Υπάρχει τελικά "άλλη" λύση......??

Δύο αναλυτικά κείμενα που αποτέλεσαν τη βάση της παρέμβασης του Αιγύπτιου μαρξιστή Σαμίρ Αμίν στη διεθνή διάσκεψη, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (μεταφρασμένα στα ελληνικά). Το πρώτο τεκμηριώνει τη θέση του διάσημου οικονομολόγου υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη. Το δεύτερο τάσσεται υπέρ της αποδιάρθρωσης της σημερινής Ε.Ε., στο δρόμο για μια σοσιαλιστική Ευρώπη.

Έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε.


Η αδύνατη διαχείριση του ευρώ

1. Δεν υπάρχει νόμισμα χωρίς Κράτος. Στον καπιταλισμό, το νόμισμα και το κράτος συνιστούν από κοινού μέσα διαχείρισης του γενικού συμφέροντος του κεφαλαίου, υπερβαίνοντας τα επιμέρους συμφέροντα ανταγωνιστικών κλάδων του κεφαλαίου. Οι τρέχουσες φαντασιώσεις περί καπιταλισμού τον οποίο διαχειρίζεται η “αγορά”, χωρίς κράτος (το οποίο έχει συρρικνωθεί στην ελάχιστη λειτουργία της τήρησης της τάξης) δεν βασίζονται ούτε σε σοβαρή ανάγνωση της ιστορίας του πραγματικού καπιταλισμού, ούτε σε κάποια δήθεν “επιστημονική” θεωρία που θα απεδείκνυε ότι όταν η διαχείριση περνά στα χέρια των αγορών, παράγεται, ή έστω τείνει να παράγεται, μια οποιαδήποτε ισορροπία (πόσο μάλλον “η καλύτερη”)

Το ευρώ δημιουργήθηκε απόντος του ευρωπαϊκού κράτους, από εθνικά κράτη των οποίων οι βασικές λειτουργίες διαχειριστών των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου έβαιναν προς κατάργηση. Το δόγμα ενός νομίσματος “ανεξάρτητου” από το Κράτος εκφράζει αυτόν τον παραλογισμό. Η πολιτική “Ευρώπη” δεν υπάρχει. Παρά τις ευφάνταστες και αφελείς εκκλήσεις για την υπέρβαση της αρχής της εθνικής κυριαρχίας, τα έθνη κράτη παραμένουν τα μόνα που διαθέτουν νομιμοποίηση. Δεν υπάρχει η πολιτική ωριμότητα ώστε οποιοσδήποτε λαός κάποιου από τα ιστορικά έθνη που απαρτίζουν την Ευρώπη να αποδεχθεί το αποτέλεσμα μιας “ευρωπαϊκής ψηφοφορίας”. Μπορεί κανείς να το εύχεται, αλλά θα πρέπει να περιμένει πάρα πολύ μέχρι να αναδυθεί μια πανευρωπαϊκή νομιμοποίηση.

Ουτε και η οικονομική και κοινωνική Ευρώπη υπάρχει. Η Ευρώπη των 25 ή των 30 κρατών παρουσιάζει βαθύτατες ανισότητες στο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα ολιγοπώλια που ελέγχουν το σύνολο της οικονομίας (και επιπλέον την τρέχουσα πολιτική και την πολιτική κουλτούρα) έχουν “εθνικότητα” όπως αυτή ορίζεται από την εθνικότητα των διευθυντικών στελεχών τους. Πρόκειται για ομίλους κυρίως βρετανικούς, γερμανικούς και γαλλικούς και δευτερευόντως ολλανδικούς, σουηδικούς, ισπανικούς, ιταλικούς. Η ανατολική και μέρος της νότιας Ευρώπης έχουν προς την βορειοδυτική ευρώπη σχέση ανάλογη με αυτή της Λατινικής Αμερικής προς τις ΗΠΑ. Υπ αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη δεν είναι παρά μία κοινή αγορά που αποτελεί μέρος της παγκόσμιας αγοράς του ύστερου καπιταλισμού των γενικευμένων, παγκοσμιοποιημένων, συχνά χρηματιστικών ολιγοπωλίων. Απ αυτή την άποψη, όπως έχω γράψει, η Ευρώπη είναι “η πιο παγκοσμιοποιημένη” περιοχή του παγκόσμιου συστήματος. Αυτή η πραγματικότητα, που ενισχύεται από την ανυπαρξία της πολιτικής Ευρώπης, οδηγεί σε διαφορετικούς πραγματικούς μισθοί, διαφορετικά συστήματα κοινωνικής προστασίας και φορολογίας τα οποία δεν μπορούν να καταργηθούν στα πλαίσια των παρόντων ευρωπαϊκών θεσμών.

2. Συνεπώς, η δημιουργία του ευρώ έβαλε την άμαξα μπροστά από τα βόδια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πολιτικοί που αποφάσισαν την δημιουργία του ευρώ παραδέχθηκαν ότι έκαναν αυτό ακριβώς, υποστηρίζοντας όμως ότι με το ενιαίο νόμισμα η Ευρώπη θα υποχρεωνόταν κάποια στιγμή να μετατραπεί σε υπερεθνικό κράτος, στέλνοντας τελικά τα βόδια μπροστά από την άμαξα. Αυτό το θαύμα δεν συνέβη. Και όλα δείχνουν ότι δεν θα συμβεί. Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχα την ευκαιρία να γνωστοποιήσω τις αμφιβολίες μου σε αυτό τον τομέα. Η έκφραση που είχα διατυπώσει τότε («βάζω την άμαξα μπροστά από τα βόδια»)υιοθετήθηκε πρόσφατα από ανώτατο αξιωματούχο που ήταν υπεύθυνος για την δημιουργία του ευρώ και οποίος τότε με είχε κατηγορήσει για αδικαιολόγητη απαισιοδοξία. Είχα γράψει επίσης ότι ένα τόσο παράλογο σύστημα δεν μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι λειτουργεί χωρίς σοβαρές παρεκκλίσεις παρά μόνο όσο η οικονομική συγκυρία είναι ευνοϊκή. Αυτό που συνέβη ήταν αναμενόμενο. Οταν μια κρίση (έστω κι αν σε πρώτη φάση ήταν τραπεζική) έπληξε το σύστημα, το ευρώ ήταν αδύνατο να δώσει συνεκτικές και αποτελεσματικές απαντήσεις.
Η τρέχουσα κρίση θα διαρκέσει και θα βαθύνει. Τα αποτελέσματά της είναι διαφορετικά και άνισα από μία χώρα σε άλλη. Ως εκ τούτου, οι κοινωνικές και πολιτικές απαντήσεις στα προβλήματα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων, καθώς και τα πολιτικά συστήματα διαφέρουν και θα διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Η διαχείριση των προβλημάτων είναι αδύνατη όσο απουσιάζει ένα πραγματικό και νομιμοποιημένο ευρωπαϊκό κράτος. Επίσης, το νομισματικό εργαλείο που θα καθιστούσε εφικτή αυτή τη διαχείριση δεν υπάρχει.
Οι απαντήσεις που έδωσαν στην κρίση (και στην ελληνική κρίση) οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι παράλογες και καταδικασμένες να αποτύχουν. Οι απαντήσεις συνοψίζονται σε μία μόνο λέξη -λιτότητα παντού, για όλους- και αντιστοιχούν με τις απαντήσεις που έδιναν οι κυβερνήσεις την περίοδο 1929-1930. Οπως οι λύσεις της δεκαετίας του 1930 επιδείνωσαν την πραγματική κρίση, αυτές που υιοθετούν σήμερα οι Βρυξέλλες θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

3. Αυτό που έπρεπε να είχε γίνει την δεκαετία του 1990 θα ήταν να δημιουργηθεί ένα «ευρωπαϊκό νομισματικό φίδι». Τα ευρωπαϊκά κράτη θα είχαν διατηρήσει την κυριαρχία τους και θα διαχειρίζονταν την οικονομία και το νόμισμά τους ανάλογα με τις ικανότητες και τις ανάγκες τους, έστω μέσα στα όρια της εμπορικής ολοκλήρωσης (κοινή αγορά). Η αλληλεξάρτηση των χωρών θα είχε αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα μέσω του νομισματικού φιδιού: οι ισοτιμίες μεταξύ των ευρωπαϊκών νομισμάτων θα παρέμεναν σταθερές και θα αναθεωρούνταν (ανατιμήσεις, υποτιμήσεις) από καιρό σε καιρό μετά από διαπραγματεύσεις.
Ετσι θα άνοιγε μια μακροπρόθεσμη προοπτική «σκλήρυνσης του φιδιού» (που πιθανώς θα προετοίμαζε την υιοθέτηση κοινού νομίσματος). Μέτρο της προόδου προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η αργή και προοδευτική σύγκλιση της παραγωγικότητας, των πραγματικών μισθών και των κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, το φίδι θα είχε διευκολύνει - και όχι παρεμποδίσει- την σύγκλιση προς τα πάνω. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα απαιτείτο διαφορετικό μείγμα πολιτικής σε κάθε χώρα και μέτρα όπως ο έλεγχος της ροής κεφαλαίων, που σημαίνει άρνηση της παράλογης απορρυθμισμένης τραπεζικής ολοκλήρωσης που δεν γνωρίζει σύνορα.


4 .Η τωρινή κρίση του ευρώ θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία για την εγκατάλειψη του παράλογου συστήματος διαχείρισης αυτού του εικονικού νομίσματος και για την δημιουργία ευρωπαϊκού νομισματικού φιδιού που να αντανακλά τις πραγματικές δυνατότητες των εμπλεκόμενων χωρών. Η Ελλάδα και η Ισπανία θα μπορούσαν να θέσουν την διαδικασία σε κίνηση αποφασίζοντας

(i) να φύγουν "προσωρινά" από το ευρώ

(ii) να υποτιμήσουν το νόμισμά τους

(iii) να υιοθετήσουν έλεγχο των συναλλαγματικών ροών, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος την αναδιάρθρωση του χρέους τους, μετά τον λογιστικό έλεγχο, την άρνηση πληρωμής χρεών που προκύπτουν από διαφθορά ή από κερδοσκοπικά παιχνίδια (στα οποία συμμετείχαν τα ξένα ολιγοπώλια απομυζώντας κέρδη). Είμαι βέβαιος ότι ένα τέτοιο παράδειγμα θα δημιουργούσε σχολή.

5. Δυστυχώς, η πιθανότητα εξόδου από την κρίση με τέτοιο τρόπο τείνει στο μηδέν. Κι αυτό γιατί η επιλογή του «ανεξάρτητου από τα κράτη» ευρώ και ο ιερός σεβασμός προς «τους νόμους των χρηματαγορών» δεν είναι προϊόντα παράλογης θεωρητικής σκέψης. Ταιριάζουν άψογα στην διατήρηση της εξουσίας των ολιγοπωλίων. Είναι τμήματα του συνολικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η σύλληψη του οποίου είχε αποκλειστικό και απόλυτο στόχο να καταστήσει αδύνατη την αμφισβήτηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που ασκούν αυτά τα ολιγοπώλια με δικό τους και μόνο όφελος.
Σε ένα φανταστικό γράμμα με τίτλο «Ανοικτή επιστολή του Γ. Παπανδρέου προς την Α. Μέρκελ», το οποίο έκανε το γύρο το διαδικτύου, οι Ελληνες συγγραφείς συγκρίνουν την αλαζονεία της Γερμανίας χθες και σήμερα. Δύο φορές στην διάρκεια του 20ου αιώνα, η ηγέτιδα τάξη της χώρας αυτής κυνήγησε μια χίμαιρα, την αναμόρφωση της Ευρώπης με στρατιωτικά μέσα. Και τις δύο φορές, οι δυνάμεις της υπερεκτιμήθηκαν. Μήπως και ο στόχος της γερμανικής ηγεσίας σε μια Ευρώπη που θα γίνει «ζώνη του μάρκου» βασίζεται κι αυτός στην υπερεκτίμηση της ανωτερότητας της γερμανικής οικονομίας, που στην πραγματικότητα είναι ευάλωτη;

Η έξοδος από την κρίση δεν θα ήταν εφικτή παρά μόνο αν μια ριζοσπαστική αριστερά τολμούσε να αναλάβει την πολιτική πρωτοβουλία για την οικοδόμηση εναλλακτικών «αντι-ολιγαρχικών» συνασπισμών. Εχω γράψει ότι η Ευρώπη ή θα είναι αριστερή, ή δεν θα είναι τίποτα. Το γεγονός ότι η κοινοβουλευτική αριστερά στην Ευρώπη συντάσσεται πίσω από την ιδέα ότι «η Ευρώπη όπως είναι τώρα είναι προτιμότερη από το να μην υπήρχε» δεν μας επιτρέπει να βγούμε από το αδιέξοδο, κάτι που θα απαιτούσε την αποδόμηση των ευρωπαϊκών θεσμών και των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, το σύστημα του ευρώ και η «Ευρώπη» με την τωρινή μορφή της θα βυθιστεί σε ένα χάος του οποίου η έξοδος δεν μπορεί να προβλεφθεί. Μπορούμε να φανταστούμε όλα τα σενάρια, περιλαμβανομένων και αυτών που λέμε ότι θέλουμε να αποφύγουμε, δηλαδή την αναγέννηση της ακροδεξιάς. Υπ αυτές τις συνθήκες, λίγα αλλάζουν για τις ΗΠΑ αν επιβιώσει μια εντελώς αδύναμη Ευρώπη ή αν διαλυθεί. Η ιδέα μιας Ευρώπης ενωμένης και ισχυρής που θα υποχρέωνε την Ουάσιγκτον να ακούσει τις απόψεις της και να λάβει υπόψη τα συμφέροντά της είναι μια ψευδαίσθηση.

6. Εξέφρασα τις σκέψεις αυτές με συμπαγή τρόπο. Σε προηγούμενα κείμενά μου έχω αναφερθεί στις διάφορες πτυχές των ευρωπαϊκών αδιεξόδων:

--L’hégémonisme des Etats-Unis et l’effacement du projet européen, section II, 2000

--Au-delà du capitalisme sénile, chapitre VI, 2002

--Le virus libéral, chapitre V, 2003

--Pour un monde multipolaire, chapitre I, 2005

--La crise, sortir de la crise du capitalisme ou sortir du capitalisme en crise ? , chapitre I, 2008
 
Το αδιέξοδο του ευρωπαϊκού σχεδίου

1. Το κλίμα ευφορίας που επικρατεί στις συζητήσεις για το «ευρωπαϊκό σχέδιο» αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα της ρητορικής των πολιτικών της ηπείρου, είτε προέρχονται από τη Δεξιά ή την Αριστερά. Εκ πρώτη όψεως φαίνεται ότι μόνο υποστηρικτές ενός εξτρεμιστικού «λαϊκισμού» (ο οποίος θεωρητικά διαχωρίζεται στην άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά) αντιτίθενται στο συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο δεν προσφέρει εναλλακτικές για το μέλλον των συγκεκριμένων ανθρώπων.

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα όμως είναι ελαφρώς περίεργο: Ιδιαίτερα μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) επιχειρεί να περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών της οικονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο χωρίς όμως να προσφέρει ως αντάλλαγμα οποιοδήποτε υποκατάστατο διακυβέρνησης στο επίπεδο της Ένωσης! Με άλλα λόγια, η ΕΕ λειτουργεί σε πραγματικούς όρους ως η πιο τέλεια «παγκοσμιοποιημένη» περιοχή της Γης με την πλέον βάρβαρη έννοια του όρου (να εξαφανίζει κάθε περιθώριο αυτονομίας του Κράτους). Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από αυτή που επικρατεί στις ΗΠΑ ή σε άλλες περιοχές του πλανήτη όπου το Κράτος, όσο εύθραυστο και ευάλωτο και αν είναι, παραμένει κυρίαρχο των αποφάσεων που το ίδιο λαμβάνει. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι κανόνες που επιβάλλονται από τον ΠΟΕ (ο οποίος επίσης στοχεύει στη σταδιακή εξαφάνιση των δικαιωμάτων και προνομίων του Κράτους). Η Ευρώπη λοιπόν προπορεύεται από τον υπόλοιπο κόσμο στο Μεγάλο Άλμα προς την οπισθοδρόμηση.

Ο αυτό-ακρωτηριασμός των Ευρωπαϊκών Κρατών συνδέεται με όλες τις πτυχές της οικονομικής ζωής: Στην Ευρώπη δεν υπάρχει πλέον πολιτική που να αφορά το νόμισμα, τις ισοτιμίες, τον προϋπολογισμό, την απασχόληση ή τη βιομηχανία.

Η ΕΚΤ απαγόρευσε στον εαυτό της να ασκεί νομισματική πολιτική και αντ’ αυτού έθεσε ως μοναδικό στόχο, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται, να εξασφαλίζει «σταθερότητα τιμών απαγορεύοντας δια ροπάλου στα Κράτη να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα τους μέσω των “δικών” τους κεντρικών τραπεζών».

Λειτουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο παύει να έχει οποιονδήποτε δημόσιο συνομιλητή (το Κράτος ή την Ένωση) στον οποίο θα έπρεπε να λογοδοτεί για την πολιτική της. Αυτή η αντιπληθωριστική αποπληθωριστική επιλογή αποτελεί ουσιαστικά ένα επιπρόσθετο και διαρκές εμπόδιο για την αναθέρμανση της οικονομίας.

Η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει ενεργητική συναλλαγματική πολιτική, οι στόχοι της οποίας (ένα «σκληρό» ή ένα «ασθενές» Ευρώ) θα έπρεπε να καθορίζονται από τον συνομιλητή ο οποίος όμως δεν υφίσταται πλέον. Αντιθέτως η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατήρησε το σύνολο των εξουσιών της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής. Συνεπώς η Ουάσινγκτον είναι αυτή που αποφασίζει εάν το δολάριο θα είναι ισχυρό ή ασθενές, ενώ το ευρώ μπορεί απλώς να παρατηρεί αυτή την απόφαση και να αντιδρά ανάλογα. Θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι ο κανόνας δολαρίου είναι στην πραγματικότητα κανόνας πετρελαίου/δολαρίου. Οι τιμές του πετρελαίου καθορίζονται σε δολάρια και η Ηνωμένες Πολιτείες καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, αν χρειαστεί ακόμη και με στρατιωτικές επεμβάσεις (όπως συνέβη στην περίπτωση του Ιράκ) για να εμποδίσουν τους παραγωγούς να πωλούν το πετρέλαιό τους σε ευρώ. Είναι γεγονός ότι τα Ευρωπαϊκά Κράτη αρνούνται μέχρι στιγμής να παίξουν αυτό το παιχνίδι και «συμπάσχουν» με τον φίλο τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αποδυναμωμένο κατ’ αυτό τον τρόπο το ευρώ, σε αντίθεση με το δολάριο, δεν μπορεί να αποτελέσει διεθνές νόμισμα. Ο πραγματικός εν δυνάμει ανταγωνιστής του δολαρίου δεν είναι το ευρώ αλλά το κινεζικό Γουάν.

Το «σύμφωνο σταθερότητας» ενταφίασε κάθε δυνατότητα εφαρμογής δημοσιονομικής πολιτικής. Η επιλογή αυτή δικαιολογήθηκε με αναφορές σε μια αμφισβητούμενη θεωρία η οποία εξισώνει την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος με τη φορολόγηση ή το δανεισμό. Αυτή η δικαιολογία είναι στην πραγματικότητα άσκοπη αφού το σύμφωνο περιορίζει το έλλειμμα στο 3% και το χρέος στο 60% του ΑΕΠ. Ούτε οι ΗΠΑ ούτε καμία άλλη χώρα στον κόσμο (με εξαίρεση ορισμένες ημι-αποικίες υπό τη διακυβέρνηση του ΔΝΤ) δεν επέβαλαν στον εαυτό τους ένα τέτοιο ακρωτηριασμό ο οποίος πολύ σωστά χαρακτηρίστηκε «γελοίος» από τον Πρόντι.

Οι πολιτικές της κοινότητας δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν ούτε την κατάλυση της εθνικής βιομηχανικής πολιτικής (που προωθήθηκε με το πρόσχημα ότι ο διαφανής «ανταγωνισμός» - δηλαδή χωρίς προστασία και επιδοτήσεις – οδηγεί στην καλύτερη κατανομή των επενδύσεων) ούτε της πολιτικής εργασίας, η οποία εγκαταλείπεται στους νόμους της αγοράς (με την πίστη ότι η ελαστικοποίηση θα λύσει όλα τα προβλήματα). Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε από την διάλυση των δημοσίων υπηρεσιών και τις ιδιωτικοποιήσεις. Η ατζέντα δεν περιλαμβάνει ούτε «βιομηχανική Ευρώπη» ούτε «κοινωνική Ευρώπη». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπό αυτό το πρίσμα η Ευρώπη προσεγγίζει το μοντέλο που εξαρχής υιοθέτησαν οι ΗΠΑ και κατ’ αυτόν τρόπο απομακρύνεται από όλες τις παραδόσεις του 19ου και του 20ου αιώνα στις οποίες στηρίχθηκε η επιτυχία της.

Παρόλα αυτά, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει η στρατηγική της στρατιωτικ-βιομηχανικης βιομηχανίας η οποία ενισχύεται ενεργά από το Κράτος (παρά τη «φιλελεύθερη» ρητορική η οποία είναι πολύ πιο αναπτυγμένη σε σχέση με την Ευρώπη). Είναι κωμικό το γεγονός ότι τα μοναδικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας (τα Airbus και οι βάσεις εκτόξευσης Arian) πραγματοποιήθηκαν χάρη σε παρεμβάσεις δημοσίων υπηρεσιών και πως αν αυτές αφήνονταν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, απλώς δεν θα είχαν επιτευχθεί.

Είναι γεγονός ότι σε συγκεκριμένους τομείς – όπως της γεωργίας – η Ευρώπη εφάρμοσε ενεργητική κοινοτική πολιτική, απελευθερωμένη από το φιλελεύθερο δόγμα. Η συγκεκριμένη πολιτική απέφερε καρπούς: εκσυγχρονισμό της οικογενειακής γεωργικής παραγωγής, επέκταση των καλλιεργήσιμων εδαφών, εντατικοποίηση στην χρήση εξοπλισμού, εγγυημένες τιμές που εξασφάλιζαν εξισορρόπηση του εισοδήματος μεταξύ των εργαζομένων στην ύπαιθρο και στην πόλη και εν τέλει παραγωγή σημαντικών (και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικών) πλεονασμάτων για εξαγωγές. Πόσο στοίχισε αυτή η πολιτική; Αναμφίβολα ξεπέρασε το μισό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αυτός ο προϋπολογισμός όμως είναι ασήμαντος (λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ των χωρών μελών). Και τώρα αποτελεί κοινό τόπο ότι η ΚΑΠ βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.

Οι περιφερειακές πολιτικές, οι οποίες αποτελούν το δεύτερο σημαντικότερο τμήματα των κοινοτικών δαπανών (το ένα τρίτο του προϋπολογισμού) εδράζονται σε σειρά αντιφάσεων και παρωχημένων πολιτικών επιδιώξεων. Στόχος τους δεν είναι τόσο ο περιορισμός των ανισοτήτων (μεταξύ των χωρών μελών της Ένωσης αλλά και των περιοχών που τις αποτελούν) αλλά να στηρίξουν την προσπάθειά αυτών των περιοχών να «αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό» ο οποίος θεωρητικά αποτελεί φορέα ανάπτυξης για όλους (το φιλελεύθερο δόγμα φυσικά δεν αμφισβητείται ποτέ παρά το γεγονός ότι η ιστορία και το παρόν αποδεικνύουν την παντελή έλλειψη συνεκτικότητας που το χαρακτηρίζει). Με αυτή τη λογική η στήριξη προς τις ασθενέστερες χώρες τείνει να χάνει τη σημασία της (τουλάχιστον αναλογικά) μετά την ένταξη των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης.

Οι πολιτικές περιφερειοποίησης που εφαρμόστηκαν και οι οποίες έχουν ως άξονα την ενίσχυση των περιφερειών για τις δαπάνες τους σε υποδομές και εκπαίδευση, μάλλον ενέτειναν τις ανισότητες ενώ έδωσαν προτεραιότητα στις λεγόμενες «υποσχόμενες περιοχές - promising regions» που ανοίγονταν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό (όπως η Βαυαρία, η Λομβαρδία και η Καταλονία). Εδώ στόχος της πολιτικής είναι να μειωθεί η σημασία της «εθνικής οντότητας» προς όφελος των «τοπικών» προτιμήσεων. Ο παγκοσμιοποιημένος φιλελευθερισμός προτιμούσε πάντα τα μικρά παρά τα μεγάλα Κράτη καθώς στην πρώτη περίπτωση είναι ευκολότερο να τα απογυμνώσει από κρατικά προνόμια και εξουσίες. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνεται πάντα προτεραιότητα στις θέσεις της «Βαυαρίας», της «Λομβαρδίας και της Καταλονίας και όχι των Εθνών (τα οποία πάντα θεωρούνται ύποπτα «σοβινιστικών» παρεκτροπών).

Εν τέλει, η θεώρηση που κυριάρχησε στο όραμα της διεύρυνσης δεν διαφέρει στη φύση της από την προσπάθεια των ΗΠΑ να εντάξουν τη Λατινική Αμερική σε μια τεράστια ζώνη ελεύθερου εμπορίου του νότιου ημισφαιρίου. Αυτού του είδους οι ενώσεις είναι σχεδιασμένες ώστε να διευρύνουν το χάσμα μεταξύ των περιφερειακών εταίρων (η Λατινική Αμερική στη μια περίπτωση και η Ανατολική Ευρώπη στην άλλη) μεταξύ καλά ενταγμένων και ανεπτυγμένων μικρών ζωνών υπό τον έλεγχο των κυρίαρχων καπιταλιστικών κέντρων (των ΗΠΑ στη μια περίπτωση και της Γερμανίας στην άλλη). Η λογική σύμφωνα με την οποία οι αυξανόμενες ροές ιδιωτικών κεφαλαίων θα γεφυρώσουν αυτομάτως το χάσμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από προπαγάνδα. Ενώ όμως οι λαοί της Λατινικής Αμερικής απορρίπτουν την επέκταση της ζώνης ελεύθερου εμπορίου σε ηπειρωτικό επίπεδο και μάχονται τις ΗΠΑ στο έδαφός τους, η Ανατολική Ευρώπη υποδέχεται με τη μεγαλύτερη δυνατή αφέλεια το πανομοιότυπο σχέδιο που προωθούν τα καπιταλιστικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης!

H πολιτική συνεργασίας της Ένωσης με τις χώρες της υποσαχάρειας Αφρικής ήταν ανέκαθεν «νέο-αποικιακή» και διατηρεί ολόκληρη την ήπειρο σε «προβιομηχανική» κατάσταση. Η φιλελεύθερη στάση της Ένωσης, η οποία διέπει τις συμφωνίες του Κοτονού (2000) και τη λεγόμενη «περιφερειακή οικονομική συνεργασία» (REPA) επιδείνωσαν την ούτως η άλλως ασθενική ανάπτυξη. Υπό αυτή την προοπτική η Αφρική είναι εγκλωβισμένη σε ένα «προσχεδιασμένο αποκλεισμό» (Cf. S. Amin et alii, Afrique: renaissance ou exclusion programmée?, 2005). Η «ανοιχτή παγκοσμιοποιήση» η οποία αλυσοδένει την ήπειρο σε προ-βιομηχανικά επίπεδα αποτελεί αναμφισβήτητα μια χειροπιαστή στρατηγική, από την πλευρά της Ένωσης, που στόχο έχει να δώσει στις κυρίαρχες πολυεθνικές επιχειρήσεις τα μέσα που χρειάζονται για να πλιατσικολογήσουν τους φυσικούς πόρους της Αφρικής σε χαμηλό κόστος. Ακόμη και έτσι όμως πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό το πλιάτσικο ευνοεί περισσότερο τις αμερικανικές και όχι τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές. Με δεδομένη την προοπτική παρακμής της Αφρικής, οι πολιτικές συνεργασίας (που τώρα χαρακτηρίζονται «σύμπραξη») μεταξύ τη Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ACP (Ομάδα χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού) είναι καταδικασμένες να χάνουν τη σημασία τους απέναντι σε άλλες πρωτοβουλίες που σχετίζονται με τη Λατινική Αμερική, την Ασία και τη Μεσόγειο. Μέχρι στιγμής όμως τίποτα δεν μαρτυρά ότι και οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να τροποποιηθούν και να αποδεσμευτούν τη λογική της επέκτασης του υπερεθνικού κεφαλαίου. Όσο για τα λεγόμενα ευρω-μεσογειακά προγράμματα, έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να έχουν κάποιο αντίκτυπο λόγω της de-facto προσκόλλησης των Ευρωπαίων στην Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ – παρά τις ρητορικές εξάρσεις που σημειώνονται κατά διαστήματα. (Cf. S. Amin et A. El Kenz, le monde arabe, 2005).

2. Το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, με την παρούσα μορφή του, οδηγεί στην παράλογη προσκόλληση σε μια λογική η οποία συστηματικά υποσκάπτει την επιτυχημένη οικονομική επέκταση της ηπείρου. Και το ερώτημα φυσικά που προκύπτει είναι: γιατί ακολουθούν αυτές τις επιλογές;

Η μόνη λογική απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί είναι ότι τις συγκεκριμένες επιλογές τις επέβαλε το μεγάλο κεφάλαιο γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να συνθλίψει την κοινωνική ισχύ την οποία οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι (και πρωτίστως η εργατική τάξη) κατάφεραν να κατοχυρώσουν ύστερα από δυο αιώνες πάλης. Η κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος προσέφερε αυτή τη δυνατότητα. Η συγκεκριμένη επιλογή φάνταζε εκείνη την εποχή απόλυτα «λογική» αλλά φυσικά στηριζόταν σε ένα βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό τον οποίο ευνοούσε κατά διαστήματα και το κεφάλαιο. Η συμπεριφορά των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ήταν παράλογη καθώς πίστευαν ότι θα ευνοηθούν από την κατάρρευση των κομμουνιστικών κομμάτων. Στην πραγματικότητα στόχος της φιλελεύθερης πολιτικής ήταν να εξαφανίσει και τα μεν και τα δε.

Το οικοδόμημα λοιπόν, με τη σημερινή του μορφή, εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Ουάσινγκτον δεν αισθάνεται να «απειλείται» από μια «ανταγωνιστική» Ευρώπη. Ουσιαστικά, η σχετική στασιμότητα στην οποία αυτοπαγιδεύθηκε η Ευρώπη, από τις ακραία φιλελεύθερες επιλογές, της διευκολύνει την χρηματοδότηση του αμερικανικού ελλείμματος λόγω της ηγετικής θέσης την οποία η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να πιστεύει ότι διατηρεί. Η στασιμότητα παράγει πλεονάζοντα κέρδη στην Ευρώπη τα οποία καθώς δεν βρίσκουν ευκαιρίες επενδύσεων από την επέκταση του ευρωπαϊκού συστήματος παραγωγής, καταλήγουν τελικά στις χρηματαγορές των ΗΠΑ.

Για όλους του λόγους που προαναφέρθηκαν το «Ευρωπαϊκό» σύστημα παραγωγής απλώς δεν υφίσταται. Άλλωστε οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν, ουδέποτε σκόπευαν να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο κυρίαρχος φιλελευθερισμός, που ενυπάρχει σε αυτούς του θεσμούς, αποδομεί τα εθνικά συστήματα παραγωγής χωρίς να τα αντικαθιστά με ένα ενοποιημένο, πραγματικά ευρωπαϊκό σύστημα - με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δηλαδή που αποδομεί τα εθνικά κράτη χωρίς να τα αντικαθιστά με ένα ευρωπαϊκό, εναλλακτικό Κράτος. Ο ανταγωνισμός όμως αφορά τα παραγωγική συστήματα και όχι τις μονάδες που τα αποτελούν. Η συζήτηση λοιπόν για το αν η Ευρώπη θα γίνει ανταγωνιστική των ΗΠΑ – που αποτελούν Κράτος με δικό του σύστημα παραγωγής – είναι καινή περιεχομένου. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε αυτό το διάλογο – όγκος παραγωγής και εξαγωγές – δεν είναι τίποτα περισσότερο από το άθροισμα των εθνικών στοιχείων. Δεν αναφέρονται στην «Ευρώπη», η οποία πολύ απλά δεν υπάρχει.

Οι κυρίαρχες θέσεις αποδίδουν την καθυστέρηση της Ευρώπης στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες της να υιοθετήσουν με επιτυχία και σύστημα έναν φιλελευθερισμό «αμερικανικού τύπου». Ποτέ βέβαια δεν αναφέρονται στην ασυμμετρία που χαρακτηρίζει τις σχέσεις ανάμεσα στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Στην πραγματικότητα εάν η Ευρώπη αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει τα πλεονάσματα που δανείζει στις Ηνωμένες Πολιτείες για το εσωτερικό της – και αυτή είναι η μοναδική απόφαση που θα μπορούσε να βγάλει την ήπειρο από τη στασιμότητα – οι ΗΠΑ θα ήταν αναγκασμένες να αναπροσαρμόσουν την οικονομική του πολιτική, να περιορίσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες αλλά και τις σπάταλες καταναλωτικές συνήθειες. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα συμβεί χωρίς μια μείζονα κρίση.

Οι πολιτικές που υιοθετεί η Ευρώπη δεν κινούνται προς την κατεύθυνση που θα εξέφραζε την οικονομική της ισχύ, αλλά στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Η ιδιωτικοποίηση και διάλυση των πραγματικά αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών (SNCF, EDF και άλλα προφανή παραδείγματα) προσφέρουν στο αμερικανικό κεφάλαιο, και ειδικά στα συνταξιοδοτικά ταμεία, μοναδικές ευκαιρίες για να αντλήσουν κέρδη από τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της (ευρωπαϊκής) οικονομίας, μειώνοντας παράλληλα τα μέσα που διαθέτουν οι Ευρωπαίοι για την έξοδο από την κρίση.

Πρέπει λοιπόν να ενδώσουμε στην απελπισία και να αποδεχθούμε την πρόγνωση της Ουάσινγκτον ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις επιλογές της Ευρώπης, όσο παράλογες και αν είναι αυτές; Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και δεν πρέπει να τον υποτιμήσουν τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης. Η κυρίαρχη τάξη, με τη στενή έννοια του όρου – το μεγάλο ολιγοπωλιακό κεφάλαιο – δελεάζεται να εγκλωβιστεί σε αυτό το δρόμο, ο οποίος είναι αδιέξοδος για τους ευρωπαίους, με αντάλλαγμα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει από την συμμετοχή της στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Αναμφισβήτητα η τάξη των ευγενών – δηλαδή οι ΗΠΑ – η οποία εξουδετερώνει τις επιπτώσεις του χάους που προκαλεί η καπιταλιστική ανάπτυξη, μπορεί να αναγκάσει τους υπηκόους της να πληρώσουν για αυτή την υπηρεσία που τους προσφέρει. Οι τελευταίοι όμως μην έχοντας άλλη επιλογή αποδέχονται τη θέση του σκλάβου που του προσφέρουν. Ούτως η άλλως δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που συμβαίνει κάτι ανάλογο και σίγουρα δεν είναι η τελευταία.

3. Συνεπώς δεν πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο μπορεί να επιβιώσει με τη σημερινή ακραία φιλελεύθερη διάστασή του ούτε με τη συμμαχία του με την Ουάσινγκτον.

Παρόλα αυτά μένει να διαπιστώσουμε με ποιο τρόπο θα επέλθει η αμφισβήτησή του και ποιο δρόμο θα αναγκαστεί να ακολουθήσει.

Μπορεί αυτή η δουλικότητα των ισχυρότερων τμημάτων της κυρίαρχης τάξης και των πολιτικών ακολούθων τους (από τη Δεξιά και την Αριστερά) να επιβληθεί και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες; Αμφιβάλλω, επειδή – και αυτή είναι η κεντρική ιδέα της θέσης μου – δεν θα το επιτρέψει η ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα. Δεν θα επανέλθω εδώ με λεπτομέρειες στη θέση που διατύπωσα στο The Liberal Virus (Pluto,2004) και στο Beyond US Hegemony (Zed, 2006). Απλώς κωδικοποιώ τα συμπεράσματα: η προώθηση της λογικής των οικονομιών των κυρίαρχων ολιγοπωλίων κλείνει το χάσμα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, η λογική της διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας των δυο πλευρών το διευρύνει.

Θα επιστρέψω λοιπόν στο σημείο της ανάλυσής μου που εστιάζει στην «πολιτική κουλτούρα». Η πολιτική κουλτούρα ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου μπορούν να αναλυθεί σαν μια διαδοχή σημαντικών εξελίξεων οι οποίες καθόρισαν το διαχωρισμό μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, η Γαλλική Επανάσταση, το Κοινωνικό Συμβόλαιο, η δημιουργία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος του 19ου αιώνα, ο μαρξισμός και η παρισινή κομμούνα, η ρωσική επανάσταση και ο σχηματισμός των κομμουνιστικών κομμάτων. Τα κινήματα της Δεξιάς στάθηκαν απέναντι σε αυτή την πορεία με την μοναρχική Παλινόρθωση (« Ιερά Συμμαχία»), με τη μορφοποίηση των «αντιμαρξιστικών ιδεολογιών» (και τις παρεκκλίσεις προς τον φασισμό), με την υπεράσπιση των αποικιοκρατικών (και ρατσιστικών) ιδεολογιών, και με τα αντισοβιετικά κινήματα. Τα διαδοχικά στάδια σχηματοποίησης της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας δεν έχουν καμία σχέση με αυτή την ιστορία. Η δική τους κουλτούρα δημιουργήθηκε από διαδοχικά γεγονότα μείζονος σημασίας: τη μετανάστευση στη Νέα Αγγλία τμημάτων του πληθυσμού που αντιτίθενται στο Διαφωτισμό, τη γενοκτονία των ινδιάνων και το φαινόμενο της δουλείας στο εσωτερικό της κοινωνίας (οι συνέπειες του οποίου είναι διαφορετικές όταν πραγματοποιείται σε μακρινές αποικίες), την απόρριψη της ταξικής συνείδησης την οποία διαδοχικές ροές μεταναστών αντικατέστησαν με τον κομμουνιταριανισμό . Η πολιτική κουλτούρα που προκύπτει από αυτή την ιστορία δεν είναι ίδια με αυτή που δημιουργείται από την αντίθεση της δεξιάς με την Αριστερά (πιθανόν και τον σοσιαλισμό) αλλά είναι τέκνο μιας φιλοκαπιταλιστικής «συμφωνίας» η οποία σχετικοποιεί τον εκλογικό διπολισμό (ρεπουμπλικάνοι / δημοκρατικοί).

Το ερώτημα που γεννάται σήμερα στην Ευρώπη είναι εάν η κληρονομιά της πολιτικής κουλτούρας θα διαβρωθεί (και η Αριστερά, ως διεκδικητής ενός μετακαπιταλιστικού οικοδομήματος, θα εξαφανιστεί) σε βάρος της συνεχιζόμενης «αμερικανοποίησης» (τα κοινωνικά – φιλελεύθερα κόμματα στηρίζουν τους θιασώτες του «αιώνιου καπιταλισμού») ή εάν μια Νέα Αριστερά είναι σε θέση να αποκρυσταλλώσει προγράμματα που θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Προσωπικά θεωρώ ότι και τα δυο σενάρια είναι πιθανά.

Πέρα λοιπόν από το έργο του ευρωπαϊκού σχεδίου, είναι πλέον χρήσιμο να αναλύσουμε τον διάλογο που τον επισκιάζει. Σε αυτό το διάλογο κάθε αναφορά στην κληρονομιά της ευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας αντιμετωπίζεται σαν «περσινά ξινά σταφύλια»: προάσπιση των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων (η οποία χαρακτηρίζεται αδιακρίτως σαν «κορπορατισμός»), πατριωτισμός (με την έμφαση να δίνεται σε περιφερειακές ενώσεις εντελώς ανίσχυρες απέναντι στο κεφάλαιο, κομμουνιταριανισμός, ή ακόμη και συστήματα διακυβέρνηση με δυσανάλογη εκπροσώπηση εθνικών ομάδων όπως συμβαίνει στη Βαλτική ή την Κροατία. Στον αντίποδα ως μοντέρνο αντιμετωπίζει η θεοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων, περιοχές και χώρες (ανεξαρτήτως του κοινωνικού κόστους) ή αντι-κοσμικά αντιλήψεις όπως η λατρεία του Πάπα στην Πολωνία).

Η ανοικοδόμηση μια ευρωπαϊκής πολιτικής Αριστεράς απαιτεί ριζοσπαστική κριτική όλων αυτών των θέσεων. Επιπροσθέτως απαιτεί να εντοπίσουμε τη βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί η εναλλακτική πρόταση και από εκεί να εξαχθούν συμπεράσματα για τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα προγράμματα που θα ακολουθήσουμε.

Οι παραπάνω απόψεις αποτελούν μια αυστηρή ανάλυση όχι μόνο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αλλά και των αντιδράσεων που αυτό προκαλεί, ακόμη και μέσα σε προοδευτικά κοινωνικά κινήματα. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το συγκεκριμένο οικοδόμημα όχι σαν «ευρωπαϊκό» αλλά σαν το «ευρωπαϊκό τμήμα ενός ατλαντικού οικοδομήματος υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ» Η κύρια κριτική που ασκείται στο συγκεκριμένο οικοδόμημα φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στην αναζήτηση μια λιγότερο ασσύμετρης ισορροπίας στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής τριάδας (μέσω της οργάνωσης, σε αυτό το πλαίσιο των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης) παρά στην αναζήτηση μιας παγκόσμιας ισορροπίας η οποία δεν θα είναι τόσο δυσμενής για τον υπόλοιπο κόσμο.

Υπό αυτές τις συνθήκες το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Μπορεί το ευρωπαϊκό σχέδιο να αλλάξει κατεύθυνση ή προκειμένου να συμβεί αυτό θα πρέπει να αποδεχθεί την αποτυχία του; Γνωρίζουμε ότι το βασικό – και ενδεχόμενος το μοναδικό – επιχείρημα της ευρωπαϊκής πολιτικής Αριστεράς στηρίζεται στον φόβο ότι η απόρριψη του ευρωπαϊκού σχεδίου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τους εθνικισμούς που μέσα στον 20ο αιώνα προκάλεσαν τόση δυστυχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Φυσικά ασπάζομαι το φόβο των φίλων μου και δεν έχω αυταπάτες για τον δημαγωγικό και αντιδραστικό χαρακτήρα αυτού του προφανή αυτισμού. Λέω προφανή γιατί, στην πραγματικότητα, αυτά τα ακροδεξιά κινήματα δεν θα αμφισβητήσουν ποτέ την ηγεσία της πλουτοκρατίας των ολιγοπωλίων. Δεν πιστεύω ότι η «υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ιδέας με κάθε κόστος» και η de facto αποδοχή της σημερινής πραγματικότητας (με το πρόσχημα ότι η κατάσταση «δεν είναι τόσο άσχημη» όσο αυτή που θα προέκυπτε από τον ακροδεξιό λαϊκισμό) θα μας προετοιμάσουν για να αντιμετωπίσουμε την κατάρρευση του ευρωπαϊκού σχεδίου από την άκρα δεξιά. Το να πιστεύουμε ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια Κοινωνική Ευρώπη με αργές κινήσεις είναι μη ρεαλιστικό. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν θα επιτρέψει τίποτα περισσότερο από διακοσμητικές μεταρρυθμίσεις χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο κόσμος το γνωρίζει ήδη. Η πολιτική Αριστερά το έχει καταλάβει και αντλεί συμπεράσματα από αυτό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι απόλυτα ξεκάθαρες αλλά και ουδέτερες απέναντι στο συγκεκριμένο ζήτημα: Η Ευρώπη με τους θεσμούς των Βρυξελλών, στη σημερινή τους μορφή, εξυπηρετεί απόλυτα τις αμερικανικές επιδιώξεις. Αλλά και μια Ευρώπη διασπασμένη σε Κράτη υπό την κυριαρχία των λαϊκιστών και πάλι θα εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.

Αυτό το δίλλημα – διάσωση του ευρωπαϊκού σχεδίου με κάθε κόστος ή χάος – εάν αποτελούσε τη μοναδική εναλλακτική θα σήμαινε ότι η Ευρώπη βρίσκεται στην οδό της μη αναστρέψιμης παρακμής. Παραμένω όμως αισιόδοξος επειδή πιστεύω ότι η ανοικοδόμηση αυθεντικών πολιτικών κινημάτων της Αριστεράς στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι εφικτή μέσα από την αναγέννηση της πολιτικής κουλτούρας της σύγκρουσης.
 
Κλαούντιο Κατζ: «Λόμπι των τραπεζιτών το ΔΝΤ»


Πηγή:(Επίκαιρα 21-27/10/2010)
του Λ. Βατικιώτη

Ως μία …ΕΜΑΚ (Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών) των τραπεζών περιγράφει το ΔΝΤ στα Επίκαιρα ο αργεντίνος οικονομολόγος Κλαούντιο Κατζ, που βρέθηκε για λίγες μέρες στην Αθήνα, για να μιλήσει στη Διεθνή Διάσκεψη του Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης και της Πρωτοβουλίας Καλλιτεχνών κατά του ΔΝΤ. Ο Κλαούντιο Κατζ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και άτυπος σύμβουλος των αριστερών κυβερνήσεων της Βενεζουέλας και της Βολιβίας.

Η εμπειρία της Αργεντινής επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ θα συμβάλει στην επίλυση των διαρθρωτικών της προβλημάτων;

Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί, με βάση την εμπειρία όχι μόνο της Αργεντινής αλλά και δεκάδων άλλων χωρών από τις οποίες πέρασε ο οδοστρωτήρας του ΔΝΤ. Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα επιδεινωθεί και το αποτέλεσμα θα είναι το ένα σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής που στην πορεία θα χαρακτηρίζεται ακατάλληλο ή ανεπαρκές να αντικαθίσταται από άλλο, που κι αυτό στην πορεία θα αλλάζει κ.ο.κ. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, για ένα καταστροφικό αδιέξοδο.

Δεν είναι δηλαδή αποτέλεσμα των συσσωρευμένων και χρόνιων προβλημάτων της Ελλάδας το γεγονός ότι το Μνημόνιο του Μαΐου ενισχύθηκε με ένα δήθεν επικαιροποιημένο Μνημόνιο τον Αύγουστο κι αυτό ετοιμάζεται να αντικατασταθεί από ένα άλλο μετά την αναθεώρηση από τη Γιουροστάτ των στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος;

Όχι βέβαια! Σε όλη την Λατινική Αμερική το ίδιο συνέβαινε όσο έκανε κουμάντο το ΔΝΤ. Αυτή η καθοδική πορεία μάλιστα δεν πρόκειται να σταματήσει όσο συνεχίζει το ΔΝΤ να βρίσκεται στην Ελλάδα. Στην Αργεντινή η οικονομία ξεκίνησε να βελτιώνεται όταν διώξαμε το ΔΝΤ και σταματήσαμε την αποπληρωμή του χρέους, όταν κηρύξαμε στάση πληρωμών και ξεκίνησαν οι διαδικασίες επαναδιαπραγμάτευσης. Είναι ουτοπικό να περιμένει κανείς οικονομική άνοδο όσο συνεχίζεται η εξυπηρέτηση ενός δυσθεώρητου χρέους όπως είναι το ελληνικό και όσο εφαρμόζονται τα εξοντωτικά προγράμματα του ΔΝΤ. Μια ματιά να ρίξει κανείς στα οικονομικά μεγέθη αρκεί για να πειστεί ότι, απλώς, δεν είναι εφικτή η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Το ξέρουν και οι ίδιοι, άλλωστε.

Και γιατί κυβέρνηση – ΔΝΤ – ΕΕ επιμένουν να εφαρμόζουν αυτή την πολιτική;

Γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να κερδίσουν χρόνο. Αυτή τη στιγμή ξέρουμε όλοι πολύ καλά πως οι τράπεζες αντιμετωπίζουν έναν σοβαρό κίνδυνο από μια πιθανή στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου. Χρειάζονται λοιπόν χρόνο. Οι τράπεζες δεν μπορούν να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα από την μια μέρα στην άλλη. Πρόκειται λοιπόν για μια στρατηγική που επιτρέπει στις τράπεζες να διασωθούν. Δεν είναι στις προθέσεις τους να διορθωθούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Τίνος τα συμφέροντα τελικά εξυπηρετεί το ΔΝΤ;

Των τραπεζών και κανενός άλλου. Το ΔΝΤ είναι το μεγαλύτερο λόμπι των τραπεζιτών σε όλο τον κόσμο. Γυρνάει από την μια χώρα στην άλλη επιβάλλοντας τη δυστυχία μόνο και μόνο για να σώσει τις τράπεζες από τον κίνδυνο στάσης πληρωμών. Μην ξεχνούμε μάλιστα ότι μόλις πέρυσι άπαντες συμφωνούσαν πως το ΔΝΤ έχει κλείσει τον κύκλο του και ότι χρήζει βαθιάς δομικής μεταρρύθμισης. Και τώρα υπαγορεύει πολιτικές σε ανεξάρτητα κράτη.
Μη μας διαφεύγει ωστόσο πως με την περίπτωση της Ελλάδας αποδείχθηκε ότι και η ΕΕ δεν ακολουθεί λιγότερο οδυνηρές πολιτικές. Εξυπηρετεί επομένως τα ίδια συμφέροντα.

Αναφερθήκατε στην στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους. Δεν αντίκειται στους κανόνες της αγοράς η αθέτηση πληρωμών; Δεν έχουν κάθε δικαίωμα οι πιστωτές να απαιτούν την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους;

Αυτό που προηγείται οποιασδήποτε συζήτησης είναι μια έρευνα για το χρέος. Κάθε λαός έχει ιερή υποχρέωση να ξέρει σε ποιόν χρωστάει και πόσα χρωστάει. Να γίνει δηλαδή έλεγχος από ορκωτούς λογιστές – ελεγκτές. Να ανοίξουν τα βιβλία. Πρόκειται για ένα στοιχειώδες δημοκρατικό αίτημα, το οποίο όμως παραβλέπουν όχι μόνο στυγνές δικτατορίες της Αφρικής αλλά και δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις της Ευρώπης. Ο λόγος είναι πως τότε θα φανεί ότι οι διαδοχικές μεταβιβάσεις των κρατικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά έχει μειώσει σημαντικά την αξία τους.

Αρκεί να σας πω ότι η έκδοση νέων ομολόγων από την κυβέρνηση της Αργεντινής στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους, ακόμη και με κούρεμα της τάξης του 50%, αποδείχθηκε κερδοφόρα για πολλούς κατόχους αργεντίνικων ομολόγων γιατί τα είχαν αγοράσει πολύ φθηνότερα. Θα φανεί επίσης ότι μεγάλο μέρος του χρέους συνάφθηκε με διαδικασίες βαθιάς διαφθοράς, κατά συνέπεια είναι «απεχθές» με βάση την διεθνή νομολογία και δεν πρέπει να πληρωθεί. Αυτή ακριβώς είναι η εμπειρία του Ισημερινού, όπου ο πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα, διόρισε διεθνείς εμπειρογνώμονες για να αποτιμήσουν το πραγματικό μέγεθος του χρέους, το οποίο αποδείχθηκε πολύ χαμηλότερο του ονομαστικού.

Τα ευρήματα μάλιστα αυτής της επιτροπής που αποτελούταν από οικονομολόγους και νομικούς διεθνούς κύρους και έμεινε μήνες μέσα στο κτίριο της κεντρικής τράπεζας δουλεύοντας νυχθημερόν, τα πήγε στον ΟΗΕ, όπου και κατοχυρώθηκαν! Η μείωση έτσι του δημοσίου χρέους του Ισημερινού δεν αποτελεί κάποια αυθαιρεσία του Κορέα, αλλά έχει επισφραγιστεί ακόμη και με απόφαση του ΟΗΕ.

Κατά συνέπεια ακόμη και με όρους αγοράς, παραβλέποντας δηλαδή τις βαθιά ανθρωπιστικές διαστάσεις του ζητήματος όταν επιβάλλεται πείνα για να πληρωθούν οι πιστωτές, η μείωση μεγάλου μέρους του διεθνούς χρέους είναι πέρα για πέρα νόμιμη. Η ζημιά που μπορεί να κατέγραψαν όσες τράπεζες ήλπιζαν να βγάλουν κέρδος της τάξης του 800% ή 1.000% από τα κρατικά ομόλογα δεν μπορεί να δεσμεύει μια κυβέρνηση ή έναν λαό.

Ποιες αδυναμίες είχε αυτή η διαδικασία όπως εφαρμόστηκε σε Αργεντινή και Ισημερινό;


Βλέποντας την εκ των υστέρων είχε μια τεράστια αδυναμία που αν την είχαμε προβλέψει σήμερα θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη μοίρα. Αφορά στον έλεγχο των τραπεζών. Απαραίτητη προϋπόθεση, πρώτο βήμα πριν κάνεις οτιδήποτε με το δημόσιο χρέος είναι ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών. Για να γίνει κατανοητό: Νομισματική ανεξαρτησία μπορείς να διεκδικήσεις μπορεί και όχι. Για παράδειγμα η Αργεντινή δεν επήλθε στη δολαριοποίηση, ενώ ο Ισημερινός ακόμη την διατηρεί, χρησιμοποιεί δηλαδή το δολάριο ως εθνικό του νόμισμα, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις που διατυπώνονται. Αυτό όπως που προηγείται οποιασδήποτε απόφασης είναι η εφαρμογή όλων εκείνων των μέτρων έτσι ώστε ο πλούτος της χώρας να μη φύγει στο εξωτερικό. Δολάρια, ευρώ και χρυσός να μην φυλλορροούν οδηγώντας ακόμη και την πιο πλούσια χώρα στην φτώχεια και την κυβέρνησή της στη δυσάρεστη θέση να διαχειρίζεται άδεια ταμεία. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έγινε στην Αργεντινή, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν.

Σε ποιες χώρες πήγαν τα χρήματα;

Κυρίως στις ΗΠΑ στο «πλυντήριο» του Μαϊάμι, στην γειτονική Ουρουγουάη, και αλλού.

Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τεχνικές λύσεις μπορούν να βρεθούν, αν δεν υπάρχουν. Η πιο αυστηρή προϋπόθεση είναι η αποφασιστικότητα του λαού και η πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν όλες αυτές οι αλλαγές, που στην Αργεντινή απουσίαζε από την κυβέρνηση του Κίρτσνερ παρά την αιματηρή εξέγερση του Αργεντινάζο, το 2000. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί πως η κυβέρνηση τότε παρότι φοβόταν πως θα καθίσει στη θέση του απολογούμενου κατά τις διαπραγματεύσεις, ανακάλυψε πως διέθετε τεράστια δύναμη απέναντι στους τραπεζίτες. Το επιχείρημα που λέει ότι όποιος κηρύσσει στάση πληρωμών δεν έχει δύναμη διαπραγμάτευσης είναι εντελώς αυθαίρετο. Τότε είναι που όλοι κρέμονται από τις αποφάσεις σου.
Μας περιγράφετε μια διαδικασία εντελώς ομαλή, σε πλήρη αναντιστοιχία με την κινδυνολογία που καλλιεργείται…

Η διαδικασία δεν ήταν ομαλή. Αποδείχθηκε εξαιρετικά περίπλοκη. Αρκεί να σας αναφέρω ότι μόνο το 18% των πιστωτών συμφώνησε αμέσως το 2005. Η επαναδιαπραγμάτευση του 80% του χρέους πρέπει συνολικά να διήρκεσε περίπου πέντε χρόνια. Και για το υπόλοιπο 20% οι οριστικές αποφάσεις αναμένονται αυτές τις μέρες, καθώς προσέφυγαν σε διεθνή δικαστήρια και αμφισβήτησαν τις κυβερνητικές αποφάσεις, παρότι τους προσφέρθηκαν πολλές επιλογές: έκδοση νέων ομολόγων, επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής, κ.α. Αυτό όμως που περιγράφω είναι μια διαδικασία που δεν συνοδεύεται από τις κοινωνικές οδύνες των εξοντωτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ και που στην κατάληξή της, ευνοεί τον λαό.

Στον Ισημερινό αντίθετα ήταν πολύ πιο ομαλή η διαδικασία καθώς μετά από αυτό που τους έκανε ο Κορέα, με το πόρισμα των διεθνών εμπειρογνωμόνων, το 95% περίπου των πιστωτών δέχθηκε αδιαμαρτύρητα τους νέους όρους της κυβέρνησης.

Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές της κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα με αυτή που επικρατούσε στην Αργεντινή;

Σε αδρές γραμμές μπορώ να σας πω ότι το ευρώ είναι ένα νόμισμα με πολύ μεγαλύτερη επιρροή απ’ ότι το πέσο κατά συνέπεια είναι πιο δύσκολη η αμφισβήτηση της νομισματικής πειθαρχίας του. Η Αργεντινή χρωστούσε λίγα σε πολλούς όχι πολλά σε λίγους όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, κατά συνέπεια οι πιστωτές μας ήταν σε πιο αδύναμη θέση σε σχέση με την κυβέρνηση αν και εμφανίζονταν με κοινές θέσεις. Η οικονομική συγκυρία επίσης, όπως σηματοδοτούνταν από μια βραχύβια έστω έξοδο από την ύφεση, ευνοούσε την Αργεντινή, αντίθετα με ότι συμβαίνει τώρα. Τέλος η Αργεντινή λόγω του ότι είναι εξαγωγέας πρώτων υλών (πετρελαίου, αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων, κ.α.) ήταν σε καλύτερη μοίρα, καθώς μπορούσε να διαμορφώνει τιμές και όχι να ακολουθεί.

Μεταξύ Αργεντινής και Ελλάδας υπάρχει και μια τεράστια ομοιότητα. Όπως η Αργεντινή τότε βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της επίθεσης, έτσι βρίσκεται σήμερα και η Ελλάδα. Το τι έγινε στη χώρα μας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το τι έγινε στην Βολιβία, στη Βενεζουέλα και αλλού. Το τι θα γίνει στην Ελλάδα θα επηρεάσει με κάθε τρόπο τις εξελίξεις στην Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία.

Τα προβλήματα μεταξύ αυτών των χωρών είναι τόσο όμοια που προκαλεί απορία γιατί οι κυβερνήσεις δεν συνεργάζονται μεταξύ τους για να αντιπαρατεθούν στους γερμανούς τραπεζίτες.

Πέρα από την πανεπιστημιακή σας ιδιότητα συμμετέχετε και σε άλλες πρωτοβουλίες, όπως των Αριστερών Οικονομολόγων. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;

Κορυφαία στιγμή της δράσης μας ήταν την περίοδο της κατάρρευσης, μεταξύ 2001 – 2003. Τότε αφιερώναμε δεκάδες ώρες να πηγαίνουμε σε συνδικάτα, λαϊκές συνελεύσεις, γειτονιές και εργοστάσια, προκειμένου να δίνουμε αυτοπεποίθηση στον κόσμο και να τους εξηγούμε τι ακριβώς συνέβαινε, ότι δεν έφταιγε ο λαός για το δημόσιο χρέος και ποιός ήταν ο σκοπός της έλευσης του ΔΝΤ και της θεραπείας – σοκ που είχε επιβάλει: να σωθούν δηλαδή οι τράπεζες.

Ότι συμβαίνει και στην Ελλάδα, σήμερα!
 
Μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας σε περίπτωση εξόδου της από την ΟΝΕ

ΠΗΓΗ: ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ
της ΛΑΜΠΡΙΝΗΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗ

Πρώτο βήμα:


Υποδεκαπλασιασμός των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών.



Αν από τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών κόψουμε ένα δεκαδικό, που

σημαίνει να τις μειώσουμε στο 1/10 της ονομαστικής τους αξίας (π.χ. ενοίκιο
600ευρώ = 60 ευρώ, μισθός 700 ευρώ = 70 ευρώ, ψωμί 80 λεπτά = 8 λεπτά
κ.ο.κ.) τότε θα απαιτείται το 1/10 της ποσότητας της νομισματικής
κυκλοφορίας που απαιτείται σήμερα.

Συνεπώς, εάν η ποσότητα των τραπεζογραμματίων σε κυκλοφορία (Μ)
ήταν στις 31.5.10, περίπου 21δις ευρώ, μας αρκεί μια ποσότητα
τραπεζογραμματίων ίση με το 1/10 των 21 δις = 2,1 δις ευρώ, για την
εξυπηρέτηση των παραπάνω αναγκών μας.

Η υπόλοιπη ποσότητα (21 - 2,1) 18,9 δις ευρώ, πολλαπλασιαζόμενη
επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος V =13,47 (V έτους 2007, τελευταία ομαλή χρονιά, πριν την διεθνή οικονομική κρίση, λόγος που την παίρνουμε ως υπόδειγμα) μας δίνει λογιστικό εισόδημα, ή συναλλαγματικά αποθέματα, ύψους (Μ. V = 18,9 Χ 13,47) 255 δις ευρώ!

Αυτή η αφαίρεση πλούτου, ίση με τα 9/10 της σημερινής αγοραστικής μας
δύναμης, σε σύνολο οικονομίας, σε σχέση με το επίπεδο ζωής της ευρωζώνης,
μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε τα παραπάνω (λογιστικά υπολογιζόμενα)
συναλλαγματικά αποθέματα. Πώς θα προκύψουν στη πράξη? Θα προκύψουν από τις Τράπεζες όπου τα στοιχεία των ισολογισμών τους (καταθέσεις - χορηγήσεις) θα αποτιμηθούν και αυτά στο 1/10 της ονομαστικής τους αξίας.

Έτσι, ποσό κατάθεσης (και αντίστοιχης χορήγησης) π.χ. 50.000 ευρώ, θα
γίνει 5.000 ευρώ. Ο ίδιος χειρισμός θα γίνει και στην περίπτωση επανεισροής
καταθέσεων, από Έλληνες καταθέτες από το εξωτερικό. Η διαφορά 50.000 - 5.000 ευρώ θα οδεύσει στο θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης της Ελλάδος. Εάν το ποσό που θα συγκεντρωθεί, κατά τον παραπάνω τρόπο, υπολείπεται του λογιστικού ποσού των 255 δις ευρώ, το υπολειπόμενο ποσό θα συμπληρωθεί από το εθνικό
Νομισματοκοπείο. Τις επιπτώσεις του μέτρου στις χρηματιστηριακές αξίες, τις
αφήνω στη κρίση σας καθώς απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις που δεν διαθέτω.
Υποψιάζομαι ωστόσο ότι οδηγεί στην απαξίωση του χρηματιστικού κεφαλαίου, με την μεταφορά οικονομικής δύναμης από τις Τράπεζες στα συναλλαγματικά
αποθέματα του κράτους. (Καθόλου άσκημα!)

Η σημαντικότερη συνέπεια, ωστόσο, του υποδεκαπλασιασμού του γενικού
επιπέδου των τιμών (αγαθών και υπηρεσιών) θα είναι να καταστήσει την Ελλάδα...Κίνα της Ευρώπης!

Λόγω του χαμηλού κόστους εργασίας (κατώτατος μισθός 70 ευρώ) η Ελλάδα
θα μπορεί να ανταγωνιστεί ακόμα και το κόστος εργασίας στην Κίνα, όπου οι
μισθοί σήμερα κυμαίνονται σε αυτό το ύψος περίπου, αν συνυπολογίσουμε και το κόστος των μεταφορικών, από την Κίνα στο κέντρο της Ευρώπης, αλλά και την τάση ανόδου του κόστους εργασίας και εκεί.

Στη ραγδαία όσο και αυτοδύναμη αναπτυξιακή πορεία της χώρας, σαν
επενδυτικού και τουριστικού προορισμού, προβλέπεται να συνεισφέρουν τα
μέγιστα και οι ανεπιθύμητοι σήμερα και διαβιούντες κάτω από απάνθρωπες
συνθήκες, μετανάστες, λύνοντας ένα ακόμα τεράστιο πρόβλημα της χώρας σε
κοινωνικό, οικονομικό και ανθρωπιστικό επίπεδο. Ίσως και να εξελιχθεί σε
ατμομηχανή σε ολόκληρο το χώρο της Βαλκανικής, που θα οδηγήσει σε νέες
πολιτικές ανακατατάξεις, κάτω από ικανές πολιτικές ηγεσίες, εννοείται!

Μια πιθανή τάση ανόδου των τιμών, λόγω ανάπτυξης, δεν θα μπορεί να
απειλήσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και του τουρισμού, λόγω των τεράστιων περιθωρίων ανόδου τους, μέχρι και δεκαπλασιασμού τους, σε σχέση με το επίπεδο της ΕΕ.

Εννοείται ότι απαιτείται η δημιουργία Τραπεζών λαϊκής βάσης που θα
αναλάβουν την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, υποσκελίζοντας εκ των πραγμάτων τις ιδιωτικές τράπεζες, σε περίπτωση αδυναμίας εθνικοποίησης των τελευταίων.

Δεύτερο βήμα:

Η υιοθέτηση ως εθνικού νομίσματος, του ελληνικού ευρώ, σε αναλογία

1ελλ. ευρώ = 1 ευρώ και επαναφορά των συναλλαγματικών ελέγχων που ίσχυαν πριν από την ένταξή μας στην ΟΝΕ, για έλεγχο της ρευστότητας και την περιφρούρηση της νομισματικής σταθερότητας.

Προτάσεις για το ελληνικό ευρώ: Το ελληνικό ευρώ και δίευρω
προτείνουμε να εκδοθεί σε μορφή χαρτονομίσματος, λόγω του δεκαπλασιασμού της αξίας τους. Τα λεπτά θα είναι σε μέγεθος δραχμής, το εικοσάλεπτο σε μέγεθος
δίφραγκου και το πενηντάλεπτο σε μέγεθος τάλιρου. Τα χαρτονομίσματα των 5, 10 και 20 ευρώ, θα είναι τα ίδια με τα ευρώ εξωτερικού, μόνο που θα έχουν
ένα ευδιάκριτο γράμμα G, στο κέντρο του χαρτονομίσματος. Τα χαρτονομίσματα αξίας άνω των 50 ευρώ θα αποσυρθούν από την κυκλοφορία (συναλλαγματικό απόθεμα) διότι θα έχουν μεγάλη αγοραστική αξία, δυσανάλογη με το επίπεδο των τιμών και των αμοιβών της χώρας

Το κράτος σε ρόλος διαιτητή της οικονομίας.

Το πρόβλημα της αύξησης των τιμών των εισαγωγών (παρά την διατήρηση
της ισοτιμίας του ελληνικού ευρώ με το ευρώ) θα αντιμετωπιστεί με τον
παρεμβατικό ρόλο του κράτους σε ρόλο διαιτητή μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα της οικονομίας.

Έτσι, το ποσό του εισρέοντος συναλλάγματος που θα αντιστοιχεί σε
εισπράξεις πάνω από τις εγχώριες τιμές, θα αποδίδεται στο κράτος, που με τη
σειρά του θα χρηματοδοτεί τις ανάγκες σε συνάλλαγμα των κατοίκων της χώρας.
Π.χ. εάν ένα δωμάτιο ελληνικού ξενοδοχείου, κοστίζει 150 ευρώ και με τον
υποδεκαπλασιασμό των τιμών κοστίζει στην εγχώρια αγορά 15 ευρώ, εάν στον αλλοδαπό τουρίστα προσφέρεται στην τιμή π.χ. των 80 ευρώ, η διαφορά 80 – 15 ευρώ (εγχώρια τιμή) θα αποδίδεται στο κράτος. Το μέτρο αυτό αποβλέπει, εκτός των άλλων και στον έλεγχο της ρευστότητας της οικονομίας στην προσπάθεια να κρατηθούν χαμηλά οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών, απ´ όπου και θα κριθεί η μακροχρόνια αντοχή και η επιτυχία του σχεδίου διάσωσης και ανάπλασης της χώρας. Το μέτρο κρίνεται λογικό και δίκαιο, καθώς δεν θα διαφεύγει της προσοχής κανενός ότι οι «ασυναγώνιστες» τιμές των ελληνικών προϊόντων, όπως και του τουρισμού, επιτυγχάνονται με την θυσία όλων των Ελλήνων, αφού όλοι γινόμαστε 10 φορές φτωχότεροι σε σχέση με το επίπεδο ζωής της ευρωζώνης!

Αντίστοιχα το κράτος, από τα ποσά συναλλάγματος που θα εισπράττει,
από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, θα χρηματοδοτεί τις κατά 10 φορές
ακριβότερες τώρα εισαγωγές, για να απορροφά τον εισαγόμενο πληθωρισμό, ώστε να μη μετακυλίεται στις τιμές. Υπολογίζουμε πως, εάν το έλλειμμα του
ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, για το έτος 2009, ήταν 26,6 δις
ευρώ, το κράτος θα είναι σε θέση να αναλάβει το κόστος των εισαγωγών για
αρκετά χρόνια εκταμιεύοντας από τα συναλλαγματικά του διαθέσιμα, μέχρι να
αρχίσει να αποδίδει η οικονομία και ιδιαίτερα ο εξωτερικός τομέας με την
προσέλκυση επενδύσεων και τουριστών!

Η θέσπιση ποσοστών χρηματοδότησης των εισαγωγών κατά είδος, συν το
υψηλό κόστος τους, θα συντελέσει στην σημαντική μείωσή τους, αφενός και στην προστασία και ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, αφετέρου, με την παροχή κινήτρων, για αύξηση της παραγωγικότητας.

Το κράτος δεν θα χρηματοδοτεί τις εισαγωγές των αλλοδαπών επιχ/σεων που
θα λειτουργούν στην χώρα, υπό καθεστώς transit. Ούτε αυτές θα υποχρεούνται, βέβαια, να καταβάλουν στο κράτος το ποσό συναλλάγματος που θα εισάγουν στη χώρα, λόγω εξαγωγών, πάνω από τις εγχώριες τιμές.

Στην περίπτωση πώλησης ακινήτου, ή ελληνικών επιχ/σεων σε αλλοδαπούς,
το αντίτιμο θα ελέγχεται από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών (ΣΟΛ) σύμφωνα με τις διαδικασίες που ίσχυαν πριν από την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων, με ανασύσταση της αρμόδιας Δ/νσης Κεφαλαίων Εξωτερικού του ΥΠΕΘΟ. Το ποσό συναλλάγματος πάνω από την εγχώρια αξία του ακινήτου, ή της επιχείρησης, θα αποδίδεται στο κράτος, όπως και από κάθε άλλη συναλλαγματοφόρα πηγή. Πιθανές δυσλειτουργίες που θα διαπιστωθούν κατά την εφαρμογή του μέτρου, θα αντιμετωπισθούν επί τω έργω.

Σε διεθνές επίπεδο: Εάν το παραπάνω μέτρο, του υποδεκαπλασιασμού των
τιμών των αγαθών και υπηρεσιών υιοθετηθεί σε διεθνές επίπεδο, από Αμερική
και Ευρώπη ταυτοχρόνως, φαντάζομαι ότι θα λύσει το πρόβλημα του νομισματικού πολέμου μεταξύ Κίνας και Δυτικών οικονομιών, αποκαθιστώντας τους όρους εμπορίου σε ανταγωνιστικά πλαίσια, ή όχι? Πράγμα που σημαίνει πως υπάρχει τρόπος να σωθούν οι δυτικές οικονομίες αλλά όχι και οι ... κερδοσκόποι!
Ποιος θα νικήσει ποιον?

Μέρος Δεύτερο

Ενέργειες που μπορούν να αναληφθούν άμεσα:

Πρώτον: Προτείνουμε την ίδρυση Τράπεζας λαϊκής βάσης, από μια
αυθόρμητη κίνηση πολιτών από εξέχουσες προσωπικότητες, όπου οι εργαζόμενοι, κηρύσσοντας τον πόλεμο στο τραπεζικό κεφάλαιο, θα κληθούν να γίνουν πελάτες της, αποσύροντας τις καταθέσεις του από τις ιδιωτικές τράπεζες. Έτσι αφαιρείται και το πρόσχημα από την Κυβέρνηση για την διάσωση των τραπεζών στο όνομα της διάσωσης των καταθετών! Και μόνο η αναγγελία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, είναι ικανή να «ταράξει τα νερά» εντός και εκτός Ελλάδος, ή όχι? Φτάνει να κινητοποιηθούν και οι αριστερές πολιτικές ηγεσίες και να δουν τον Μαρξισμό όχι σαν δόγμα, αλλά σαν οδηγό για την πράξη. Που σημαίνει άλλο το πρακτέο στην εποχή του Μαρξ και άλλο σήμερα, με τα ΜΜΕ να περιπλέκουν κατά πολύ τα πράγματα!

Λόγος που απαιτεί άλλους χειρισμούς.

Σήμερα, αποτελεί κοινή συνείδηση πως αυτό που ελέγχει τις πολιτικές ηγεσίες διεθνώς, δεν είναι το παραγωγικό κεφάλαιο αλλά το χρηματιστικό.
Συνεπώς, αυτός που διαχειρίζεται το χρήμα μιας κοινωνίας, αυτός και την ελέγχει. Με τα ΜΜΕ δικά του, καθίσταται πλέον σαφές πως ο δρόμος προς τον
σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, δεν περνάει μέσα από εκλογικές διαδικασίες ούτε μέσα από συλλαλητήρια (βλέπε αποπροσανατολισμό του
συλλαλητήριου της 5/5/10) αλλά από την άλωση από τους εργαζόμενους του χρηματοπιστωτικού τομέα και την εκ των πραγμάτων κατάργηση των ιδιωτικών τραπεζών! Πιστεύουμε πως η συγκυρία προσφέρεται, φτάνει να δοθεί το σύνθημα!

Κανένα κόμμα!

Μόνο μία Τράπεζα λαϊκής βάσης μπορεί να αποτελέσει την εστία αντίστασης του ελληνικού λαού απέναντι στις επιθέσεις των «αγορών» και να αναλάβει την έξοδο της χώρας από την παγίδα που μας έχει στήσει το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο! .

Δεύτερο: Αποσύνδεση των πραγματικών μισθών, από το κόστος παραγωγής
των προϊόντων.

Παρακάτω, παραθέτουμε ενδεικτικά, ορισμένα οικονομικά στοιχεία, σε
τρέχουσες τιμές, έτους 2009, για να καταδείξουμε την ανισοκατανομή του
εισοδήματος:

ΑΕΠ (Ακαθ. Εγχώριο προϊόν) : 237,5 δις ευρώ

Ακαθ. Επιχειρηματικά κέρδη (ΣΕΒ) 128,6 »

Αμοιβή εξαρτημένης εργασίας

(συμπ/νων των εργοδοτικών εισφορών): 86,0 »

Καταναλωτική Πίστη Νοικ/ριών: 36,0 »


Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι τα εισοδήματα (κέρδη) μιας χούφτας
ανθρώπων (ΣΕΒ) είναι σχεδόν μιάμιση φορά πάνω από τα εισοδήματα του συνόλου των εργαζομένων, με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας (129/86).

Τα δε νοικοκυριά οφείλουν το 50% (36/86) του τρέχοντος εισοδήματός τους στις τράπεζες! Μια άμεση αντιμετώπιση της οικονομικής ασφυξίας που βιώνουν, θα ήταν αντί το κράτος να χορηγεί κεφάλαια στις τράπεζες για την διάσωσή τους (από χρήματα των φορολογουμένων) να προχωρήσει στην άμεση εξόφληση, κατά το αντίστοιχο ποσό, των χρεών των νοικοκυριών προς τις τράπεζες (σε αναπλήρωση των απολεσθέντων μισθών, εδώ και δύο δεκαετίες και με ευθύνη του κράτους) προς ενθάρρυνση της ζήτησης και την αναθέρμανση της αγοράς.

Επιπλέον επιβάλλεται η από τούδε και στο εξής αποσύνδεση των μισθών που καταβάλλονται στους εργαζόμενους (βάσει των συλλογικών κλαδικών συμβάσεων) από τους πραγματικούς μισθούς που θα πρέπει να λαμβάνουν, ώστε να μην επηρεάζεται το κόστος των προϊόντων. Αυτό μπορεί να γίνει με την υιοθέτηση του θεσμού των bonus, σαν ποσοστό επί των κερδών που θα μοιράζει στο τέλος της οικονομικής χρήσης κάθε κερδοφόρα επιχείρηση στους εργαζόμενους, πράγμα που θα εμποδίσει την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου (που διαρρέει από την πραγματική οικονομία) και την εμφάνιση, μακροχρόνια, ύφεσης.

Κατά τον τρόπο αυτό το κόστος εργασίας δεν θα επηρεάζει το κόστος των προϊόντων, που επικαλείται ο ΣΕΒ για να συμπιέζει τους μισθούς προς τα κάτω. Επιπλέον, το παραπάνω μέτρο θα συμβάλλει και στην δημιουργία εγχώριας αποταμίευσης για την χρηματοδότηση των επενδύσεων και για τον εσωτερικό δανεισμό του κράτους, σε κρίσιμες περιόδους, όπως η παρούσα, χωρίς προσφυγή στον τοκογλυφικό εξωτερικό δανεισμό. Εκτός των άλλων θα επιδράσει θετικά και στο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας συμβάλλοντας μακροχρόνια στην οικονομική
ευρωστία των ασφαλιστικών ταμείων.




Λαμπρινή Αγγελίδη


Χαλάνδρι, 25/10/10
 
Last edited:
Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός όχι αύριο αλλά εδώ και τώρα!
Αντιγράφω:

«Πολλοί αγρότες στις κολλεκτίβες ήταν αγράμματοι. Είχαν όμως πίστη, πρακτική κοινή λογική, πνεύμα θυσίας και θέληση να δημιουργήσουν ένα καινούργιο κόσμο...» ΓΚΑΣΤΟΝ ΛΕΒΑΛ «Ούτε Φράνκο, ούτε Στάλιν»

Σαν εξωγήινο αντιμετώπιζαν τον καλεσμένο στην εκπομή τους (15-9-10 MEGA) ο Δ. Καμπουράκης και ο Γ. Οικονομέας. Σαν να 'θελαν να τον αγγίξουν με το δάχτυλο για να διαπιστώσουν ότι είναι αληθινός. Και δεν είχαν άδικο, με τόσα πρωτάκουστα που έλεγε για το χωριό του στην Ανδαλουσία -μια αδιανόητη στην εποχή μας όαση ελευθεριακής κοινωνίας, μέσα στην παγκοσμιοποιημένη ζούγκλα του πιο βάρβαρου καπιταλισμού. Μια αυτόνομη κομμούνα. Με αδιόρατο χαμόγελο και καθαρά μάτια ο γκριζομάλλης και γενειοφόρος Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, καθηγητής της Ιστορίας, εκλέγεται συνεχώς τα τελευταία 30 χρόνια και με ποσοστό περί το 75% δήμαρχος στο μεγαλοχώρι (με 2.700 κατοίκους) Μαριναλέντα, όπου: η καλλιεργούμενη γη, τα εργοστάσια και τα σπίτια ανήκουν στον δήμο. Κάθε φαμίλια πληρώνει συμβολικό ενοίκιο 15 ευρώ το μήνα. Ολοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι, για 6,5 ώρες την ημέρα, παίρνουν 47 ευρώ μεροκάματο (περί τα 1.200 ευρώ το μήνα) είτε στα χωράφια είτε στα εργοστάσια είτε στις υπηρεσίες, και το ίδιο ο διευθυντής και ο δήμαρχος με τον ανειδίκευτο εργάτη. Σχολεία, γήπεδα και ιατρεία είναι του δήμου. Υπάρχει εκκλησία για τους ελάχιστους πιστούς, αλλά όχι και ιερείς («Δόξα τω Θεώ, δεν έχουμε ούτε έναν παπά...», είπε γελώντας ο δήμαρχος). Δεν υπάρχουν αστυνομία, δικαστήρια και κρατητήρια -με μηδενική βεβαίως εγκληματικότητα. Ενας μόνο αιρετός λαϊκός δικαστής αντιμετωπίζει παραβατικές συμπεριφορές χωρίς ποινές και τις προσωπικές διαφορές με νουθεσίες. Μοναδικό κέντρο αποφάσεων για όλα οι γενικές συνελεύσεις, τακτικές και έκτακτες.
Εξανέστη ο Καμπουράκης: «Δηλαδή, κύριε δήμαρχε, δεν μπορώ να έχω δικά μου δυο- τρία σπίτια να τ' αγοράζω και να τα πουλάω; Τι σόι ελευθερία είναι αυτή;».
«Οχι, δεν μπορείτε. Η κατοικία είναι δικαίωμα. Οχι εμπόρευμα ή επιχείρηση. Και δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς οικονομική δημοκρατία, δηλαδή ισότητα».
Πιο πονηρός ο Οικονομέας: «Μας κουφάνατε με όλα αυτά τα απίστευτα θαύματα. Δεν μπορεί, κάτι κρύβετε! Οπως έκρυβε πολλά και η Σοβιετική Ενωση, που την έχετε, προφανώς, πρότυπο».
«Το καθεστώς στη Σοβ. Ενωση ήταν κρατικός καπιταλισμός» το ξέκοψε, με μια μονοκοντυλιά, ο καταφανώς αντιεξουσιαστής δήμαρχος.
Με τόση ασχετοσύνη και κόντρα τον αδυσώπητο τηλεοπτικό χρόνο, άντε να εξηγήσει ο παράξενος δήμαρχος ποια πρότυπα έχει η κολεκτίβα της Μαριναλέντα και πως δεν ήρθε ξαφνικά ουρανοκατέβατη.
Είχε, πάντως, την άνεση να μιλήσει στο τριήμερο φεστιβάλ των αντιεξουσιαστών της Θεσσαλονίκης για την Αμεση Δημοκρατία και σε ολονύκτιες συζητήσεις στην Αθήνα, με τους ανήσυχους νέους της Πετρούπολης και τα διψασμένα παιδιά των Εξαρχείων:
* Για τους σκληρούς αγώνες 12 χρόνων (γενικές απεργίες, πορείες, συγκρούσεις με την κρατική καταστολή και τους μπράβους των γαιοκτημόνων, καταλήψεις, απεργίες πείνας κ.ά.) που έφεραν τη νίκη: αναγκάστηκαν το κράτος και ο τοπικός γαιοκτήμονας να παραχωρήσουν στον δήμο τη νομή της αγροτικής γης -κι έτσι μπήκαν οι βάσεις της κολεκτίβας. «Δεν θέλουν να δώσουν την ιδιοκτησία, αλλά κι εμείς δεν τη θέλουμε. Η γη δεν ανήκει σε κανένα. Την κληρονομούμε από τους προγόνους μας, την καλλιεργούμε και οφείλουμε να την παραδώσουμε στα παιδιά μας βελτιωμένη» («Αυγή» 19-9-10).
* Για την άσβεστη στο συλλογικό υποσυνείδητο ιστορική μνήμη: παράδοση ενάμιση αιώνα σχεδόν έχουν οι κομμούνες και οι κολεκτίβες στην Ισπανία, με τους αναρχικούς να πρωτοστατούν. Αποτέλεσαν την πεμπτουσία της Ισπανικής Επανάστασης (1936-38), καθώς οργανώθηκαν και εκατοντάδες από τους αγρότες και τους εργάτες στην Καταλονία, την Ανδαλουσία, την Αραγόνα, τη Λεβάντε και την Καστίλη. Καταπολεμήθηκε άγρια από το μεγάλο κεφάλαιο, την καθολική Εκκλησία και από όλα τα πολιτικά κόμματα- και πιο λυσσαλέα από τους φαλαγγίτες του Φράνκο και τους σταλινικούς κομμουνιστές.
* Για την έμπρακτη απόδειξη ότι (όχι στο απώτερο μέλλον, αλλά εδώ και τώρα) «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Στην Ανδαλουσία, που μαστίζεται από την ανεργία και την ανέχεια (το 2% των γαιοκτημόνων κατέχει το 50% της καλλιεργήσιμης γης, τρία εκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας), στην πραγματική όαση της Μαριναλέντα «δεν υπάρχει ανισότητα, δεν έχουμε ανεργία, δεν μας εκμεταλλεύονται οι γαιοκτήμονες, ο πλούτος που παράγουμε επιστρέφει στον εργάτη...».
Δεν είναι αφελής ο δήμαρχος Γκορντίγιο για να ονειρεύεται ότι Μαριναλέντα μπορούν να ξεφυτρώσουν ξαφνικά παντού στον κόσμο. Τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας για μια ελευθεριακή κοινωνική οργάνωση υπερασπίστηκε με ιδιαίτερο πάθος στον τόπο όπου γεννήθηκε η αθηναϊκή δημοκρατία: αυτοδιεύθυνση, αποκέντρωση, αλληλοβοήθεια, οικονομική ισότητα, αλληλεγγύη -συνθήκες, δηλαδή, που διασφαλίζουν το δικαίωμα όλων των ανθρώπων να αποφασίζουν για τη μοίρα τους και να ζουν ανθρώπινα, με αξιοπρέπεια και ελευθερία.
Είναι πλεονασμός -λέει- να μιλάμε για άμεση δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι παρά μόνον άμεση. Η λεγόμενη αντιπροσωπευτική δημοκρατία του αστικού κοινοβουλίου δεν είναι ούτε δημοκρατία ούτε αντιπροσωπευτική, αφού ο ρόλος εντολέως και εντολοδόχου αντιστρέφεται: οι υποτιθέμενοι εντολείς (ο λαός) αποξενώνονται από τα κέντρα αποφάσεων και οι θεωρητικά εντολοδόχοι (οι επαγγελματίες πολιτικοί) αυτονομούνται και αποφασίζουν για πάρτη τους. «Η δημοκρατία που μας πουλάνε από την τηλεόραση -λέει ο Γκορντίγιο- είναι η δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου, των ληστών του ΔΝΤ και των τραπεζών...».
Μας βρήκε και μας τα 'πε στις παραμονές εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση, που κατ' εξοχήν προσφέρεται ως πεδίον εφαρμογής αρχών της άμεσης δημοκρατίας.
 
Πώς οι ΗΠΑ εξαπολύουν έναν νέο χρηματοπιστωτικό παγκόσμιο πόλεμο


ΠΗΓΗ: ΔΡΟΜΟΣ
Του Μάικλ Χάντσον*.

Τι θα εμποδίσει τις τράπεζες των ΗΠΑ και τους πελάτες τους να δημιουργήσουν 1 τρισ., 10 τρισ. ή ακόμα και 50 τρισ. δολάρια μέσα από τα πληκτρολόγια των υπολογιστών τους, για να αγοράσουν όλα τα ομόλογα και μετοχές στον κόσμο, μαζί με όλη τη γη και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία προς πώληση, με την ελπίδα να αποκομίσουν κεφαλαιακά κέρδη και να τσεπώσουν τη διαφορά των επιτοκίων (τα σπρεντς), χρησιμοποιώντας δανεικά με κόστος επιτοκίου μικρότερο από 1%;

Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζεται σήμερα.

Η δημοσιονομία αποτελεί τη νέα μορφή εχθροπραξιών. [...] Είναι ένας ανταγωνισμός δημιουργίας πίστωσης για να εξαγοραστούν ξένοι πόροι, ακίνητα, δημόσιες και ιδιωτικοποιημένες υποδομές, χρεόγραφα και εταιρικές μετοχές. Ποιος χρειάζεται έναν στρατό, όταν είναι σε θέση να πετύχει τον αντικειμενικό του σκοπό (νομισματικό πλούτο και ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων) απλά με οικονομικά μέσα; Το μόνο που χρειάζεται είναι οι κεντρικές τράπεζες να δεχτούν πίστωση σε δολάρια υποτιμημένης διεθνούς αξίας ως πληρωμή για τοπικά περιουσιακά στοιχεία. […]

Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι δαιμονοποιούν ξένες χώρες, λέγοντας ότι «χειραγωγούν τα νομίσματα» επιθετικά, κρατώντας χαμηλά την τιμή τους. Όμως, το μόνο που κάνουν είναι να προστατεύουν τα νομίσματά τους για να μην υπερτιμηθούν έναντι του δολαρίου από τους κερδοσκόπους που χρησιμοποιούν το αρμπιτράζ και τους κερδοσκόπους του χρηματιστηρίου που πλημμυρίζουν τις χρηματιστηριακές αγορές τους με δολάρια. Οι ξένες κεντρικές τράπεζες είναι αναγκασμένες ή να επιτρέψουν παθητικά στα εισρέοντα δολάρια να οδηγήσουν σε υπερτίμηση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες τους -πετώντας τις εξαγωγές τους εκτός των παγκόσμιων αγορών- ή να ανακυκλώσουν αυτή την εισροή δολαρίων σε βραχυπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα που αποδίδουν μόνο 1% και των οποίων η ανταλλακτική αξία συνεχώς μειώνεται. [...]
Η «ποσοτική διευκόλυνση» («Quantitative easing -έκδοση χρήματος) αποτελεί έναν ευφημισμό για το πλημμύρισμα των οικονομιών με πίστωση, που σημαίνει χρέος, στην άλλη πλευρά του ισολογισμού. Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) διοχετεύει ρευστό και αποθεματικά στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να μειώσει τα επιτόκια, ώστε να δώσει «διέξοδο» στις τράπεζες που κατέχουν υποθήκες πολύ υψηλότερης αξίας από τα σπίτια που αποτελούν εμπράγματες εγγυήσεις τους, ως αποτέλεσμα των επισφαλών δανείων της φούσκας των ακινήτων του 2008. Αλλά γιατί οι τράπεζες να δώσουν δάνεια, όταν το ένα τρίτο των σπιτιών στις ΗΠΑ είναι φθηνότερα από τις υποθήκες και ως αποτέλεσμα του αποπληθωρισμού του χρέους η οικονομία συρρικνώνεται;

Το πρόβλημα είναι ότι η ποσοτική διευκόλυνση των ΗΠΑ οδηγεί το δολάριο προς τα κάτω και τα άλλα νομίσματα προς τα επάνω, προς μεγάλη ικανοποίηση των κερδοσκόπων, που απολαμβάνουν γρήγορα και εύκολα κέρδη. Για να υπερασπιστούν αυτό το σύστημα οι Αμερικανοί διπλωμάτες απειλούν να βυθίσουν την παγκόσμια οικονομία σε χρηματοπιστωτική αναρχία, εάν άλλες χώρες δεν συμφωνήσουν σε μια επανάληψη της συμφωνίας Πλάζα του 1985 (1) «ως ένα πιθανό πλαίσιο για την μεθόδευση μιας πτώσης του δολαρίου και την αποφυγή ενδεχόμενων αποσταθεροποιητικών εμπορικών ανταγωνισμών». [...]
Αλλά ο κόσμος έχει την εμπειρία της συμφωνίας Πλάζα που εκτροχίασε την ιαπωνική οικονομία, υποχρεώνοντάς την να ανατιμήσει το νόμισμά της, ενώ ταυτόχρονα έπεφταν τα επιτόκια λόγω της τεράστιας πίστωσης που διόγκωσε τη φούσκα των ακινήτων. Η εναλλακτική λύση έναντι ενός νέου νομισματικού πολέμου «εκτός κάθε ελέγχου», όπως υπέδειξαν οι ομάδες πίεσης των τραπεζών, είναι «να φτάσουμε σε μια ευρύτερη κατανόηση για το πού θα έπρεπε να κατευθυνθούν τα νομίσματα». Εντούτοις, ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ντ. Στρος-Καν ήταν πιο ρεαλιστής: «Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει διάθεση για μια νέα συμφωνία σαν εκείνη του Πλάζα ή του Λούβρου», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου. «Ζούμε σε άλλες εποχές». […](Currency war fears dominate IMF talks, Financial Times, 9/10/2010, and, Easy Money Churns Emerging Markets, Wall Street Journal, 8/10/ 2010).
Την παραμονή των συνεδριάσεων του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον πρόσθεσε:: «Κατανοούμε πως πρέπει να ισχύσουν κάποια στοιχεία κεφαλαιακών ελέγχων».
Έτσι, το μεγάλο ερώτημα σήμερα είναι πόσο καιρό θα ενδίδουν οι άλλες χώρες, καθώς το συσσωρευμένο κόστος αυξάνεται σε τεράστιο βαθμό; Ο κόσμος αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην χρηματοπιστωτική αναρχία και στην υπαγωγή σε έναν νέο οικονομικό εθνικισμό των ΗΠΑ. Αυτό είναι που ωθεί τις άλλες (καπιταλιστικές) χώρες να δημιουργήσουν ένα άλλο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ήδη έχει ζήσει ένα μακροχρόνιο και ανεπιτυχές πείραμα «ποσοτικής διευκόλυνσης» με το ιαπωνικό carry trade [δανεισμός σε νόμισμα με χαμηλά επιτόκια για τοποθέτηση σε άλλα νομίσματα με υψηλότερα] που εμφανίστηκε αμέσως μετά την οικονομική φούσκα του 1990. Το ρευστό που διοχέτευσε στις τράπεζες η Τράπεζα της Ιαπωνίας τους επέτρεψε να δανείζουν γιεν σε κερδοσκόπους με χαμηλό επιτόκιο προκειμένου να αγοράσουν υψηλής απόδοσης τίτλους. Η Ισλανδία, για παράδειγμα, πλήρωνε 15%. Έτσι, τα ιαπωνικά γιεν μετατράπηκαν σε ξένα νομίσματα και η συναλλαγματική ισοτιμία τους έτεινε να μειώνεται.
Το 2006 οι ΗΠΑ και η Ευρώπη είχαν αναπτύξει μια ίδιου τύπου φούσκα, στα χρηματιστήρια και στα ακίνητα. Αφού έσκασε το 2008, έκαναν το ίδιο με τις ιαπωνικές τράπεζες. Επιδιώκοντας να βοηθήσει τις αμερικανικές τράπεζες να αυξήσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχαν στα χέρια τους, η Fed πλημμύρισε την οικονομία με πίστωση. Στόχος ήταν να παράσχει στις τράπεζες μεγαλύτερη ρευστότητα, με την ελπίδα πως θα έδιναν περισσότερα δάνεια σε εγχώριους οφειλέτες. Η οικονομία «θα δανειζόταν για να βγει από το χρέος», προκαλώντας τεχνητή αύξηση τιμών στα ακίνητα, τις μετοχές και τα χρεόγραφα, ώστε να αποφευχθούν οι κατασχέσεις κατοικιών και ο επακόλουθος αφανισμός των εγγυήσεων στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Αυτό εκδηλώνεται, σήμερα, καθώς η ρευστότητα των ΗΠΑ μετακυλίεται στις ξένες οικονομίες, αυξάνοντας τις συναλλαγματικές τους ισοτιμίες. Πρόσφατα ο Τζ. Στίγκλιτς εξήγησε πως αντί να βοηθήσει την παγκόσμια ανάκαμψη, η «πλημμυρίδα ρευστότητας» από την Fed και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προκαλεί «χάος» στις ξένες αγορές συναλλάγματος. [...]

Η ποσοτική διευκόλυνση επιδοτεί τη φυγή κεφαλαίων από τις ΗΠΑ, ανεβάζοντας τις ισοτιμίες άλλων νομισμάτων
Πιθανώς, η ποσοτική διευκόλυνση του διοικητή της Fed Μ. Μπερνάνκι να μην υιοθετήθηκε με σκοπό να αποδιοργανώσει το παγκόσμιο εμπόριο και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή να πυροδοτήσει έναν κερδοσκοπικό συναλλαγματικό κύκλο που να αναγκάσει άλλες χώρες να υπερασπιστούν τις οικονομίες τους απορρίπτοντας το δολάριο ως νόμισμα-παρία. Ωστόσο, αυτό είναι το αποτέλεσμα της απόφασης της Fed το 2008 να διατηρηθούν μεγάλα χρέη που δεν μπορούν να πληρωθούν, ώστε να αποκτήσουν ξανά τη χαμένη αξία τους οι αγορές ακινήτων και οι χρηματοπιστωτικές αγορές των ΗΠΑ. Ο στόχος είναι να αποκτήσουν την παλιά τους αξία τα σπίτια, να σωθούν οι ισολογισμοί των τραπεζών και έτσι να σωθεί η κυβέρνηση από την αγορά άχρηστων χαρτιών, κάτι που φαίνεται πολιτικά αδύνατο δεδομένης της διάθεσης των πλειοψηφίας των Αμερικανών.
Ο στόχος, όμως, δεν υλοποιείται. Η νέα δημιουργία πίστωσης από την Fed δεν αυξάνει τα τραπεζικά δάνεια για την κτηματαγορά, τους καταναλωτές ή τις επιχειρήσεις. Οι τράπεζες δεν δανείζουν μέσα στη χώρα. Εισπράττουν τα προηγούμενα δάνεια. Γι’ αυτό η αποταμίευση στις ΗΠΑ αυξήθηκε απότομα. H «αποταμίευση» που εμφανίζεται (από 0 στο 3% του ΑΕΠ) παίρνει τη μορφή πληρωμής του χρέους με μετρητά και όχι δημιουργίας ρευστών κεφαλαίων. Ακριβώς όπως ο αποθησαυρισμός εκτρέπει έσοδα από την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, έτσι και η πληρωμή του χρέους συρρικνώνει το, προς δαπάνη, εισόδημα.
Έτσι, ο Μπερνάνκι δημιούργησε 2 τρισ. νέας πίστωσης στην Fed. Και τώρα (Οκτώβρης 2010) η Fed προτείνει την αύξηση έκδοσης χρήματος κατά ακόμα 1 τρισ. δολάρια μέσα στο επόμενο έτος. Αυτό είναι που εκτόξευσε την τιμή του χρυσού και έκανε τους επενδυτές να δραπετεύσουν από τα αδύναμα «χάρτινα νομίσματα» από τις αρχές του Σεπτέμβρη, αυτό ώθησε τις άλλες χώρες να προστατέψουν αναλόγως τις δικές τους οικονομίες.
Κανέναν δεν εκπλήσσει το ότι οι τράπεζες δεν δανείζουν σε μια οικονομία που συρρικνώνεται από τον αποπληθωρισμό του χρέους. Το σύνολο της ποσοτικής διευκόλυνσης έχει φύγει στο εξωτερικό, κυρίως σε Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα. [...]
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι λένε πώς όλα αυτά αποτελούν την ουσία της ελεύθερης αγοράς. «Δεν είναι καλό για τον κόσμο, για την επίλυση αυτού του ευρύτερου προβλήματος να βασίζεται στις ΗΠΑ», είπε ο Τ. Γκάιτνερ (υπ. Οικονομικών).
Έτσι, οι άλλες χώρες λύνουν το πρόβλημα μόνες τους. Η Ιαπωνία προσπαθεί να κρατήσει χαμηλά την ισοτιμία της πουλώντας γιεν και αγοράζοντας αμερικανικά ομόλογα, προκειμένου να διατηρήσει αλώβητο το carry trade, καθώς αυτοί που κάνουν αρμπιτράζ πληρώνουν ξανά με γιεν που δανείστηκαν νωρίτερα για να αγοράσουν υψηλότερης απόδοσης, αλλά όλο και πιο ριψοκίνδυνο, κρατικό χρέος από χώρες όπως η Ελλάδα. Η αποπληρωμή αυτών των δανείων ώθησε προς τα πάνω την ισοτιμία του γιεν κατά 12% έναντι του δολαρίου, μέχρι στιγμής. Στις 5 Οκτωβρίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ιαπωνίας Μασαάκι Σιρακάβα ανήγγειλε πως η Ιαπωνία δεν «είχε άλλη επιλογή» παρά να «δαπανήσει 5 τρισ. γιεν (60 δισ. δολάρια) για να αγοράσει κρατικά ομόλογα, εταιρικά συμβόλαια δανεισμού, επενδυτικά αμοιβαία κεφάλαια σε ακίνητα και κεφάλαια που εμπορεύονται ισοτιμίες - τα δύο τελευταία κατά παράβαση παλαιότερων πρακτικών».
Αυτή η «στείρωση» της μη επιθυμητής χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας είναι ακριβώς η πρακτική για την οποία επέκριναν οι ΗΠΑ την Κίνα. Η Κίνα επιχείρησε να ανακυκλώσει το εμπορικό της πλεόνασμα με πιο «φυσιολογικούς» τρόπους, επιδιώκοντας να αγοράσει αμερικανικές εταιρίες. Όμως το Κογκρέσο δεν άφησε την CNOOC να αγοράσει διυλιστήρια πετρελαίου πριν από λίγα χρόνια και η καναδική κυβέρνηση πιέζεται τώρα να μπλοκάρει την προσπάθεια της Κίνας να αγοράσει την καναδική ποτάσα. Έτσι, η Κίνα και άλλες χώρες δεν έχουν επιλογές πλην του να κρατούν τα νομίσματά τους σταθερά αγοράζοντας αμερικανικά και ευρωπαϊκά ομόλογα.
Κερδοσκοπία: Δομικό στοιχείο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος
Αυτό είναι το πρόβλημα όλων των χωρών σήμερα. Όπως έχει οικοδομηθεί, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα ανταμείβει την κερδοσκοπία και δυσκολεύει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τη σταθερότητα χωρίς αναγκαστικά δάνεια προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, που έχει επί πολύ καιρό το μονοπώλιο σχεδόν στην παροχή αποθεματικών προς την κεντρική τράπεζα. Όπως σημειώθηκε νωρίτερα, οι έμποροι αρμπιτράζ πετυχαίνουν διπλό κέρδος: το περιθώριο αρμπιτράζ ανάμεσα στην απόδοση της Βραζιλίας που είναι σχεδόν 12%, όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, και στο κόστος της αμερικανικής πίστωσης (1%) συν το κέρδος ισοτιμίας που προκύπτει από το γεγονός ότι η εκροή από δολάρια σε ρεάλ έχει ανεβάσει την ισοτιμία του ρεάλ περίπου κατά 30% -από 2,50 δολάρια στις αρχές του 2009 στο 1,75 την περασμένη εβδομάδα. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και την ικανότητα χρησιμοποίησης της μόχλευσης, δηλ. με 1 εκατ. ιδίων κεφαλαίων (εγγύηση) μπορεί κανείς να αγοράσει ξένα χρεόγραφα αξίας 100 εκατ., ο ρυθμός απόδοσης είναι 3.000% από τον Ιανουάριο του 2009. Η Βραζιλία είναι περισσότερο θύμα παρά ωφελημένη αυτού που κατ’ ευφημισμό λέγεται «εισροή κεφαλαίου». Η εισροή ξένου χρήματος έχει αυξήσει την αξία του ρεάλ κατά 4% μέσα σε ένα μήνα μόνο (από την 1/9 ως τις αρχές Οκτωβρίου). Η αύξηση του περασμένου έτους έχει διαβρώσει την ανταγωνιστικότητα των βραζιλιάνικων εξαγωγών, ωθώντας την κυβέρνηση να επιβάλει φόρο 4% στις ξένες αγορές των ομολόγων της, στις 4/10, για να αποτρέψει την άνοδο του νομίσματος. «Δεν είναι απλώς ένας νομισματικός πόλεμος», είπε ο υπουργός Οικονομικών τη Δευτέρα. «Τείνει να γίνει εμπορικός πόλεμος και αυτό μας ανησυχεί». Και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ταϊλάνδης Βόνγκβατου Πότιρατ προειδοποίησε πως η χώρα του μελετούσε την επιβολή παρόμοιων φόρων και περιορισμών στο εμπόριο του νομίσματος, για να αποτρέψει την άνοδο του μπατ, ο δε Σουμπίρ Γκόκαρν, αναπληρωτής διοικητής της Τράπεζας της Ινδίας, ανήγγειλε ότι η χώρα του εξετάζει επίσης τις άμυνές της ενάντια στη «δυνητική απειλή» των εισροών κεφαλαίων.
Αυτά τα κεφάλαια δεν παρέχουν χρήματα για απτές επενδύσεις. Είναι αρπακτικά και προκαλούν διακύμανση του νομίσματος που διαταράσσει τα εμπορικά πρότυπα, ενώ δημιουργεί τεράστια εμπορικά κέρδη για τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους πελάτες τους. [...]
Το δυνητικά μεγαλύτερο κερδοσκοπικό βραβείο απ’ όλα είναι μια ανατίμηση του κινεζικού ρενμίμπι. Η Επιτροπή Εσόδων της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων στηρίζει αυτό τον τζόγο ζητώντας από την Κίνα να αυξήσει την ισοτιμία της κατά 20% όπως υποδεικνύουν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ. Μια ανατίμηση αυτής της τάξης μεγέθους θα επέτρεπε στους κερδοσκόπους να βάλουν 1 εκατ. δολάρια για να δανειστούν 99 και να αγοράσουν κινεζικά ρενμίμπι σε μελλοντικό χρόνο. Η ζητούμενη ανατίμηση θα παρήγαγε ένας κέρδος 2.000% ή 20 εκατ., μετατρέποντας το στοίχημα των 100 εκατ. δολαρίων (από τα οποία μόνο το 1 είναι «σοβαρό χρήμα») σε 120 εκατ. δολάρια. Οι τράπεζες μπορούν να εμπορεύονται με πολύ μεγαλύτερα, σχεδόν άπειρα περιθώρια μόχλευσης.
Αυτά τα χρήματα τα έχουν ήδη αρπάξει κερδοσκοπώντας με βραζιλιάνικα, ινδικά και κινεζικά χρεόγραφα και χρεόγραφα άλλων χωρών των οποίων οι ισοτιμίες ωθήθηκαν προς τα πάνω λόγω της φυγής της πίστωσης από το δολάριο, το οποίο έχει πέσει 7% έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων από τις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ ανακοίνωσε την προοπτική της «ποσοτικής διευκόλυνσης». Την εβδομάδα πριν από τη σύνοδο του ΔΝΤ [8-11/9] το ταϊλανδέζικο μπατ και η ινδική ρουπία εκτοξεύτηκαν εν όψει του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπλόκαραν κάθε προσπάθεια από ξένες χώρες να αλλάξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να κάμψουν τον αποδιοργανωτικό νομισματικό τζόγο.
[...]

Από τον κανόνα του χρυσού, στον κανόνα των αμερικανικών ομολόγων και στην αναρχία της «ελεύθερης πίστωσης»
Πράγματι, η απόκλιση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις άλλες χώρες στη σύνοδο του ΔΝΤ απειλεί να προκαλέσει την πιο σοβαρή ρήξη από την κατάρρευση της Νομισματικής Συνδιάσκεψης του Λονδίνου, το 1933. Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα απειλείται για άλλη μια φορά με διάλυση, εκτροχιάζοντας τις σχέσεις εμπορίου και επενδύσεων σ’ όλο τον κόσμο – ή μπορεί να πάρει μια νέα μορφή όπου οι ΗΠΑ θα είναι απομονωμένες εν όψει του διαρθρωτικού μακροχρόνιου ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών τους. [...]
Τον Αύγουστο του 1971, οι πολεμικές δαπάνες στο Βιετνάμ και σε άλλες ξένες χώρες ανάγκασαν τις ΗΠΑ να αναστείλουν τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Ως επί το πλείστον από αδράνεια, οι κεντρικές τράπεζες συνέχισαν να ρυθμίζουν τα ισοζύγια πληρωμών τους με ομολογίες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Δεν υπήρχε άλλο περιουσιακό στοιχείο σε επαρκή προσφορά για να σχηματίσει τη βάση αποθεματικού των κεντρικών τραπεζών. Όμως, η αντικατάσταση του χρυσού -ενός καθαρού περιουσιακού στοιχείου- με το αμερικανικό χρέος σε δολάρια μετασχημάτισε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το σύστημα βασίστηκε στο χρέος και όχι σε περιουσιακά στοιχεία. Και γεωπολιτικά, ο κανόνας των ομολόγων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών κατέστησε τις ΗΠΑ άτρωτες από τους παραδοσιακούς περιορισμούς του ισοζυγίου πληρωμών και χρηματοπίστωσης, επιτρέποντας στις κεφαλαιαγορές τους να γίνουν όλο και πιο εξαρτώμενες από τη μόχλευση και «καινοτομικές». Επέτρεψε, επίσης, στην αμερικανική κυβέρνηση να διεξάγει εξωτερική πολιτική και στρατιωτικές εκστρατείες χωρίς να νοιάζεται για το ισοζύγιο πληρωμών.
Το πρόβλημα είναι ότι η προσφορά πίστωσης σε δολάρια είναι δυνητικά άπειρη. Η «πληθώρα δολαρίων» έχει αυξηθεί αναλογικά με το έλλειμμα πληρωμών των ΗΠΑ. Η αύξηση αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας και τα κρατικά επενδυτικά ταμεία έχουν πάρει τη μορφή της ανακύκλωσης εισροών δολαρίων σε νέες αγορές αμερικανικών κρατικών ομολόγων – κάτι που καθιστά τις ξένες κεντρικές τράπεζες (και τους φορολογούμενους) υπεύθυνες να χρηματοδοτούν το μεγαλύτερο μέρος του ελλείμματος του αμερικανικού προϋπολογισμού. Το γεγονός ότι αυτό το έλλειμμα είναι κυρίως στρατιωτικό εκ φύσεως -και χρησιμοποιείται για σκοπούς που πολλοί ξένοι ψηφοφόροι καθόλου δεν εγκρίνουν- καθιστά αυτή τη παγίδευση ιδιαίτερα ενοχλητική. Έτσι δεν εκπλήσσει κανέναν το ότι οι ξένες χώρες αναζητούν εναλλακτική λύση. Σε αντίθεση με τα όσα λένε τα ΜΜΕ, το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ -και συνεπώς τα πλεονάσματα άλλων χωρών- δεν είναι κατά πρώτο λόγο εμπορικό. Οι στρατιωτικές δαπάνες στο εξωτερικό έχουν επιταχυνθεί μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Σ. Ένωσης το 1991. Ακόμη πιο σημαντική ήταν η αύξηση των εκροών κεφαλαίου από τις ΗΠΑ. Οι τράπεζες δάνειζαν στις ξένες κυβερνήσεις χωρών του Τρίτου Κόσμου, σε άλλες ελλειμματικές χώρες για να καλύψουν τα ελλείμματα των εθνικών πληρωμών, σε ιδιώτες δανειστές για να αγοράσουν ξένες υποδομές που ιδιωτικοποιούνταν, ξένες μετοχές και ομόλογα, σε εμπόρους αρμπιτράζ που δανείζονταν με χαμηλό επιτόκιο για να αγοράσουν υψηλότερης απόδοσης ομόλογα στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι τα πλεονάσματα του ισοζυγίου πληρωμών των άλλων χωρών να μην απορρέουν κυρίως από τις εμπορικές σχέσεις, αλλά από τη χρηματιστική κερδοσκοπία και τα έμμεσα αποτελέσματα των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ.

(1) Η Συμφωνία που έγινε στο ξενοδοχείο Πλάζα της Ν. Υόρκης (1985) μεταξύ της Γαλλίας, της Δ. Γερμανίας, της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ και του Ην. Βασιλείου αφορούσε την υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με το γιεν με παρεμβάσεις στις νομισματικές αγορές. Ο λόγος ήταν διπλός: μείωση του αμερικανικού ελλείμματος και βοήθεια προς την αμερικανική οικονομία που είχε εισέλθει σε σοβαρή ύφεση.

Οι επερχόμενοι έλεγχοι κεφαλαίου
Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα καταρρέει επειδή οι νομισματικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ αλλάζουν τους κανόνες που είχαν τεθεί πριν από μισό αιώνα. Πριν να αποσυνδεθεί το δολάριο από τον χρυσό το 1971, ουδείς φανταζόταν πως μια οικονομία -ιδίως των ΗΠΑ- θα δημιουργούσε απεριόριστη πίστωση μέσω πληκτρολογίων ηλεκτρονικών υπολογιστών χωρίς να βλέπει ότι το νόμισμά της καταβυθίζεται. Αυτό όμως συμβαίνει τώρα που κυριαρχεί ο κανόνας των αμερικανικών ομολόγων στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι ξένες χώρες μπορούν να εμποδίσουν την άνοδο των νομισμάτων τους έναντι του δολαρίου (και συνεπώς το πέταγμα της εργασίας και των εξαγωγών τους από τις ξένες αγορές) μόνο (1) με την ανακύκλωση των εισροών δολαρίου σε ομόλογα των ΗΠΑ, (2) με την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων ή (3) με την αποφυγή χρήσης του δολαρίου ή άλλων νομισμάτων που χρησιμοποιούν οι κερδοσκόποι στις οικονομίες που προωθούν την «ποσοτική διευκόλυνση». [...] Η Βραζιλία έκανε ένα μετριοπαθές βήμα χρησιμοποιώντας τη φορολογική πολιτική αντί των άμεσων ελέγχων κεφαλαίου, όταν φορολόγησε τους ξένους αγοραστές των ομολόγων της, την περασμένη εβδομάδα.

Αν και άλλες χώρες ακολουθήσουν, αυτό θα αναστρέψει την πολιτική των ανοικτών και απροστάτευτων αγορών κεφαλαίου που υιοθετήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η τάση απειλεί να οδηγήσει στο είδος της νομισματικής πρακτικής που βρίσκουμε από τη δεκαετία του 1930 μέχρι τη δεκαετία του 1950: διπλές ισοτιμίες, μία για τις χρηματοπιστωτικές κινήσεις και άλλη μία για το εμπόριο. Αυτό θα σήμαινε, πιθανώς, την αντικατάσταση του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου με μια νέα ομάδα θεσμών στην οποία οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ευρωζώνη θα ήταν απομονωμένες.

Για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, το ΔΝΤ προτείνει να λειτουργήσει σαν «κεντρική τράπεζα» δημιουργώντας τον επονομαζόμενο, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, «χάρτινο χρυσό» - τεχνητή πίστωση με τη μορφή των Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων. Ωστόσο, άλλες χώρες παραπονούνται ήδη ότι οι μεγάλοι προωθητές του κερδοσκοπικού αμπιτράζ -ΗΠΑ, Βρετανία και Ευρωζώνη- διατηρούν τον έλεγχο των ψήφων. Και τα άρθρα της Συμφωνίας του ΔΝΤ εμποδίζουν τις χώρες να προστατευτούν, χαρακτηρίζοντας την αυτοπροστασία «παρέμβαση» στις «ανοικτές κεφαλαιαγορές». Έτσι, το αδιέξοδο φαίνεται πως θα είναι μόνιμο. [...] Οι χώρες του BRIC δημιουργούν το δικό τους παράλληλο σύστημα. Τον Σεπτέμβριο η Κίνα υποστήριξε μια ρωσική πρόταση να αρχίσουν άμεσο εμπόριο μεταξύ γουάν και ρουβλιού. Έκανε μια ίδια συμφωνία με τη Βραζιλία. Και στις παραμονές της συνόδου του ΔΝΤ, ο Κινέζος πρωθυπουργός Γουέν σταμάτησε στην Ιστανμπούλ για να συνάψει συμφωνία με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ερντογάν, με αντικείμενο τη χρήση των νομισμάτων τους για τον τριπλασιασμό του τουρκο-κινεζικού εμπορίου σε 50 δισ. δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια, ουσιαστικά, αποκλείοντας το δολάριο. «Προχωρούμε σε στρατηγική οικονομική συνεργασία... Σε όλες μας τις σχέσεις, συμφωνήσαμε να χρησιμοποιούμε τη λίρα και το γουάν», είπε ο κ. Ερντογάν.

Η παρούσα παγκόσμια χρηματοπιστωτική κατάρρευση αποτελεί μέρος του τιμήματος που θα πληρωθεί εξαιτίας της άρνησης της Κεντρικής Τράπεζας και του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να δεχθούν το πρωταρχικό αξίωμα της τραπεζικής: τα χρέη που δεν μπορούν να πληρωθούν, δεν θα πληρωθούν. Προσπάθησαν να «σώσουν» το τραπεζικό σύστημα από τις διαγραφές χρεών το 2008 διατηρώντας το χρέος στις λειτουργικές δαπάνες.

Το βάρος της αποπληρωμής συνεχίζει να συρρικνώνει την αμερικανική οικονομία, ενώ ο τρόπος που η Κεντρική Τράπεζα βοηθάει τις άλλες τράπεζες τροφοδότησε μια πλημμυρίδα διεθνούς χρηματιστικής κερδοσκοπίας. Αντιμέτωπες με το δίλημμα ή να εξομαλύνουν το παγκόσμιο εμπόριο ή να δώσουν ευκαιρίες στο αρπακτικό χρηματιστικό κεφάλαιο, οι ΗΠΑ και η Βρετανία έριξαν το βάρος τους στο δεύτερο. Οι οικονομίες που πλήττονται δικαίως αναζητούν εναλλακτικές διευθετήσεις.
*Ο Μ. Χάντσον είναι διακεκριμένος ερευνητικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι, στο Κάνσας Σίτι. Το παραπάνω κείμενο περιέχει εκτενέστατα αποσπάσματα από το άρθρο του στο Counterpunch, 11/10/2010.
 
Εκουαδόρ ακούει????

Απο τον πολύ καλό Κ. Λαπαβίτσα....

Διεθνής επιτροπή λογιστικού ελέγχου του ελληνικού χρέους: Ένα επιτακτικό αίτημα, του Κ. Λαπαβίτσα

Πηγή; tvxs, Ελευθεροτυπία
του Κ. Λαπαβίτσα

Το δημόσιο χρέος της χώρας μας είναι αδύνατον να αποπληρωθεί στο σύνολό του, όπως πλέον γίνεται παραδεκτό από όλους. Το μέγεθος του προβλήματος επιβάλλει ουσιαστική δημόσια συζήτηση και ρήξη με την τακτική που ακολουθήθηκε από την αρχή της κρίσης. Δηλαδή, να αφήνονται τα αλλεπάλληλα προβλήματα στα χέρια μιάς μικρής ομάδας υποτιθέμενων ειδικών, ενώ παράλληλα να ασκείται παραπληροφόρηση και κατατρομοκράτηση των λαϊκών στρωμάτων από τα ΜΜΕ.

Η προσέγγιση αυτή έχει αποτύχει παταγωδώς. Η χώρα είναι σε απόλυτο αδιέξοδο και είναι απαραίτητη η ευρεία λαϊκή συμμετοχή στη διαδικασία που θα καταλήξει στις αποφάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους. Το πρώτο βήμα μπορεί να είναι ο σχηματισμός διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του δημοσίου χρέους. Και εξηγούμαι.


Το δημόσιο χρέος είναι ένα τεράστιο και πολυπλόκαμο μέγεθος, με μεγάλη ποικιλία συμβάσεων που έχουν συναφθεί με διαφορετικούς όρους.

Περιβάλλεται δε από πυκνό σκοτάδι. Από τα λίγα που γνωρίζουμε είναι ότι περίπου τα δύο τρίτα κατέχονται στο εξωτερικό και κυρίως από γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Το εξωτερικό χρέος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου ομόλογα, το 90% των οποίων έχει εκδοθεί υπό ελληνική νομοθεσία. Το εγχώριο χρέος κατέχεται επίσης από τράπεζες, αλλά και από ασφαλιστικά ταμεία και άλλους ομολογιούχους. Το δημόσιο ακόμη χρωστάει σημαντικά ποσά σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις.

Για να αντιμετωπίσει το ζήτημα του χρέους η χώρα θα πρέπει ευθέως να αποφασίσει τι θα πληρώσει και πώς. Θα πρέπει δε να λάβει η ίδια την πρωτοβουλία και όχι να σύρεται πίσω από τις προτάσεις της ΕΕ, οι οποίες απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα σε βάθος χρόνου, επιβάλλοντας παράλληλα τεράστιο κόστος. Οι επιλογές είναι πολύ δύσκολες.

Πόσο θα είναι το ´κούρεμα’ των δανειστών;

Πως θα διαχωριστούν οι εγχώριοι από τους ξένους δανειστές;


Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφεθούν οι αποφάσεις αυτές αποκλειστικά στα χέρια των ‛επαϊόντων’ του Υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδας. Για να υπάρξει αποφασιστική λύση υπέρ των πολλών, απαιτείται η δημοκρατική συμμετοχή των εργατικών οργανώσεων και της κοινωνίας των πολιτών.

Η ΕΛΕ μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας στην απαραίτητη διαφάνεια. Θα πρόκειται για μια διεθνή επιτροπή που θα απαρτίζεται από ειδικούς των αναδιαρθρώσεων, νομικούς, ειδικούς του δημοσιονομικού λογιστικού ελέγχου, οικονομολόγους, συνδικαλιστές, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, και άλλους. Θα έχει βεβαίως απόλυτη ανεξαρτησία από κομματικούς φορείς. Από την άλλη, η ΕΛΕ θα στηρίζεται σε πλήθος άλλων επιτροπών και φορέων που θα μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα και να πιέσουν για διαφάνεια με το δικό τους τρόπο. Θα αρχίσει έτσι να γίνεται πραγματικότητα η λαϊκή συμμετοχή που είναι απαραίτητη για την ουσιαστική αντιμετώπιση του χρέους.

Η ΕΛΕ θα απαιτήσει να της ανοιχτούν οι συμβάσεις τις οποίες και θα μελετήσει για όσο διάστημα χρειάζεται ώστε να διαπιστώσει το ποιόν του χρέους. Αποφασιστική σημασία στο σημείο αυτό θα έχει το ‛απεχθές’ ή ‛παράνομο’ χρέος.

Η έννοια του ‛απεχθούς’ χρέους εισήχθη στο διεθνές δίκαιο από το ρώσο νομικό Αλεξάντερ Ναούμ Σακ κατά τη δεκαετία του 1920 και εν ολίγοις αναφέρεται σε δημόσια χρέη τα οποία στρέφονται κατά των λαϊκών συμφερόντων. Υπάρχει ευρεία νομική αντιπαράθεση στο θέμα, να σημειωθεί όμως ότι οι ΗΠΑ επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν την έννοια το 2003 για να διαγράψουν τα χρέη του καθεστώτος Σαντάμ. Έκαναν πίσω όταν διαπίστωσαν ότι θα δημιουργούσαν καταλυτικό προηγούμενο για πλειάδα άλλων χωρών.

Η έννοια του ‛παράνομου’ χρέους είναι ακόμη ευρύτερη και έχει χρησιμοποιηθεί από πλήθος οργανώσεων που επιχειρούν να πετύχουν μείωση των χρεών των αναπτυσσομένων χωρών. Αναφέρεται, για παράδειγμα, σε χρέος το οποίο έχει διαστάσεις ποινικές, ή άδικες, ή καταστροφικές για το περιβάλλον.


Η ΕΛΕ θα βρει πεδίον δόξης λαμπρόν στη χώρα μας. Και μόνον οι συμβάσεις χρέους με την διαμεσολάβηση της Γκόλντμαν Σακς, καθώς και αυτές για πολεμικούς εξοπλισμούς, καθιστούν αναγκαίο τον ανεξάρτητο έλεγχο. Αν αποδειχτούν ‛απεχθείς´ ή παράνομες, η χώρα μπορεί ευθέως να αρνηθεί την αποπληρωμή, αποδίδοντας παράλληλα ευθύνες σε όσους είχαν εμπλοκή.

Περαιτέρω, η διαφάνεια μέσω του έργου της ΕΛΕ θα επιτρέψει στην κοινωνία να αποφασίσει η ίδια τι θα αποπληρώσει από το χρέος που δεν είναι ‛απεχθές’.
Υπάρχει πλούσια εμπειρία από τη Λατινική Αμερική και αλλού στο ζήτημα αυτό.

Είναι ενθαρρυντικό ότι ήδη έχει αρχίσει να αξιοποιείται από ελληνικής πλευράς και ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα υπάρξει πρωτοβουλία για το σχηματισμό ΕΛΕ. Περιττό να ειπωθεί ότι παρουσιάζεται μεγάλο ενδιαφέρον και από άλλες χώρες της περιφέρειας.

Αν δημιουργηθούν συνεργαζόμενες ΕΛΕ των ευρωπαϊκών χωρών θα υπάρξει και πραγματικός διεθνισμός, πέρα από τις πομφόλυγες του ευρωπαϊσμού. Οι λαοί της Ευρώπης καλούνται να φέρουν ένα τρομακτικό βάρος, ώστε να διασωθούν οι τράπεζες, αλλά και το αρρωστημένο σαρκίο της ΟΝΕ.

Έχουν απόλυτο δικαίωμα να γνωρίζουν γιατί τους επιβάλλεται αυτή η τραγωδία. Στη χώρα μας είναι επιτακτικό δημοκρατικό αίτημα να ανοίξουν οι συμβάσεις του χρέους και να σχηματιστεί ΕΛΕ τώρα.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στις 5 Δεκεμβρίου 2010
 
Last edited: