Παρασκευή 31 Μάρτη, στο Ξυλουργείο του Μύλου.
Η διοργάνωση του Μύλου ως συνήθως … , με τρείς σειρές τραπέζια για την αρπαχτή της φιάλης και οι υπόλοιποι τριακόσιοι σαν παστές σαρδέλες ο ένας να κρύβει την μπάντα απ τον άλλο. Κερασάκι, ο ήχος! Ηχοληψία που προσπαθούσε να μας πείσει πως σε λίγο θα βγαίναν οι Einstuerzende Νeubauden.
Το live:
Δυό κιθάρες (Ζάικος και ?), συν μία του θρύλου ακουμπισμένη στο σκαμνάκι, το Hammond XK-3 του Όλεγκ Τσάλυ, το sax (του ?), τα τύμπανα του Γιώργου Παπαζογλου, και το μπάσο του Σωτήρη Zήση.
Πριν ακόμη ολοκληρωθεί το εισαγωγικό κομμάτι, βγήκε ο Red και ανέβηκε με δυσκολία τα δύο σκαλοπάτια προς την σκηνή, προς με την κιθάρα του, χωρίς ίχνος τουπέ, με χαρακωμένο το πρόσωπο απ'τα 75 του χρόνια (όπως μας είπε ο Ζάικος, είχε γενέθλεια), σαν τοτέμ ( μου θύμισε την σοβαρότητα, την κούραση και την μαγκιά της Σωτηρίας Μπέλου) και με λευκό σακάκι που μαχόταν απεγνωσμένα να κουβαλάει στους ώμους μόνο και μόνο για να μας τιμήσει. Με πόδια, χέρια και δάχτυλα τρεμάμενα που δύσκολα θα του εμπιστευόσουν ένα ποτήρι νερό σε κάτι άλλο από πλαστικό.
Πίσω απ'το κατάμαυρο γυαλί που φορούσε, με την λευκή του fender έντονα fazαρισμένη, με πολύ σκληρό ήχο που μεταμορφωνόταν στα χέρια του σε ηδύποτο, (σχεδόν άρπιζε), κατάφερνε με ευκολία εικοσπεντάρη να μας δείξει τι θα πεί πονεμένο μπλούζ του νότου, να σολάρει σβέλτα, να χρωματίζει τα σόλα των υπολοίπων με μιά του νότα, να γλυκαίνει τα ορθά-κοφτά τέμπο των τραγουδιών, ή να παίζει στην αρχή της χορδής, πάνω στον πρώτο μαγνήτη με τους δυό δείκτες του βγάζοντας ήχους σαν από σύνθυ. Ηλεκτρίζοντας το κοινό, που συχνά χτυπούσε τα χέρια μέσα στα κομμάτια, παρασύροντας τους αυχένες να ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά μηδενίζοντας τις αποστάσεις και τον χρόνο από τον Μισισιπή ως εδώ.
Χρόνια Πολλά Red, και του χρόνου πάλι εδώ…