The Modest Jazz Trio: Jim Hall/Red Mitchell/Red Kelly - Good Friday Blues (Pacific Jazz Records, 1960)
Κομμάτια: A1 Good Friday Blues (R. Mitchell) 5:59, A2 Willow Weep For Me (A. Ronnell) 6:26, A3 I Remember You (J. Mercer, V. Schertzinger) 7:28, B1 Bill Not Phil (B. Harris) 6:12, B2 When I Have You (R. Mitchell) 6:31, B3 I Was Doing All Right (G. & I. Gershwin) 4:46
Μουσικοί: Jim Hall (κιθάρα), Red Mitchell (πιάνο), Red Kelly (μπάσο)
Παραγωγός, μηχανικός: Richard Bock
Το The Modest Jazz Trio υπήρξε ένα από τα πιο ιδιοφυή, αν και εξαιρετικά βραχύβια, μουσικά σχήματα που ανέδειξε η τζαζ της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η δημιουργία αυτού του ξεχωριστού γκρουπ οφείλεται σε μια απόλυτα ευτυχή καλλιτεχνική συγκυρία, καθώς οι τρεις καταξιωμένοι μουσικοί συναντήθηκαν τυχαία τις πρώτες πρωινές ώρες της Μεγάλης Παρασκευής του 1960 σε ένα στούντιο στο Λος Άντζελες. Ο αρχικός σκοπός της συνάντησής τους ήταν να ηχογραφήσουν απλώς ένα σύντομο κομμάτι για λογαριασμό μιας θεματικής συλλογής μπλουζ. Η άμεση πνευματική χημεία τους, όμως, οδήγησε στην αυθόρμητη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου, κορυφαίου άλμπουμ μέσα σε λίγες μόνο ώρες.
Ουσιαστικός ηγέτης εκείνης της ιστορικής συνεδρίας ήταν ο σπουδαίος Αμερικανός κιθαρίστας Jim Hall, ο οποίος γεννήθηκε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης το 1930 και έφυγε από τη ζωή το 2013. Μέχρι το 1960 είχε ήδη καθιερωθεί διεθνώς ως μία από τις πιο επιδραστικές και καινοτόμες φωνές της τζαζ κιθάρας, έχοντας διαγράψει μια λαμπρή επαγγελματική πορεία με το Chico Hamilton Quintet καθώς και με το περίφημο Jimmy Giuffre Three. Δίπλα του στάθηκε ο Αμερικανός Red Mitchell (1927–1992), ένας από τους πιο περιζήτητους μπασίστες της γενιάς του. Ο Mitchell, έχοντας ήδη συνεργαστεί στενά με κορυφαία ονόματα της εποχής όπως ο Chubby Jackson και ο Gerry Mulligan, έκανε τη μεγάλη έκπληξη σε αυτή την ηχογράφηση αφήνοντας προσωρινά το φυσικό του όργανο για να καθίσει στο πιάνο. Την τριάδα συμπλήρωσε υποδειγματικά ο Αμερικανός μπασίστας Red Kelly (1927–2004), ο οποίος, παρά τα σοβαρά κινητικά προβλήματα στα πόδια του λόγω πολιομυελίτιδας κατά την παιδική του ηλικία, εξελίχθηκε σε έναν εξαιρετικά σταθερό μουσικό. Μέχρι το 1960, ο Kelly είχε ήδη περιοδεύσει εκτενώς με τις σπουδαίες μεγάλες μπάντες των Woody Herman, Stan Kenton και Maynard Ferguson, αποκτώντας τεράστια εμπειρία.
Το ιστορικό άλμπουμ Good Friday Blues αποτελεί ένα κορυφαίο υπόδειγμα τζαζ χωρίς ντραμς, όπου η παντελής απουσία κρουστών οργάνων αναδεικνύει μοναδικά τον πλούτο των αρμονιών και τη μελωδική ευφυΐα των τριών δημιουργών. Η ακρόαση του δίσκου ξεκινά με το ομώνυμο κομμάτι, μια πανέμορφη σύνθεση του Mitchell που ξεδιπλώνεται αργά με μια έντονη γκόσπελ αίσθηση. Σε αυτό το σημείο, το πιάνο του Mitchell συνομιλεί ιδανικά με την αέρινη κιθάρα του 29χρονου τότε Hall, ενώ ο Kelly κρατά με απόλυτη στιβαρότητα τον ρυθμό στο υπόβαθρο. Ακολουθεί το κλασικό "Willow Weep For Me" της Ann Ronell, όπου το τρίο προσεγγίζει την πασίγνωστη μελωδία με μια διάχυτη, γλυκιά μελαγχολία. Η κιθάρα του Hall προσφέρει έναν εξαιρετικά ζεστό, χαλαρό τόνο, ενώ οι λεπτές απαντήσεις του Mitchell στο πιάνο προσδίδουν μοναδικό βάθος στη σύνθεση. Στο "I Remember You" των Johnny Mercer και Victor Schertzinger, οι τρεις μουσικοί ανεβάζουν ελαφρώς τους ρυθμούς, προσφέροντας ένα εξαιρετικό δείγμα εκλεπτυσμένου, ανάλαφρου σουίνγκ. Οι αυτοσχεδιασμοί του Hall εδώ είναι μετρημένοι και ευφυείς, αποδεικνύοντας στην πράξη γιατί θεωρούνταν πραγματική αυθεντία του είδους.
Το δεύτερο μέρος του δίσκου ανοίγει δυναμικά με το "Bill Not Phil" του Bill Harris, ένα κομμάτι με έντονη ενέργεια, όπου ο Kelly παραδίδει αληθινά μαθήματα ακρίβειας στο μπάσο. Η αλληλεπίδραση των τριών μουσικών είναι τόσο στενή και δεμένη που η απουσία κρουστών δεν γίνεται σε κανένα σημείο αισθητή από τον ακροατή. Στο "When I Have You", μια ακόμη πρωτότυπη σύνθεση του Mitchell, το κλίμα γίνεται αμέσως εξαιρετικά εσωτερικό και ρομαντικό. Το πιάνο του Mitchell ακούγεται γεμάτο λυρισμό, συνοδευόμενο από τα απαλά ακόρντα του Hall. Ο δίσκος κλείνει με το "I Was Doin' Alright" των Gershwin, μια ανάλαφρη και αισιόδοξη ερμηνεία που σφραγίζει ιδανικά τη συνεδρία. Οι τρεις μουσικοί παίζουν με απόλυτη ελευθερία και έκδηλη απόλαυση, αφήνοντας μια έντονη αίσθηση ζεστασιάς και αυθεντικότητας.
Το Good Friday Blues αποτελεί ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, ένα κρυμμένο στολίδι στον κατάλογο της Pacific Jazz Records. Αν και ξεκίνησε εντελώς αυθόρμητα και χωρίς μεγάλες εμπορικές προσδοκίες, η συνάντηση των Hall, Mitchell και Kelly δημιούργησε ένα διαχρονικό έργο τέχνης που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στη χαλαρότητα και την τεχνική αρτιότητα. Είναι μια ειλικρινής τζαζ κατάθεση που επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη μουσική γεννιέται συχνά από την απλότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό και την απόλυτη καλλιτεχνική κατανόηση των δημιουργών της.
To μπλουζ της Μεγάλης Παρασκευής, ταιριάζει απόλυτα στη στοχαστική διάθεση των ημερών του Πάσχα, αποτελώντας μια διαχρονική συντροφιά για τις πιο ήσυχες σκέψεις μας.
(*****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης, allmusic.com)
Κομμάτια: A1 Good Friday Blues (R. Mitchell) 5:59, A2 Willow Weep For Me (A. Ronnell) 6:26, A3 I Remember You (J. Mercer, V. Schertzinger) 7:28, B1 Bill Not Phil (B. Harris) 6:12, B2 When I Have You (R. Mitchell) 6:31, B3 I Was Doing All Right (G. & I. Gershwin) 4:46
Μουσικοί: Jim Hall (κιθάρα), Red Mitchell (πιάνο), Red Kelly (μπάσο)
Παραγωγός, μηχανικός: Richard Bock
Το The Modest Jazz Trio υπήρξε ένα από τα πιο ιδιοφυή, αν και εξαιρετικά βραχύβια, μουσικά σχήματα που ανέδειξε η τζαζ της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η δημιουργία αυτού του ξεχωριστού γκρουπ οφείλεται σε μια απόλυτα ευτυχή καλλιτεχνική συγκυρία, καθώς οι τρεις καταξιωμένοι μουσικοί συναντήθηκαν τυχαία τις πρώτες πρωινές ώρες της Μεγάλης Παρασκευής του 1960 σε ένα στούντιο στο Λος Άντζελες. Ο αρχικός σκοπός της συνάντησής τους ήταν να ηχογραφήσουν απλώς ένα σύντομο κομμάτι για λογαριασμό μιας θεματικής συλλογής μπλουζ. Η άμεση πνευματική χημεία τους, όμως, οδήγησε στην αυθόρμητη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου, κορυφαίου άλμπουμ μέσα σε λίγες μόνο ώρες.
Ουσιαστικός ηγέτης εκείνης της ιστορικής συνεδρίας ήταν ο σπουδαίος Αμερικανός κιθαρίστας Jim Hall, ο οποίος γεννήθηκε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης το 1930 και έφυγε από τη ζωή το 2013. Μέχρι το 1960 είχε ήδη καθιερωθεί διεθνώς ως μία από τις πιο επιδραστικές και καινοτόμες φωνές της τζαζ κιθάρας, έχοντας διαγράψει μια λαμπρή επαγγελματική πορεία με το Chico Hamilton Quintet καθώς και με το περίφημο Jimmy Giuffre Three. Δίπλα του στάθηκε ο Αμερικανός Red Mitchell (1927–1992), ένας από τους πιο περιζήτητους μπασίστες της γενιάς του. Ο Mitchell, έχοντας ήδη συνεργαστεί στενά με κορυφαία ονόματα της εποχής όπως ο Chubby Jackson και ο Gerry Mulligan, έκανε τη μεγάλη έκπληξη σε αυτή την ηχογράφηση αφήνοντας προσωρινά το φυσικό του όργανο για να καθίσει στο πιάνο. Την τριάδα συμπλήρωσε υποδειγματικά ο Αμερικανός μπασίστας Red Kelly (1927–2004), ο οποίος, παρά τα σοβαρά κινητικά προβλήματα στα πόδια του λόγω πολιομυελίτιδας κατά την παιδική του ηλικία, εξελίχθηκε σε έναν εξαιρετικά σταθερό μουσικό. Μέχρι το 1960, ο Kelly είχε ήδη περιοδεύσει εκτενώς με τις σπουδαίες μεγάλες μπάντες των Woody Herman, Stan Kenton και Maynard Ferguson, αποκτώντας τεράστια εμπειρία.
Το ιστορικό άλμπουμ Good Friday Blues αποτελεί ένα κορυφαίο υπόδειγμα τζαζ χωρίς ντραμς, όπου η παντελής απουσία κρουστών οργάνων αναδεικνύει μοναδικά τον πλούτο των αρμονιών και τη μελωδική ευφυΐα των τριών δημιουργών. Η ακρόαση του δίσκου ξεκινά με το ομώνυμο κομμάτι, μια πανέμορφη σύνθεση του Mitchell που ξεδιπλώνεται αργά με μια έντονη γκόσπελ αίσθηση. Σε αυτό το σημείο, το πιάνο του Mitchell συνομιλεί ιδανικά με την αέρινη κιθάρα του 29χρονου τότε Hall, ενώ ο Kelly κρατά με απόλυτη στιβαρότητα τον ρυθμό στο υπόβαθρο. Ακολουθεί το κλασικό "Willow Weep For Me" της Ann Ronell, όπου το τρίο προσεγγίζει την πασίγνωστη μελωδία με μια διάχυτη, γλυκιά μελαγχολία. Η κιθάρα του Hall προσφέρει έναν εξαιρετικά ζεστό, χαλαρό τόνο, ενώ οι λεπτές απαντήσεις του Mitchell στο πιάνο προσδίδουν μοναδικό βάθος στη σύνθεση. Στο "I Remember You" των Johnny Mercer και Victor Schertzinger, οι τρεις μουσικοί ανεβάζουν ελαφρώς τους ρυθμούς, προσφέροντας ένα εξαιρετικό δείγμα εκλεπτυσμένου, ανάλαφρου σουίνγκ. Οι αυτοσχεδιασμοί του Hall εδώ είναι μετρημένοι και ευφυείς, αποδεικνύοντας στην πράξη γιατί θεωρούνταν πραγματική αυθεντία του είδους.
Το δεύτερο μέρος του δίσκου ανοίγει δυναμικά με το "Bill Not Phil" του Bill Harris, ένα κομμάτι με έντονη ενέργεια, όπου ο Kelly παραδίδει αληθινά μαθήματα ακρίβειας στο μπάσο. Η αλληλεπίδραση των τριών μουσικών είναι τόσο στενή και δεμένη που η απουσία κρουστών δεν γίνεται σε κανένα σημείο αισθητή από τον ακροατή. Στο "When I Have You", μια ακόμη πρωτότυπη σύνθεση του Mitchell, το κλίμα γίνεται αμέσως εξαιρετικά εσωτερικό και ρομαντικό. Το πιάνο του Mitchell ακούγεται γεμάτο λυρισμό, συνοδευόμενο από τα απαλά ακόρντα του Hall. Ο δίσκος κλείνει με το "I Was Doin' Alright" των Gershwin, μια ανάλαφρη και αισιόδοξη ερμηνεία που σφραγίζει ιδανικά τη συνεδρία. Οι τρεις μουσικοί παίζουν με απόλυτη ελευθερία και έκδηλη απόλαυση, αφήνοντας μια έντονη αίσθηση ζεστασιάς και αυθεντικότητας.
Το Good Friday Blues αποτελεί ένα πραγματικό κομψοτέχνημα, ένα κρυμμένο στολίδι στον κατάλογο της Pacific Jazz Records. Αν και ξεκίνησε εντελώς αυθόρμητα και χωρίς μεγάλες εμπορικές προσδοκίες, η συνάντηση των Hall, Mitchell και Kelly δημιούργησε ένα διαχρονικό έργο τέχνης που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στη χαλαρότητα και την τεχνική αρτιότητα. Είναι μια ειλικρινής τζαζ κατάθεση που επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη μουσική γεννιέται συχνά από την απλότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό και την απόλυτη καλλιτεχνική κατανόηση των δημιουργών της.
To μπλουζ της Μεγάλης Παρασκευής, ταιριάζει απόλυτα στη στοχαστική διάθεση των ημερών του Πάσχα, αποτελώντας μια διαχρονική συντροφιά για τις πιο ήσυχες σκέψεις μας.
(*****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης, allmusic.com)



