Αυτή την εποχή ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι καβάλα στ' άλογο. Και ετοιμάζεται να καλπάσει στ' αλώνια της Ιστορίας. Περιοδεύει στις χώρες της «αραβικής άνοιξης» -Αίγυπτο, Τυνησία, Λιβύη- προτείνοντάς τους το τουρκικό μοντέλο διακυβέρνησης μιας ισλαμικής χώρας, τρίζει τα δόντια στο Ισραήλ, στέλνοντας το μήνυμα ότι μπορεί να γίνει η Τουρκία ο μεγάλος προστάτης των μουσουλμάνων, και επιδεικνύει στους απρόθυμους Ευρωπαίους ότι η χώρα του έχει εναλλακτική λύση, εάν αυτοί συνεχίσουν να κρατούν τις πόρτες τους κλειστές.
Σε πρώτη ανάγνωση ο Ερντογάν έχει πολλά ατού στα χέρια του. Είναι ο έμπειρος και κυρίως δημοκρατικά εκλεγμένος -για πολλοστή φορά- ηγέτης μιας οικονομικά ανερχόμενης μουσουλμανικής χώρας, που κάνει μεγάλες προόδους στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Η ομιλία του την περασμένη Τρίτη στο Κάιρο ενώπιον των 22 υπουργών Εξωτερικών του Αραβικού Συνδέσμου ήταν σχεδόν «ιστορική», ο χαρισματικός ρήτορας Ερντογάν ξεκαθάρισε στο ακροατήριό του -που σε μεγάλο βαθμό δεν θέλει τίποτε να ακούσει για δημοκρατία, διάκριση των εξουσιών, συμμετοχή του λαού κ.λπ.- ότι «τα νόμιμα δικαιώματα των λαών δεν μπορούν να πνίγονται στο αίμα και τη βία». Ο Τούρκος πρωθυπουργός ήταν σχεδόν θριαμβευτικός όταν μιλούσε για «τη μεγάλη οικογένεια στην οποία ανήκουμε όλοι», για την «ιστορική μετάβαση που βιώνουμε στην κοινή ιστορία μας», με τον έξω κόσμο να παρακολουθεί με σεβασμό τη «νέα αξιοπρέπεια του αραβικού κόσμου». Μαζί του κουβαλούσε πάνω από 200 επιχειρηματίες, πρόθυμους να επενδύσουν και να κάνουν μπίζνες με την Αίγυπτο και την Τυνησία. Ο Ερντογάν θέλησε να πείσει ότι η ευημερία πάει χέρι- χέρι με τη δημοκρατία αλά τούρκα, άρα θα είναι προς όφελος των χωρών της «αραβικής άνοιξης» να προτιμήσουν για συνεταίρους τους επιτυχημένους αδελφούς Τούρκους.
Το μεγαλύτερο ατού του Ερντογάν, όμως, στο ταξίδι του στη Βόρεια Αφρική, ήταν η στάση του έναντι του Ισραήλ. Από εκείνη τη μέρα που ο Ερντογάν έφυγε επιδεικτικά από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός προ διετίας, όπου καθόταν πλάι στον Σιμον Πέρες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις επιθέσεις του Ισραήλ ενάντια στη Λωρίδα της Γάζας, κέρδισε την αγάπη πάρα πολλών στον αραβικό κόσμο. Αγάπη που διευρύνθηκε από την απαίτηση του Ερντογάν προς το Ισραήλ να ζητήσει συγγνώμη για τους νεκρούς του Στολίσκου της Ειρήνης τον Μάιο 2010 και από την απόφασή του προ εικοσαημέρου να πετάξει έξω από την Τουρκία τον πρέσβη του Ισραήλ. Όσο για την υποχώρησή του να μην πάει τελικά στη Λωρίδα της Γάζας, αφήνοντας ωστόσο να κρέμεται ως απειλή το “casus belli” και για μια πιθανή επόμενη επίθεση των Ισραηλινών έξω από τα χωρικά τους ύδατα, ο Ερντογάν την εξήγησε στο αραβικό του ακροατήριο ως μεγαλοθυμία: «Αποφασίσαμε να αντιδράσουμε με τουρκική γενναιοδωρία και αποδείξαμε ότι διαθέτουμε υπομονή», είπε. Η Τουρκία του Ερντογάν φιλοδοξεί να γίνει η πολιτική προστάτιδα δύναμη των Παλαιστινίων, οι οποίοι την ερχόμενη εβδομάδα θα ζητήσουν να γίνουν το 194ο μέλος του ΟΗΕ.
«Το παλαιστινιακό κράτος δεν είναι πιθανότητα, είναι υποχρέωση», άστραψε και βρόντηξε ο Ερντογάν, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου με τη συνεχιζόμενη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων βυθίζεται όλο και περισσότερο στη διεθνή απομόνωση, πράγμα που σημαίνει ότι «δεν είναι πια ασφαλείς ούτε οι πολίτες του Ισραήλ».
Είναι προφανές ότι ο Ερντογάν θέλησε μέσα στο ίδιο το Κάιρο να υποκαταστήσει την Αίγυπτο ως πρωταγωνίστρια στις εξελίξεις στο Μεσανατολικό. Και το έκανε με την αυτοπεποίθηση ενός κράτους που δηλώνει ότι μπορεί να δρα ανεξάρτητα από τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Ωστόσο, αφενός δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Τουρκία θα τραβήξει μέχρι τέλους το σκοινί με τους Αμερικανούς, αφετέρου δεν έχει τόσο μεγάλη επιρροή όσο θα ήθελε στους δυνάμει «προστατευόμενούς» της. Η πρόσφατη προσέγγιση μεταξύ Φατάχ και Χαμάς δεν οργανώθηκε από την Άγκυρα, αλλά από το Κάιρο. Οι τουρκικές πρωτοβουλίες για ειρήνευση στη Συρία μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει παταγωδώς, όπως άλλωστε και η προσπάθεια διαμεσολάβησης μεταξύ Δύσης και Ιράν.
Επιπλέον, ο Ερντογάν προσπαθεί να ξεχάσει -αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα το ξεχάσουν και οι συνομιλητές του- πόσο διστακτικά αντιμετώπισε το ξέσπασμα της «αραβικής άνοιξης», πόσο σιωπηλός ήταν έναντι των εξεγερμένων στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Στο θέμα της Λιβύης, δε, η Άγκυρα στάθηκε σχεδόν ανοιχτά στο πλευρό του Καντάφι, για να μη θέσει σε κίνδυνο τις τουρκικές μπίζνες στη Λιβύη. Έπρεπε να περάσουν μήνες για να ασκήσει κριτική στα καθεστώτα του Καντάφι και του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία.