύ περιορισμένο όγκο αποβλήτων πολύ μεγάλης τοξικότητας του οποίου όμως η διαχείριση είναι πιο εύκολη.
Καταλήγοντας πρέπει να αναφερθεί ότι με την καύση της βιομάζας μπορεί να μην επιβαρύνουμε το περιβάλλον με διοξείδιο του άνθρακα, όμως έχουμε εκπομπές κυρίως οξειδίων του αζώτου. Σήμερα έχουμε την τεχνολογία να τα απομονώσουμε με καταλύτες και να τα μετατρέψουμε τελικά σε άζωτο που μπορεί να απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα.
Αυτό όμως που δεν πρέπει να ξεχνάμε στο σημερινό μοντέλο παραγωγής ενέργειας είναι πως έχουμε σταθμούς βάσης (που ποτέ δεν κλείνουν) και από εκεί και πάνω "συμπληρώματα" ενέργειας από άλλες μονάδες. Σαν σταθμούς βάσης έχουμε είτε λιγνιτικούς/λιθάνθρακα/ορυκτών γενικά καυσίμων και μπορούμε να έχουμε και πυρηνικούς. Όταν βάζεις στο μείγμα ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με τη μορφή φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών μπορεί σε μερικές χρονικές στιγμές να υπάρχει υπερπαραγωγή και για να χρειάζεται να ελαττώνεται η παραγωγή από τους σταθμούς βάσης. Αυτό είναι ανέφικτο με τα πυρηνικά εργοστάσια και για αυτό ειπώθηκε ότι δεν συμβιώνουν αρμονικά με μεγάλη είσοδο φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών. Κατά αυτό τον τρόπο φτάνουμε στο συμπέρασμα πως πρέπει να αντικαταστήσουμε με κάτι καθαρότερο τους σταθμούς βάσης και με λύσεις τέτοιες που να μπορούν να έχουν μεταβαλλόμενη παραγωγή. Οι κύριες λύσεις που προτείνονται είναι τρεις:
1. Αποθήκευση ενέργειας. Τεχνικά μπορεί να δουλέψει. Να πω εδώ πως στην Ιαπωνία σε πολύ μεγάλες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις υπάρχουν υπερπυκνωτές που φορτίζονται και για τους διαχειριστές του δικτύου μετά ο φωτοβολταϊκός σταθμός παίρνει χαρακτηριστικά σταθμού βάσης αφού μπορούν να δώσουν την ενέργεια όποτε και όπως θέλουν. Το κόστος βέβαια είναι τρομακτικό και πολλαπλασιάζει το κόστος εγκατάστασης αρκετές φορές (οι Ιάπωνες σκέφτονται διαφορετικά βέβαια...ήθελαν να βάλουν άμεσα στο ενεργειακό ισοζύγιό τους ανανεώσιμα και επειδή δεν μπορούσαν άμεσα να αλλάξουν τη φιλοσοφία διαχείρισης του δικτύου τους, πλήρωσαν ώστε να κάνουν συμβατές με αυτό τις ανανεώσιμες).
2. Γεωθερμία. Οι γεωθερμικές πηγές μέσης και κυρίως υψηλής ενθαλπίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ηλεκτροπαραγωγή. Δυστυχώς στη Μήλο δεν χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες μέθοδοι και το υδρόθειο που ανέβαινε από τα έγκατα της γης απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα και φυσικά μύριζε πολύ άσχημα και δημιουργούσε προβλήματα υγείας στους κατοίκους. Κοινώς πάλι η ΔΕΗ τα έκανε σαλάτα και εκεί που θα μπορούσε η Μήλος να έχει γίνει πρότυπο νησί οι κάτοικοι δεν θέλουν να ακούν για γεωθερμία. Υπάρχουν τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται δεκαετίες σε άλλες χώρες που η χρήση της γεωθερμίας είναι ασφαλής και δεν υπάρχει επίπτωση στο περιβάλλον. Φυσικά αυτό έχει κόστος που κάποιος δεν το πλήρωσε στις μονάδες που κατασκευάστηκαν και έτσι αυτό μετακύλησε στους κατοίκους.
3. Η τρίτη λύση είναι η χρήση σταθμών βάσης βιομάζας. Η χρησιμοποιούμενη βιομάζα μπορεί να προέρχεται από γεωργικά παραπροϊόντα, από φυτείες ειδικά για αυτό το σκοπό, από ελεγχόμενη υλοτομία δασών κλπ. Στο νομοσχέδιο που υπάρχει η τιμή που δίνεται για την ηλεκτρική κιλοβατώρα είναι τόσο χαμηλή (και σε σχέση με το κόστος της και σε σχέση με τις πανευρωπαϊκές τιμές) που ουσιαστικά αποτελεί απαγορευτική επένδυση.
Τέλος να καταλήξω με ένα από τα όμορφα παράδοξα της ελληνικής νομοθεσίας. Αυτή επιτρέπει τα τζάκια στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη που είναι ότι πιο ρυπογόνο μπορείς να έχεις μιας και η καύση των ξύλων είναι ανεξέλεγκτη. Από ξύλο μπορείς να παράξεις σύμπηκτα ξύλου (pellets) τα οποία μπορούν να καούν ελεγχόμενα με πολύ μεγάλο βαθμό απόδοσης και ελάχιστες εκπομπές. Αυτοί οι καυστήρες είναι όμως απαγορευμένοι. Άλλο ένα μεγάλο μπράβο στους πολιτικούς μας, γιατί αυτοί είναι υπεύθυνοι για την πρόσληψη των συμβούλων-επιστημόνων που έχουν που προφανώς δεν τους έχουν πει τίποτα και για αυτό...