Το videoclip της ημέρας

http://www.youtube.com/watch?v=Ea9UBNOlW08


Pity the fates of young fellows
Too long in bed with no sleep
With their complex romantic attachments
All look on their sorrows and weep
They don't get a moment's reflection
There's always a crowd in their eye
Pity the plight of young fellows
Regard all their worries and cry

Their Christian mothers were lazy perhaps
Leaving it up to the school
Where the moral perspective is hazy perhaps
And the climate oppressively cruel
Give me one acre of cellos
Pitched at some distant regret
Pity the fate of young fellows
And their anxious attempts to forget
 
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Γεννήθηκα και πήγα σχολείο πάνω στη Χούντα
με δασκάλους και παπάδες δοχεία συγκοινωνούντα,
ψυχές σαβανωμένες, θεόρατες σκιές
στου έθνους του αθάνατου τις μυρμηγκοφωλιές.
Μαζική παραγωγή, κρέατα ντόπια στο τσιγκέλι,
όμως, μας φύλαγαν εξόριστοι αγγέλοι.

Ρόζοι στα παιδικά μας χέρια απ' του δασκάλου το ξύλο
που έβγαζε μίσος στον εχθρό και περηφάνια στο φίλο.
Η γραφή με το ζερβό άνοιγε τραύματα,
'ξομολογήσεις σε δοσίλογους παπάδες και θυμιάματα.
Τα προσκοπάκια με τα μπλε σωβρακάκια
γινήκαν μπάτσοι που ξεσπούσαν σε προσφυγικά σπιτάκια.

Είναι όλα ίδια, παππού, κι ας αλλάξαν όψη·
ντροπή μεγάλη στου σπαθιού την τρομερή την κόψη
που όσο κι αν κόψει κεφάλια, γλώσσες και χέρια
ποτέ του δε θα φτάσει να κόψει από τ' αστέρια.

Είναι όλα εδώ, παππού, τον ίδιο κύκλο κάνουν,
πλανιούνται οικτρά πως ποτέ δε θα πεθάνουν.
Σκέψη κοινόχρηστη, θαμμένη σε τόπο επώνυμο
κι έτσι το χώμα που έχεις μπει, δεν είναι γόνιμο.

Κάνε με σου 'χα πει μεγάλη μπόρα
να τους πνίξω όλους μέσα στη δικιά τους σαπίλα.
Σου' πα να με κάνεις δράκο
να σας φυλάω απ' τους φασίστες, μονάχα εγώ.

Πάντα σου ζήταγα να φτιάξεις ένα ασπρόμαυρο σακάκι
να φοράω με της "Αυγής" τα φύλλα.
Παππού, μάθε με, σου 'λεγα για να τους τη σπάω,
να γράφω με το ζερβό.

Είναι όλα ίδια, μαστρο Μίκη, ίδια γελάνε οι φοβισμένοι.
Ίδιος ο λήθαργος, ίδιοι κι οι πλανεμένοι.
Ίδια κι εύκολα το τίποτα ακόμα αλλάζει χρώματα.
Ο χρόνος ράβει μ' ίδια λόγια τα στριφώματα.

Στα χώματα για λίπασμα οι πρώτοι νεκροί,
ζωντανοί οι πονηροί, βαλσαμωμένοι καιροί.
Ίδια ακούνε οι γειτόνοι τη φωνή σου.
Θα ξέχναγα ό,τι σκάρωσα για ένα κρασί μαζί σου.
Στο ίδιο μέρος που ξερνάν, πάνε και στέκονται,
δεν αντιστέκονται, τα πάντα δέχονται, τα ίδια φίδια έρπονται.

Αφορισμένοι οι άτακτοι κι οι πρόσφυγες
από τους άπληστους, νευρωτικούς αυτόχθονες.
Ίδια όπως τ' άφησες παππού, σφιχτά και αποπνικτικά,
ίδιο συμπεθεριό, ίδια ελαφρυντικά.
Μάτια στραμμένα σ' αποκλίνοντες κυκλώνες,
σάπιοι αιώνες με μπουντέλια αρχαίες κολώνες.

Τρελοί χειμώνες, κι αυτή εδώ η πιο παράξενη ράτσα
κάνει την ίδια ειρωνική και βαριά γκριμάτσα
- δήθεν καπάτσα - τη βλέπω, και την είδες από παιδί·
ψάχνω ό,τι έψαχνες μια πορφυρένια γη.

Κάνε με σου 'χα πει μεγάλη μπόρα....
Σου 'πα να με κάνεις δράκο...
Πάντα σου ζήταγα να φτιάξεις ένα ασπρόμαυρο σακάκι
να φοράω με της "Αυγής" τα φύλλα.

Παππού, μάθε με, σου 'λεγα να τους τη σπάω,
μάθε με να γράφω με το ζερβό.