Τι είδε ο τουρίστας;
Οταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, οι «άλλοι» ήταν πάνω
στα δένδρα. Μέχρι που εκπολιτίστηκαν και θέλησαν να θαυμάσουν τους Παρθενώνες μας. Τότε εμείς καθυστερήσαμε τις πτήσεις, τους δέσαμε τα βαπόρια, τους ληστέψαμε στο ταξί
Ζούμε, λέει, στην ωραιότερη χώρα του κόσμου. Και είμαστε, νομίζουμε, ό,τι ομορφότερο, εξυπνότερο και πιο χαριτωμένο μπορούσε να της συμβεί. Οι δε πρόγονοί μας θεωρείται βέβαιο ότι ήταν άφταστοι. Όταν εκείνοι έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμη πάνω στα δέντρα, μας έχουν πει. Ώσπου οι «άλλοι» κατέβηκαν από τα δέντρα, έπιασαν δουλειές, έβγαλαν λεφτά και θέλησαν να θαυμάσουν τους Παρθενώνες μας. Και τότε εμείς τους εκδικηθήκαμε. Τους καθυστερήσαμε τις πτήσεις, τους δέσαμε τα βαπόρια, τους ληστέψαμε στο ταξί και αν παρ’ ελπίδα έφτασαν στον Παρθενώνα, τον κλειδώσαμε και φύγαμε.
Με τους επισκέπτες της χώρας μας διατηρούσαμε πάντα μια σχέση αγάπης - μίσους. Ενώ τους θεωρούμε -και είναι- αναντικατάστατη πηγή εισοδήματος, θεωρούμε ότι είναι ανάξιοι του σεβασμού και της φροντίδας μας. Και παρότι θέλουμε τα ευρώ (δολάρια, ρούβλια, γουάν) τους, μας ενοχλεί που πρέπει να τους δώσουμε κάτι σε αντάλλαγμα. Τόσα χρόνια, όμως, αυτοί εξακολουθούσαν να έρχονται. Παλιά για τα αρχαία μας, τον mousaka, τη δραχμή και τις υποσχέσεις για ήλιο, θάλασσα και περιπέτειες με τους απογόνους των? αρχαίων.
Ώσπου αρχίσαμε να χρεώνουμε χρυσάφι τα αρχαία και κάθε τι πέριξ τους, να βγάζουμε τον μουσακά από την κατάψυξη, να κυκλοφορούμε με ευρώ και να παριστάνουμε τους Ευρωπαίους. Εκείνοι συνέχισαν να έρχονται. Διότι στις πατρίδες τους, το ξέρουμε καλά, δεν έχουν ούτε ήλιο ούτε θάλασσα. Και για πολλούς ένα ταξίδι στην Ελλάδα αποτελεί όνειρο ζωής. Ακόμη και στην Ελλάδα των ελλειμμάτων, των χρεών και του ασφαλιστικού. Τι γίνεται, όμως, με την Ελλάδα των απεργιών, της αισχροκέρδειας και της εγκληματικότητας;…………
http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12333&subid=2&pubid=39535147
Οταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, οι «άλλοι» ήταν πάνω
στα δένδρα. Μέχρι που εκπολιτίστηκαν και θέλησαν να θαυμάσουν τους Παρθενώνες μας. Τότε εμείς καθυστερήσαμε τις πτήσεις, τους δέσαμε τα βαπόρια, τους ληστέψαμε στο ταξί
Ζούμε, λέει, στην ωραιότερη χώρα του κόσμου. Και είμαστε, νομίζουμε, ό,τι ομορφότερο, εξυπνότερο και πιο χαριτωμένο μπορούσε να της συμβεί. Οι δε πρόγονοί μας θεωρείται βέβαιο ότι ήταν άφταστοι. Όταν εκείνοι έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμη πάνω στα δέντρα, μας έχουν πει. Ώσπου οι «άλλοι» κατέβηκαν από τα δέντρα, έπιασαν δουλειές, έβγαλαν λεφτά και θέλησαν να θαυμάσουν τους Παρθενώνες μας. Και τότε εμείς τους εκδικηθήκαμε. Τους καθυστερήσαμε τις πτήσεις, τους δέσαμε τα βαπόρια, τους ληστέψαμε στο ταξί και αν παρ’ ελπίδα έφτασαν στον Παρθενώνα, τον κλειδώσαμε και φύγαμε.
Με τους επισκέπτες της χώρας μας διατηρούσαμε πάντα μια σχέση αγάπης - μίσους. Ενώ τους θεωρούμε -και είναι- αναντικατάστατη πηγή εισοδήματος, θεωρούμε ότι είναι ανάξιοι του σεβασμού και της φροντίδας μας. Και παρότι θέλουμε τα ευρώ (δολάρια, ρούβλια, γουάν) τους, μας ενοχλεί που πρέπει να τους δώσουμε κάτι σε αντάλλαγμα. Τόσα χρόνια, όμως, αυτοί εξακολουθούσαν να έρχονται. Παλιά για τα αρχαία μας, τον mousaka, τη δραχμή και τις υποσχέσεις για ήλιο, θάλασσα και περιπέτειες με τους απογόνους των? αρχαίων.
Ώσπου αρχίσαμε να χρεώνουμε χρυσάφι τα αρχαία και κάθε τι πέριξ τους, να βγάζουμε τον μουσακά από την κατάψυξη, να κυκλοφορούμε με ευρώ και να παριστάνουμε τους Ευρωπαίους. Εκείνοι συνέχισαν να έρχονται. Διότι στις πατρίδες τους, το ξέρουμε καλά, δεν έχουν ούτε ήλιο ούτε θάλασσα. Και για πολλούς ένα ταξίδι στην Ελλάδα αποτελεί όνειρο ζωής. Ακόμη και στην Ελλάδα των ελλειμμάτων, των χρεών και του ασφαλιστικού. Τι γίνεται, όμως, με την Ελλάδα των απεργιών, της αισχροκέρδειας και της εγκληματικότητας;…………
http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12333&subid=2&pubid=39535147