Δεν μπορείς πάντα να παίρνεις αυτό που θέλεις [Rolling Stones]

  • Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

    Σας προσκαλούμε να γιορτάσουμε μαζί τα 20α γενέθλια του AVclub.

    Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου, από τις 18:00 θα πραγματοποιήσουμε το πάρτι των γενεθλίων του φόρουμ μας στο Peñarrubia Lounge.

    Δηλώστε τη συμμετοχή σας εδώ, θα χαρούμε πολύ να σας δούμε από κοντά.

Οχι και δε αλλαζουν υφος οι stones...
Μεχρι και classic disco εκαναν
Για να μην μιλησουμε για εκεινη την
Ντισκο μπουρδα με συνθι 80's
Το undercover..
Μεχρι το 75 ηταν ...
 
Μπα για μενα δεν αλλαζουν Stones ακουγονται παντα.
Το undercover το βρισκω πιο αμερικανοποιημενο προς μια αισθητικη Bon Jovi η Aerosmith, η τουλαχιστον προς τα εκει θελουν να το πανε με το πρωτο τους το χιτ, αλλα IMO οτι και να κανουν Stones παιζουν. Απο το she was hot και κυριως το Τie you up γινονται σκληρα αγορια...στοουνικά

Το πιο Disco ειναι το αλλο με τα κοριτσια. Οταν ημουν νεος το απεριπτα (δηλαδη δεν το αγορασα καν)
Σημερα κανω τουμπες ακουγοντας το. Μακαρι να βγαιναν διαφορα τετοια σημερα σαν τα κακα των Stones.

Ξανακουσε το αυτο το WE αν σου δωθει η ευκαιρια. Δυνατα. Θα δεις...-bye-
 
Μα τα εχω ακουσει εννοειται
Παντως καμμια σχεση το some girls με το undercover...
Το πρωτο ειναι δισκαρα με ενα σωρο κομματαρες ...το δευτερο ειναι απλα
Ο τυπικος μπουσταρισμενος ηχος των 80s σε στοουνικη βερσιον..
 

The Big Four​

TheFourBig.png

Ως «χρυσή τετραλογία» (ή αλλιώς "The Big Four") των Rolling Stones θεωρείται η σειρά των τεσσάρων συνεχόμενων στούντιο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν από το 1968 έως το 1972. Αυτή η περίοδος αναγνωρίζεται από τους κριτικούς και τους θαυμαστές ως το απόλυτο καλλιτεχνικό αποκορύφωμα του συγκροτήματος, δημιουργώντας ένα από τα σπουδαιότερα σερί κυκλοφοριών στην ιστορία της ροκ μουσικής.

Οι τέσσερις δίσκοι που απαρτίζουν την τετραλογία είναι:
Beggars Banquet (1968), Let It Bleed (1969), Sticky Fingers (1971) και Exile on Main St. (1972)
Σε αυτούς, η μπάντα βρήκε τον απόλυτο ήχο της, συνδυάζοντας το κλασικό ροκ εντ ρολ με τα μπλουζ, την κάντρι και τη γκόσπελ μουσική. Ήταν επίσης η περίοδος που ο σπουδαίος κιθαρίστας Mick Taylor βρισκόταν στο συγκρότημα, δίνοντας μια μοναδική μουσική ποιότητα στα σόλο των τραγουδιών.
 

Beggars Banquet: Το χαμένο θεμέλιο της χρυσής τετραλογίας​

Η κυκλοφορία του Beggars Banquet τον Δεκέμβριο του 1968 βρήκε τον κόσμο σε μια κατάσταση εκρηκτικής μεταβολής. Το έτος εκείνο σημαδεύτηκε από τον Μάη του '68 στο Παρίσι, τις αιματηρές αντιπολεμικές διαδηλώσεις για το Βιετνάμ στις ΗΠΑ και το Λονδίνο, τις δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι, καθώς και την εισβολή στην Πράγα. Η ψυχεδελική ουτοπία του "Καλοκαιριού της Αγάπης" του 1967 είχε δώσει τη θέση της σε μια πιο σκοτεινή, βίαιη και ρεαλιστική πραγματικότητα. Οι Rolling Stones, αφουγκραζόμενοι το πνεύμα των καιρών, εγκατέλειψαν τους προηγούμενους ψυχεδελικούς πειραματισμούς τους και επέστρεψαν στις ωμές, γήινες ρίζες τους. Το Beggars Banquet έγινε ο καθρέφτης αυτής της κοινωνικής αναταραχής, παντρεύοντας τον κυνισμό, την πολιτική εξέγερση και τον μυστικισμό με τα παραδοσιακά αμερικανικά μπλουζ και την κάντρι, δημιουργώντας ένα ηχητικό μανιφέστο της εποχής. Ο δίσκος αυτός δεν είναι απλά μια προσθήκη, αλλά η "μήτρα" και το χαμένο θεμέλιο από το οποίο γεννήθηκε ολόκληρος ο κατοπινός μυθικός ήχος της σπουδαιότερης περιόδου του γκρουπ.

Αυτή η ωμή στροφή αποτυπώθηκε ανάγλυφα και στο οπτικό κομμάτι, το οποίο προκάλεσε έντονη διαμάχη με τη δισκογραφική εταιρεία Decca. Το γκρουπ είχε επιλέξει ως εξώφυλλο μια φωτογραφία του Αμερικανού φωτογράφου Barry Feinstein, η οποία απεικόνιζε τον τοίχο τουαλέτας σε μια αντιπροσωπεία Porsche στο Λος Άντζελες, γεμάτου με προκλητικά γκράφιτι, στίχους και πολιτικά συνθήματα, γραμμένα από τους ίδιους τους Mick Jagger και Keith Richards. Η Decca Records αρνήθηκε κατηγορηματικά να κυκλοφορήσει τον δίσκο με αυτή την εικόνα, θεωρώντας την χυδαία και προσβλητική για τα χρηστά ήθη της εποχής. Η άρνηση αυτή οδήγησε σε πολύμηνη καθυστέρηση της κυκλοφορίας, με τους Stones να υποχωρούν τελικά απρόθυμα, ντύνοντας το άλμπουμ με ένα λιτό, κατάλευκο εξώφυλλο που θύμιζε επίσημη πρόσκληση σε δείπνο, κρύβοντας ειρωνικά το προκλητικό περιεχόμενό του.

Η δημιουργική ομάδα πίσω από αυτό το αριστούργημα αποτελούνταν από τους Mick Jagger (φωνή, φυσαρμόνικα), Keith Richards (κιθάρες), Brian Jones (πολυοργανίστας), Bill Wyman (μπάσο) και Charlie Watts (τύμπανα). Μέχρι το 1968, έχοντας αφήσει πίσω τους τα μικρά κλαμπ του Λονδίνου και την ψυχεδελική περίοδο, οι Stones είχαν ήδη καθιερωθεί ως η προκλητική απάντηση του βρετανικού ροκ στο κατεστημένο. Ωστόσο, το Beggars Banquet βρήκε την εσωτερική τους ισορροπία να κλονίζεται: ο ιδρυτής Brian Jones, εξουθενωμένος από τις καταχρήσεις, βρισκόταν σε τροχιά καλλιτεχνικής περιθωριοποίησης, καθώς η ηγεσία του γκρουπ είχε περάσει οριστικά στα χέρια των Jagger και Richards. Η σωτήρια είσοδος του παραγωγού Jimmy Miller στα Olympic Studios ανανέωσε τη δυναμική της μπάντας, μετατρέποντας τις εσωτερικές εντάσεις σε δημιουργικό καύσιμο και θέτοντας τις βάσεις για τη σπουδαιότερη περίοδο της καριέρας τους.

Η έλευση του Jimmy Miller στην παραγωγή ανέτρεψε πλήρως τις μέχρι τότε ισορροπίες. Όντας ο ίδιος έμπειρος περκασιονίστας, ο Miller διέγνωσε αμέσως ότι ο ψυχεδελικός ήχος του παρελθόντος είχε εγκλωβίσει τη δυναμική της μπάντας. Η πρώτη του κίνηση ήταν να "γυμνώσει" τον ήχο, απαιτώντας από τον Charlie Watts και τον Bill Wyman ένα εξαιρετικά στεγνό, πρωτόγονο ρυθμικό υπόβαθρο, απαλλαγμένο από περιττές αντηχήσεις και τεχνητά βάθη. Ο Miller κατάφερε να μετατρέψει το στούντιο από έναν χώρο απλής καταγραφής σε ένα ζωντανό μουσικό όργανο, γεγονός που γίνεται εμφανές από την πρώτη κιόλας στιγμή που η βελόνα ακουμπά στο αυλάκι του βινυλίου.

RollingStonesMichaelJoseph.jpg
Ο Νοτιοαφρικανός φωτογράφος Michael Joseph, μαζί με τις φωτό στο κάστρο Swarkestone (τα πλάνα στο
χορτάρι και στα ερείπια), και την περίφημη φωτογράφιση στο αρχοντικό Sarum Chase στο Λονδίνο (όπου οι Stones
ποζάρουν σαν παρακμιακοί ευγενείς σε συμπόσιο), επιμελήθηκε και το εσωτερικό του πτυσσόμενου εξωφύλλου​
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Συμπάθεια για τον Διάβολο​

Επιτρέψτε μου να συστηθώ
Είμαι ένας άνθρωπος με πλούτο και γούστο
Τριγυρνώ εδώ και πολλά, πολλά χρόνια
Κλέβοντας την ψυχή και την πίστη πολλών ανθρώπων

Ήμουν εκεί όταν ο Ιησούς Χριστός
Είχε τη στιγμή της αμφιβολίας και του πόνου του
Φρόντισα προσωπικά να βεβαιωθώ ότι ο Πιλάτος
Θα ένιβε τας χείρας του και θα σφράγιζε τη μοίρα Του

Χαίρομαι που σε γνωρίζω
Ελπίζω να μαντέψεις το όνομά μου
Αλλά αυτό που σε μπερδεύει
Είναι η φύση του παιχνιδιού μου

Στάθμευσα στην Αγία Πετρούπολη
Όταν είδα ότι ήρθε η ώρα για αλλαγή
Σκότωσα τον Τσάρο και τους υπουργούς του
Και η Αναστασία ούρλιαζε μάταια.

Οδηγούσα ένα άρμα, είχα βαθμό στρατηγού
Όταν μαίνονταν ο αστραπιαίος πόλεμος
Και τα πτώματα βρωμούσαν

(Χαίρομαι που σε γνωρίζω...)



Παρακολουθούσα με ευχαρίστηση
Καθώς οι βασιλιάδες και οι βασίλισσές σου
Πολεμούσαν για δέκα δεκαετίες
Για τους θεούς που οι ίδιοι έπλασαν

Φώναξα δυνατά:
«Ποιος σκότωσε τους Κένεντι;»
Όταν, στο κάτω-κάτω,
Ήμασταν εσύ κι εγώ

Επιτρέψτε μου να συστηθώ
Είμαι ένας άνθρωπος με πλούτο και γούστο
Και έστησα παγίδες για τροβαδούρους
[1]
Που θερίστηκαν πριν φτάσουν στη Βομβάη

(Χαίρομαι που σε γνωρίζω...)

Καθώς κάθε μπάτσος είναι εγκληματίας
[1]
Και όλοι οι αμαρτωλοί άγιοι
Καθώς το κορώνα είναι γράμματα
Απλώς φώναζέ με Εωσφόρο
Γιατί χρειάζομαι και λίγο τακτ

Οπότε αν με συναντήσεις, δείξε λίγη αβρότητα
Δείξε λίγη συμπάθεια και λίγο γούστο
Χρησιμοποίησε όλη την καλή σου ανατροφή
Αλλιώς θα αφανίσω την ψυχούλα σου, ω ναι

... - Sympathy For The Devil (Jagger, Richards)

Η επιρροή της λογοτεχνίας στους Rolling Stones, και ιδιαίτερα στον Mick Jagger, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '60 είναι μια από τις πιο συναρπαστικές και συχνά παραγνωρισμένες πτυχές της ιστορίας τους. Εκείνη την εποχή, οι Stones προσπαθούσαν να αποτινάξουν την ταμπέλα των "απλών παιδιών των μπλουζ" και να εξελιχθούν σε κάτι πιο βαθύ, σκοτεινό και διανοούμενο.

Η μεγαλύτερη ώθηση σε αυτό ήρθε από την τότε σύντροφο του Jagger, τη Marianne Faithfull, η οποία προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια με βαθιά παιδεία (ήταν ανιψιά του συγγραφέα Leopold von Sacher-Masoch, από τον οποίο βγήκε ο όρος μαζοχισμός) και του σύστησε μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από κλασικά και ανατρεπτικά έργα. Η Faithfull έκανε δώρο στον Jagger τη γαλλική μετάφραση του αριστουργήματος "Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα" του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Το βιβλίο ξεκινάει με τον Διάβολο (υπό τη μορφή του εκλεπτυσμένου Καθηγητή Βόλαντ) να εμφανίζεται στη Μόσχα της δεκαετίας του '30 και να πιάνει κουβέντα με δύο σοβιετικούς λογοτέχνες, συστήνοντας τον εαυτό του με απόλυτη ευγένεια. Ο Jagger μαγεύτηκε από την ιδέα ενός Διαβόλου που δεν είναι ένα φτηνό τέρας των παραμυθιών, αλλά ένας γοητευτικός, πλούσιος κοσμοπολίτης με εξαιρετικούς τρόπους ("αριστοκράτης"). Η εναρκτήρια φράση "Please allow me to introduce myself" είναι σχεδόν απευθείας μεταφορά της ατμόσφαιρας των πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου.

Η γαλλική παρακμιακή ποίηση του 19ου αιώνα, και ειδικά ο Μπωντλαίρ, άσκησε τεράστια γοητεία στον Jagger. Ο Μπωντλαίρ έγραψε το ποίημα "Λιτανείες του Σατανά" (Les Litanies de Satan) που δημοσιεύθηκε ως μέρος του συλλογικού τόμου "Τα Άνθη του Κακού" (Les Fleurs du mal), όπου παρουσιάζει τον Έκπτωτο Άγγελο όχι ως πηγή του κακού, αλλά ως τον προστάτη των εξοστρακισμένων, των αδικημένων και των κατατρεγμένων της γης. Αυτή η ιδέα της "συμπάθειας" ή της κατανόησης προς τον Διάβολο ως μια παρεξηγημένη φιγούρα που καθρεφτίζει τις δικές μας αμαρτίες, ενσωματώθηκε πλήρως στο "Sympathy For The Devil".

Η διπλή φύση του ανθρώπου ήταν ένα θέμα που απασχολούσε έντονα το γκρουπ, καθώς οι ίδιοι ένιωθαν ότι στην προσωπική τους ζωή ήταν ήσυχα παιδιά, αλλά στη σκηνή μεταμορφώνονταν σε "κουλτούρα της αναρχίας". Το κλασικό έργο "Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ" του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον για τη μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό μέσα στον ίδιο άνθρωπο επηρέασε άμεσα τη φιλοσοφία του άλμπουμ Beggars Banquet. Στίχοι όπως το "Just as every cop is a criminal / and all the sinners saints" είναι η απόλυτη λογοτεχνική αποτύπωση της θεωρίας του Στίβενσον: ότι κανένας άνθρωπος και κανένας θεσμός δεν είναι αμιγώς καλός ή κακός, αλλά κουβαλάμε και τις δύο πλευρές μέσα μας.

Οι Stones (και ιδιαίτερα ο Brian Jones) είχαν στενές επαφές με τους συγγραφείς της Μπιτ Γενιάς. Ο Jagger έγινε φίλος με τον εκκεντρικό Ουίλιαμ Μπάροουζ, τον συγγραφέα του έργου, «Γυμνό Γεύμα» (The Naked Lunch), ενός αριστουργήματος της παραβατικής λογοτεχνίας, το οποίο αμφισβήτησε την ίδια τη δομή της γλώσσας και της αφήγησης. Ο Μπάροουζ χρησιμοποιούσε την τεχνική του "cut-up" (κόψιμο και τυχαίο ανακάτεμα προτάσεων) για να δημιουργήσει μια παραισθησιογόνα, κατακερματισμένη πραγματικότητα, ενώ έγραφε ωμά για τα ναρκωτικά και την κρατική καταστολή. Η επίδραση του Μπάροουζ φαίνεται καθαρά στους πιο σκοτεινούς και "σουρεαλιστικούς" στίχους των Stones στις αρχές των '70ς (όπως στο άλμπουμ Exile on Main St.), όπου οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς προφανή λογική σειρά, δημιουργώντας μια αίσθηση παραζάλης και αστικής παρακμής.

Αυτή η στροφή στη λογοτεχνία ήταν που επέτρεψε στον Mick Jagger να γράψει στίχους που άντεξαν στον χρόνο. Αντί να γράφει απλά τραγούδια για εφήβους, άρχισε να χρησιμοποιεί αλληγορίες, ιστορικές αναφορές και φιλοσοφικά ερωτήματα.
______________________
[1]. "Traps for troubadours / Who get killed before they reached Bombay": Αυτός ο στίχος αναφέρεται στους νεαρούς χίπηδες των '60ς που ακολουθούσαν το περίφημο "Hippie Trail" προς την Ινδία (Βομβάη) αναζητώντας την πνευματικότητα, αλλά πολλοί κατέληγαν θύματα των ναρκωτικών, της φτώχειας ή της βίας στον δρόμο.
[2]. "Just as every cop is a criminal": Αυτός ο στίχος, μαζί με το "Street Fighting Man", έκανε τις αρχές να θεωρήσουν το άλμπουμ άκρως επικίνδυνο.
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Το Συμπόσιο των Ζητιάνων​

Rolling Stones - Beggars Banquet (Νοέμβριος 1968, London Records) US / (Δεκέμβριος 1968, Decca) UK

BeggarsBanquet.jpg
Το εγκεκριμένο εξώφυλλο από την Decca και το αρχικό που απορρίφθηκε​

Τραγούδια: A1 Sympathy For The Devil - 6:14, A2 No Expectations - 3:52, A3 Dear Doctor - 3:19, A4 Parachute Woman - 2:17, A5 Jig-Saw Puzzle - 6:07, B1 Street Fighting Man - 3:10, B2 Prodigal Son (Rev. Robert Wilkins) - 2:47, B3 Stray Cat Blues - 4:32, B4 Factory Girl - 2:06, B5 Salt Of The Earth - 4:43
-- Στίχοι και σύνθεση από τον Μικ Τζάγκερ και Κιθ Ρίτσαρντς (εκτός B2)
Μουσικοί: Mick Jagger (κύρια φωνητικά: όλα τα κομμάτια, τύμπανο χειρός: A1, δεύτερα φωνητικά: A3, B1, φυσαρμόνικα: A4, μαράκες: B1, B3) — Keith Richards (ηλεκτρικές κιθάρες: A1, A4, B3, ακουστικές κιθάρες: A2–A3, B1–B2, B4–B5, ηλεκτρική σλάιντ κιθάρα: A5, B5, μπάσο: A1, B1, B3, δεύτερα φωνητικά: A1, A3, B5, κύρια φωνητικά στην αρχή: B5 — Brian Jones (ακουστική σλάιντ κιθάρα: A2, ακουστική κιθάρα: A1, A4, φυσαρμόνικα: A3–A4, B2, Mellotron: A5, B3, σιτάρ: B1, ταμπούρα: B1, δεύτερα φωνητικά: A1) — Bill Wyman (μπάσο: A2, A4–A5, B5, κοντραμπάσο: A3, δεύτερα φωνητικά: A1, σέκερε A1) — Charlie Watts (ντραμς: A1, A3–B3, B5, κλάβες: A2, ντέφι: A3, τάμπλα: B4, δεύτερα φωνητικά: A1)
-- Πρόσθετο προσωπικό
Nicky Hopkins (πιάνο: A1–A3, A5–B1, B3, B5), Mellotron, όργανο Farfisa (A2) — Rocky Dzidzornu (κόνγκας: A1, B3–B4), καμπανάκι (A1) — Ric Grech (βιολί: B4) — Dave Mason (σέναϊ: B1) — Michael Cooper, Marianne Faithfull, Anita Pallenberg (δεύτερα φωνητικά: A1) — Watts Street Gospel Choir (δεύτερα φωνητικά : B5)
Σχεδίαση / Φωτογραφία: Tom Wilkes / Michael Joseph (εσωτερικό του άλμπουμ), Barry Feinstein (αρχικό απαγορευμένο άρτγουορκ και εξώφυλλο κυκλοφορίας, οπισθόφυλλο)
Παραγωγή / Μηχανικοί: Jimmy Miller / Glyn Johns, Eddie Kramer, Gene Shiveley

Ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούλιο του 1968, στα Olympic Studios του Λονδίνου

BeggarsBanquet-In.jpg
(φωτό Michael Joseph)​

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Sympathy For The Devil", ένα συγκλονιστικό κομμάτι όπου ο Jagger ενσαρκώνει τον Διάβολο, όχι ως ένα καρικατουρίστικο ον, αλλά ως έναν κομψό παρατηρητή της ανθρώπινης θηριωδίας στην ιστορία. Αντί για ένα τυπικό ροκ μοτίβο, ο Miller οδήγησε το γκρουπ σε μια πολυρυθμική, τελετουργική δομή, επιστρατεύοντας τον Γκανέζο Rocky Dijon στα κόνγκας και τα μαράκας ως βασικό περκασιονίστα, και βάζοντας τα υπόλοιπα μέλη να χτυπούν κουδούνες και ξύλα, δημιουργώντας ένα υπνωτικό, αφρικανικό υπόβαθρο σαμάνικης υφής. Πάνω σε αυτό το πυκνό χαλί, η κονσόλα χρησιμοποιήθηκε για να απομονώσει και να αναδείξει το διαπεραστικό πιάνο του Nicky Hopkins, το οποίο ηχογραφήθηκε με μια ελαφριά ηχώ για να δίνει την αίσθηση ενός απόκοσμου αντίλαλου. Ο Keith Richards παραδίδει ένα από τα πιο κοφτερά, άγρια και εμβληματικά σόλο κιθάρας στην ιστορία, ενώ οι Anita Pallenberg και Marianne Faithfull συμμετέχουν στα στοιχειωτικά υποστηρικτικά φωνητικά, ολοκληρώνοντας την ατμόσφαιρα της σκοτεινής ιεροτελεστίας.

Στο "No Expectations", η ατμόσφαιρα μεταβάλλεται σε μια μελαγχολική, ακουστική μπαλάντα. Το κομμάτι αποτελεί τον κύκνειο άσμα του Brian Jones, ο οποίος παίζει μια συγκινητική, αιθέρια σλάιντ κιθάρα, θυμίζοντας σε όλους το σπάνιο μελωδικό του ένστικτο. Το Hammond όργανο του Nicky Hopkins προσθέτει ένα ζεστό, θρησκευτικό υπόβαθρο, ενώ η ερμηνεία του Jagger είναι γεμάτη ευαισθησία και παραίτηση. Ακολουθεί το "Dear Doctor", μια ιδιότυπη παρωδία κάντρι μουσικής με έντονα στοιχεία θεατρικότητας. Εδώ, η ακουστική κιθάρα του Richards και η φυσαρμόνικα του Jagger κυριαρχούν, ενώ ο Nicky Hopkins στο πιάνο με πινέζες (tack) ενισχύει την αίσθηση ενός σαλούν της Άγριας Δύσης, σε μια χιουμοριστική ιστορία για έναν γάμο που αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή.

Το "Parachute Woman" επαναφέρει την μπάντα στο τραχύ και πρωτόγονο ηλεκτρικό μπλουζ του Σικάγο. Ο ήχος των τυμπάνων του Watts είναι σκόπιμα συμπιεσμένος και βαρύς από τον Miller, ενώ οι διπλές φυσαρμόνικες του Jagger δημιουργούν έναν αποπνικτικό, σεξουαλικά φορτισμένο ιστό. Η πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το "Jig-Saw Puzzle", ένα μακροσκελές, δομημένο κομμάτι που φέρει εμφανείς επιρροές από τον Bob Dylan εκείνης της περιόδου, ο οποίος με την επιστροφή του στον γήινο ήχο του John Wesley Harding είχε δείξει στους Stones τον δρόμο της εξόδου από την ψυχεδέλεια. Ο Jagger υιοθετεί το σουρεαλιστικό αφηγηματικό στυλ του Dylan περιγράφοντας μια σειρά από εκκεντρικούς, περιθωριακούς χαρακτήρες, ενώ ο Jones συνεισφέρει με το Mellotron και ο Richards παίζει μια εξαιρετική σλάιντ κιθάρα που συνομιλεί με το ρυθμικό πιάνο του Hopkins.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά εκρηκτικά με το "Street Fighting Man", τον απόλυτο πολιτικό ύμνο του 1968. Ο Keith Richards πέτυχε αυτόν τον μοναδικό, υπερπαραμορφωμένο ήχο ηχογραφώντας μια ακουστική κιθάρα Gibson Hummingbird σε ένα μικρό, φορητό κασετόφωνο Philips, το οποίο ανάγκασε το εσωτερικό κύκλωμα να υπερφορτωθεί και να αλλοιώσει φυσικά το σήμα. Αυτή η υπερπαραμορφωμένη, συμπιεσμένη μαγνητοταινία μεταφέρθηκε στη συνέχεια στις κονσόλες των Olympic Studios, δημιουργώντας ένα ηχητικό τείχος που ακούγεται ηλεκτρικό, ενώ είναι εξ ολοκλήρου ακουστικό. Για να δέσει το πείραμα, ο Watts έπαιξε σε ένα σπάνιο, φορητό παιδικό ντραμ κιτ της δεκαετίας του '30 για να πετύχει έναν απόλυτα ξερό κρότο. Ο Dave Mason των Traffic συμμετέχει παίζοντας σέναϊ, ένα ινδικό πνευστό που προσφέρει έναν απόκοσμο ήχο στο φόντο, ενώ ο Rick Grech παίζει ένα διακριτικό αλλά γεμάτο ένταση ηλεκτρικό βιολί, αποτυπώνοντας την αίσθηση του χάους των δρόμων.

Το κομμάτι μετατράπηκε ακαριαία στο ανεπίσημο σάουντρακ της παγκόσμιας κοινωνικής έκρηξης. Οι στίχοι του Jagger, επηρεασμένοι από τη δική του παρουσία στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις του Λονδίνου και από τις συζητήσεις του με τον ακτιβιστή Ταρίκ Άλι, αποτύπωσαν με ακρίβεια την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Ωστόσο, το τραγούδι απέφυγε την παγίδα της στρατευμένης τέχνης, εμπεριέχοντας μια έντονη δόση κυνισμού, καθώς ο Jagger αναρωτιόταν τι άλλο μπορεί να κάνει ένα φτωχόπαιδο σε μια συντηρητική πόλη, εκτός από το να τραγουδά σε μια ροκ μπάντα. Η αντίδραση του κατεστημένου ήταν φοβική. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τις μνήμες από τις εξεγέρσεις νωπές, δεκάδες μεγάλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί απαγόρευσαν τη μετάδοσή του, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει ταραχές. Αυτή η λογοκρισία του προσέδωσε μυθικές διαστάσεις, μετατρέποντάς το στο απόλυτο σύμβολο της αντικουλτούρας. Στην Ευρώπη προκάλεσε έντονες συζητήσεις, με την αριστερή αντεργκράουντ εφημερίδα Black Dwarf να τους χαιρετίζει ως τη φωνή της εξέγερσης και τον συντηρητικό τύπο να τους κατηγορεί για επικίνδυνο καιροσκοπισμό. Η ίδια εκρηκτική ένταση μεταφέρθηκε και στις ζωντανές εμφανίσεις της αμερικανικής περιοδείας του 1969, όπου το κομμάτι έκλεινε τις συναυλίες, προκαλώντας στο κοινό μια κατάσταση έκστασης και υψωμένων γροθιών που θύμιζε περισσότερο πολιτική διαδήλωση παρά ροκ συναυλία.

Το "Prodigal Son" είναι μια εξαιρετική, πιστή διασκευή στο ατίθασο ακουστικό μπλουζ του αιδεσιμότατου Robert Wilkins, ένα κομμάτι που ο ίδιος ο Dylan είχε υποδείξει έμμεσα στην μπάντα. Ο Jagger και ο Richards παίζουν μόνοι τους με ακουστικές κιθάρες στο μεγαλύτερο μέρος, αποδεικνύοντας τη βαθιά τους γνώση και τον σεβασμό στην παράδοση του Μισισιπή, πριν μπουν τα τύμπανα του Watts για να δώσουν έναν πιο σύγχρονο παλμό. Στη συνέχεια, το "Stray Cat Blues" σοκάρει με τους προκλητικούς, σεξουαλικούς στίχους του και το βαρύ, αργόσυρτο ριφ του. Το κομμάτι ξεχωρίζει για τον διάλογο ανάμεσα στις κιθάρες και το επιθετικό ηλεκτρικό πιάνο του Hopkins, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα παρακμής και αστικής αποξένωσης.

Το "Factory Girl" αποτελεί μια ακόμα βουτιά στην παραδοσιακή φολκ και την κάντρι, με μια διάθεση συμπόνιας για την εργατική τάξη. Ο Rick Grech επιστρέφει εδώ στο βιολί, προσφέροντας έναν αυθεντικό παραδοσιακό αέρα, ενώ ο Rocky Dijon παίζει κόνγκας και ο ίδιος ο Jagger συνοδεύει με μαντολίνο, δημιουργώντας μια φωτεινή, ακουστική ανάπαυλα. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται μεγαλειωδώς με το "Salt Of The Earth", έναν ύμνο αφιερωμένο στους καθημερινούς ανθρώπους του μόχθου. Το κομμάτι ξεκινά με την ακουστική κιθάρα και τη φωνή του Keith Richards, προτού αναλάβει ο Jagger. Η κορύφωση έρχεται με τη συγκλονιστική συμμετοχή της χορωδίας Watts Street Gospel Choir, η οποία, υπό την καθοδήγηση των ευαίσθητων ορχηστρικών ρυθμίσεων και του πιάνου του Hopkins, μετατρέπει το τραγούδι σε μια πανανθρώπινη, πνευματική προσευχή.

Το Beggars Banquet πέρα από μια επιστροφή στις ρίζες, ήταν μια καλλιτεχνική αναγέννηση που επαναπροσδιόρισε την ταυτότητα των Rolling Stones. Μέσα από τη συνεργασία τους με τον Jimmy Miller και μια εκλεκτική ομάδα κορυφαίων προσκεκλημένων μουσικών, κατάφεραν να μετουσιώσουν την κοινωνική οργή και την αβεβαιότητα του 1968 σε έναν διαχρονικό δίσκο. Με αυτό το άλμπουμ έθεσαν τα θεμέλια για τη χρυσή τετραετία τους, αποδεικνύοντας ότι η ροκ μουσική μπορούσε να είναι ταυτόχρονα επικίνδυνη, πολιτικοποιημένη, βαθιά ριζωμένη στην παράδοση και απόλυτα σύγχρονη. Τώρα, η επιστροφή στα Let It Bleed, Sticky Fingers και Exile αποκτά μια νέα, καθαρή προοπτική: όλα ξεκίνησαν από αυτό το τραχύ, επαναστατικό δείπνο των ζητιάνων.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης, The Complete Works of the Rolling Stones (Nico Zentgraf), Olympic Studios History, Rolling Stone Beggars Banquet Review, BBC Beggars Banquet Review, allmusic.com, The Black Dwarf Issue 9 - Volume 13 Number 7 - 27 October 1968)
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Μαχητής των Δρόμων​

TheBlackDwarfMickJagger.jpg
Παντού ακούω τον ήχο από βήματα που παρελαύνουν, που ορμούν, ρε φίλε
Γιατί ήρθε το καλοκαίρι κι είναι η ώρα για μάχες στους δρόμους, ρε φίλε

Λοιπόν, τι μπορεί να κάνει ένα φτωχόπαιδο,
εκτός από το να τραγουδάει σε μια ροκ εντ ρολ μπάντα;
Γιατί στην κοιμισμένη πόλη του Λονδίνου δεν υπάρχει χώρος για έναν μαχητή των δρόμων, όχι

Έι, νομίζω ότι η ώρα έφτασε για μια επανάσταση στα ανάκτορα
Γιατί εκεί που ζω, το μόνο παιχνίδι είναι ο συμβιβασμός

Λοιπόν, τι μπορεί να κάνει ένα φτωχόπαιδο,
εκτός από το να τραγουδάει σε μια ροκ εντ ρολ μπάντα;
Γιατί στην κοιμισμένη πόλη του Λονδίνου δεν υπάρχει χώρος για έναν μαχητή των δρόμων, όχι

Πάμε!

Έι, είπα πως το όνομά μου είναι «Αναταραχή»
Θα φωνάζω και θα ουρλιάζω, θα καθαρίσω τον βασιλιά
Θα καταραστώ όλους τους υπηρέτες του

Λοιπόν, τι μπορεί να κάνει ένα φτωχόπαιδο,
εκτός από το να τραγουδάει σε μια ροκ εντ ρολ μπάντα;
Γιατί στην κοιμισμένη πόλη του Λονδίνου δεν υπάρχει χώρος για έναν μαχητή των δρόμων, όχι

- Street Fighting Man (Jagger, Richards)

Η αμερικανική πόλη που πρωτοστάτησε στον αποκλεισμό του "Street Fighting Man" από τα εδάφη της ήταν το Σικάγο, καθώς η κυκλοφορία του σινγκλ στα τέλη Αυγούστου του 1968 συνέπεσε με τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ αντιπολεμικών διαδηλωτών και αστυνομίας κατά τη διάρκεια του Εθνικού Συνεδρίου των Δημοκρατικών. Οι αρχές και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί της πόλης, τρομαγμένοι από την ένταση στους δρόμους, αρνήθηκαν κατηγορηματικά να παίξουν το τραγούδι, φοβούμενοι ότι οι στίχοι του θα λειτουργούσαν ως "λάδι στη φωτιά" και θα υποκινούσαν νέα εξέγερση.

Παρόλο που δεν υπήρξε επίσημη κυβερνητική απαγόρευση, οι περισσότεροι μεγάλοι σταθμοί σε όλη τη χώρα ακολούθησαν το παράδειγμα του Σικάγου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το κομμάτι να "κολλήσει" στο Νο. 48 των αμερικανικών τσαρτ (το χαμηλότερο για σινγκλ των Stones μέχρι τότε), παρά τη δεδομένη επιτυχία του. Η δισκογραφική εταιρεία απέσυρε εσπευσμένα το αρχικό αμερικανικό εξώφυλλο του σινγκλ, το οποίο δεν έδειχνε το γκρουπ, αλλά μια φωτογραφία από αληθινά επεισόδια με αστυνομικούς να χτυπούν διαδηλωτές στο Λος Άντζελες. Σήμερα, οι ελάχιστες κόπιες που διασώθηκαν αποτελούν πανάκριβα συλλεκτικά αντικείμενα.

Ο Jagger δήλωσε ενθουσιασμένος με τον θόρυβο, σχολιάζοντας ειρωνικά: «Φυσικά και είναι ανατρεπτικό. Είναι βέβαια ανόητο να πιστεύει κανείς ότι μπορείς να ξεκινήσεις μια επανάσταση με έναν δίσκο. Μακάρι να μπορούσες!».

Αν και η ραχοκοκαλιά του κομματιού είναι οι ακουστικές κιθάρες του Keith Richards, ο Brian Jones και ορισμένοι καλεσμένοι μουσικοί έχτισαν μια μοναδική, υπνωτική και ταυτόχρονα απειλητική ατμόσφαιρα στο στούντιο. Ένας συνδυασμός από ινδικά όργανα, παιχνίδια με κασετόφωνα και ηχητικές "σειρήνες" έκανε το "Street Fighting Man" ένα από τα πιο πρωτοποριακά κομμάτια της εποχής του, το οποίο οι Stones αδυνατούσαν να παίξουν ζωντανά στις συναυλίες τους για αρκετά χρόνια, καθώς ήταν αδύνατο να αναπαράγουν αυτό το ηχητικό χάος εκτός στούντιο.

- Beggars Banquet [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Νεκρά λουλούδια​

The Rolling Stones - Sticky Fingers (Απρίλιος 1971, Rolling Stones Records) UK/US

StickyFingers.jpg

Τραγούδια: A1 Brown Sugar - 3:50, A2 Sway - 3:45, A3 Wild Horses - 5:41, A4 Can't You Hear Me Knocking - 7:17, A5 You Gotta Move (Fred McDowell) - 2:32, B1 Bitch - 3:42, B2 I Got The Blues - 4:00, B3 Sister Morphine (Jagger-Richards, Marianne Faithfull) - 5:34, B4 Dead Flowers - 4:05, B5 Moonlight Mile - 5:56
-- Στίχοι και σύνθεση από τον Μικ Τζάγκερ και Κιθ Ρίτσαρντς (εκτός A5 και B3)
Μουσικοί: Mick Jagger (κύρια φωνητικά: όλα τα κομμάτια, δεύτερα φωνητικά: A2–A5, B4, ακουστική κιθάρα: B4, B5, καστανιέτες: A1, μαράκες: A1, ηλεκτρική κιθάρα: A2, κρουστά: A3) — Keith Richards (ηλεκτρική κιθάρα: A1, A3–B2, B4, ακουστική κιθάρα: A1, A3, A5, B3, B4, δεύτερα φωνητικά: A1–B2, B4) — Mick Taylor (ηλεκτρική κιθάρα: A1, A2, A4–B2, B4, B5, ακουστική κιθάρα: A3) — Charlie Watts (ντραμς: όλα τα κομμάτια) — Bill Wyman (μπάσο: όλα εκτός από το A5, ηλεκτρικό πιάνο: A5)
-- Πρόσθετο προσωπικό
Ry Cooder (σλάιντ κιθάρα: B3) — Ian Stewart (πιάνο: A1, B4) — Nicky Hopkins: A2 + Jim Dickinson: A3 + Jack Nitzsche: B3 (πιάνο) — Billy Preston (όργανο: A4, B2) — Jim Price (τρομπέτα: B1–B2, πιάνο: B5) — Bobby Keys/B. Keyes (σαξόφωνο: A1, A4, B1–B2) — Jimmy Miller (κρουστά: A4, B1) — Rocky Dijon (κόνγκας: A4) — Paul Buckmaster (ενορχήστρωση εγχόρδων: A2, B5)
Δημιουργία εξωφύλλου & Φωτογραφία: Andy Warhol
Παραγωγή / Μηχανικοί: Jimmy Miller / Glyn Johns, Andy Johns, Chris Kimsey, Jimmy Johnson

Ηχογραφήθηκε στα στούντιο Muscle Shoals Sound (Αλαμπάμα), Olympic και Trident (Λονδίνο), Stargroves (Νιούμπερι) στις 22–31 Μαρτίου 1969, στις 2–4 Δεκεμβρίου 1969 και από τις 17 Φεβρουαρίου έως τις 31 Οκτωβρίου 1970

AdvertisementsSpanishCover.jpg
Διαφημιστικές καταχωρήσεις εποχής και το ισπανικό εξώφυλλο με το μακάβριο, γκροτέσκ και ενοχλητικό περιεχόμενο, καθώς το καθεστώς
του Φράνκο λογόκρινε ως «άσεμνο» το παγκόσμιο, εμβληματικό εξώφυλλο του Άντι Γουόρχολ με το τζιν και το πραγματικό φερμουάρ​

Η έλευση της δεκαετίας του 1970 βρήκε τον κόσμο σε μια βαθιά φάση απομάγευσης, καθώς η ψυχεδελική αισιοδοξία και τα ανθισμένα ιδανικά της «Εποχής του Υδροχόου» κατέρρεαν με πάταγο. Η κλιμάκωση του Πολέμου στο Βιετνάμ, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ που άρχισε να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, η οικονομική ύφεση και η βίαιη κατάρρευση των οραμάτων της νεολαίας, με αποκορύφωμα τα βίαια επεισόδια και το μαχαίρωμα στο φεστιβάλ του Altamont το 1969, διαμόρφωσαν ένα ζοφερό κοινωνικοπολιτικό σκηνικό. Η μουσική δεν μπορούσε παρά να αντικατοπτρίσει αυτή την απώλεια της αθωότητας. Οι Rolling Stones, αφήνοντας πίσω τους τις ουτοπίες των χίπις, έγιναν οι απόλυτοι χρονικογράφοι αυτής της νέας, κυνικής πραγματικότητας. Το άλμπουμ Sticky Fingers, που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1971, αποτελεί το τέλειο μουσικό αποτύπωμα της εποχής του. Είναι ένας δίσκος ποτισμένος με παρακμή, υπαρξιακό σκοτάδι, εξαρτήσεις και ωμό αισθησιασμό, όπου τα μπλουζ της απογοήτευσης συναντούν την ηλεκτρική ένταση μιας κοινωνίας που βρισκόταν σε συναισθηματικό και πολιτικό τέλμα, βιώνοντας τα σκληρά κατάλοιπα μιας χαμένης ψευδαίσθησης.

Η δημιουργική δύναμη πίσω από αυτό το κοσμοϊστορικό έργο ήταν μια πεντάδα Βρετανών μουσικών, των οποίων η ζωή μέχρι το 1971 είχε ήδη μετατραπεί σε σύγχρονη μυθολογία.

Ο χαρισματικός επικεφαλής Mick Jagger γεννήθηκε στο Dartford του Κεντ, στην Αγγλία, στις 26 Ιουλίου 1943. Ως ο βασικός τραγουδιστής, στιχουργός και ενίοτε κιθαρίστας του σχήματος, καθόρισε την εικόνα του ροκ σταρ με την ανδρόγυνη ενέργεια και τη θεατρική του παρουσία. Μαζί με τον παιδικό του φίλο, Keith Richards, ο οποίος γεννήθηκε επίσης στο Dartford στις 18 Δεκεμβρίου 1943, διαμόρφωσαν ένα από τα πιο επιδραστικά συνθετικά δίδυμα στην ιστορία. Ο Richards, ο απόλυτος αρχιτέκτονας του ήχου τους με τις χαρακτηριστικές ανοιχτό-G κουρδισμένες κιθάρες του, έδωσε στο συγκρότημα την ακατέργαστη, μπλουζ ψυχή του.

Δίπλα τους, η ραχοκοκαλιά του ρυθμού αποτελούνταν από τον μπασίστα Bill Wyman και τον ντράμερ Charlie Watts. Ο Wyman, γεννημένος στο Lewisham του Λονδίνου στις 24 Οκτωβρίου 1936, προσέφερε πάντα μια στιβαρή, υποδόρια ένταση με το μπάσο του, όντας το πιο ώριμο μέλος της μπάντας. Ο Watts, γεννημένος στο Bloomsbury του Λονδίνου στις 2 Ιουνίου 1941, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 24 Αυγούστου 2021, έφερε την τζαζ παιδεία και το απαράμιλλο, λιτό του συγχρονισμό στα τύμπανα, κρατώντας τις ισορροπίες στις πιο άγριες στιγμές τους.

Η μεγάλη αλλαγή εκείνης της περιόδου ακούει στο όνομα Mick Taylor. Γεννημένος στο Welwyn Garden City του Hertfordshire στις 17 Ιανουαρίου 1949, ο Taylor εντάχθηκε στο γκρουπ το 1969 ως ληντ κιθαρίστας, αντικαθιστώντας τον ιδρυτή Brian Jones. Ο Jones, γεννημένος στο Cheltenham στις 28 Φεβρουαρίου 1942, ένας πολυοργανίστας που έπαιζε από κιθάρα και σιτάρ μέχρι πνευστά, είχε απολυθεί λόγω της σοβαρής του αποξένωσης και των καταχρήσεων, προτού βρεθεί νεκρός στην πισίνα του στις 3 Ιουλίου 1969.

Μέχρι το 1971, η πορεία των Rolling Stones είχε καταγράψει μυθικά ορόσημα. Από το ξεκίνημά τους στο Crawdaddy Club το 1963 και την ανάδειξή τους ως τα «κακά παιδιά» του ροκ εντ ρολ απέναντι στους Beatles, πέρασαν στην παγκόσμια καταξίωση με ύμνους όπως το (I Can't Get No) Satisfaction το 1965. Η δημιουργική τους κορύφωση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '60 με τα άλμπουμ Beggars Banquet και Let It Bleed. Η ίδρυση της δικής τους εταιρείας, Rolling Stones Records, το 1970, μετά τη ρήξη τους με τον μάνατζερ Allen Klein, σήμανε την απόλυτη καλλιτεχνική και οικονομική τους ανεξαρτησία, με το Sticky Fingers να αποτελεί το πρώτο επίσημο δείγμα αυτής της νέας εποχής.

Ο ήχος του άλμπουμ σφυρηλατήθηκε ανάμεσα στα γνώριμα Olympic Studios του Λονδίνου και στα θρυλικά Muscle Shoals Sound Studios στην Αλαμπάμα των ΗΠΑ. Η τριήμερη παραμονή τους στην Αλαμπάμα τον Δεκέμβριο του 1969 αποδείχθηκε καταλυτική, καθώς εκεί απορρόφησαν τη βαθιά, αυθεντική αύρα του αμερικανικού Νότου, μπολιάζοντας τον ήχο τους με μια πρωτόγνωρη σόουλ και κάντρι-μπλουζ γήινη ζεστασιά.

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Brown Sugar", μια σύνθεση που γεννήθηκε στα Muscle Shoals και φέρει όλη την υγρασία και τον σκληρό ρυθμό του αμερικανικού Νότου. Ο Jagger παραδίδει στίχους που ακροβατούν ανάμεσα στη φρίκη του δουλεμπορίου, τη βία και τον σεξουαλικό φετιχισμό, τυλιγμένους σε ένα ακαταμάχητο ριφ. Το κομμάτι απογειώνεται χάρη στο βρώμικο, γεμάτο ψυχή σαξόφωνο του Bobby Keys και το ορμητικό ροκ εντ ρολ πιάνο του Ian Stewart –του αφανούς "έκτου Stone"– που δίνουν μια ακατάπαυστη σόουλ ώθηση.

Ακολουθεί το "Sway", ένα σκοτεινό, βαρύ κομμάτι όπου η απουσία του Keith Richards –ο οποίος ήταν ουσιαστικά απών από το στούντιο λόγω του βαρύτατου εθισμού του στην ηρωίνη εκείνη την περίοδο– αναπληρώνεται ιδανικά. Ο Mick Taylor αναλαμβάνει τα ηνία με ένα λυρικό, γεμάτο συναίσθημα σολάρισμα στην κιθάρα, ενώ ο πολυπράγμων Jack Nitzsche προσθέτει δραματικά, κινηματογραφικά έγχορδα, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα υπαρξιακής απόγνωσης.

Το "Wild Horses", που επίσης ηχογραφήθηκε στα Muscle Shoals, είναι μια από τις συγκλονιστικότερες μπαλάντες που γράφτηκαν ποτέ. Επηρεασμένο έντονα από την κάντρι μουσική και τη στενή φιλία του Richards με τον Gram Parsons, το κομμάτι ξεχειλίζει από μελαγχολία. Οι ακουστικές κιθάρες πλέκουν ένα δίχτυ προστασίας γύρω από την εξομολογητική ερμηνεία του Jagger, ενώ το διακριτικό, μελωδικό πιάνο του Nicky Hopkins προσφέρει μια συγκινητική κομψότητα στο θέμα του χωρισμού και της απώλειας.

Το "Can't You Hear Me Knocking" ξεκινά με ένα κοφτό, κορυφαίο ριφ του Richards, για να μετατραπεί μετά το τρίτο λεπτό σε ένα εκτεταμένο, αυτοσχεδιαστικό τζαμάρισμα. Εδώ η μπάντα ξεπερνά τα όριά της, με τη συνεισφορά του Mick Taylor στην κιθάρα να συνομιλεί με τα κρουστά του Rocky Dijon και το σαξόφωνο του Bobby Keys. Το κομμάτι μεταφέρεται σε λάτιν-τζαζ μονοπάτια, αποδεικνύοντας την τεχνική ανωτερότητα αυτής της σύνθεσης.

Η πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το "You Gotta Move", την τρίτη και τελευταία κατάθεση από τα σέσιον των Muscle Shoals. Πρόκειται για μια συγκλονιστική διασκευή στο παραδοσιακό γκόσπελ-μπλουζ του Fred McDowell. Με τη σλάιντ κιθάρα να θρηνεί και τα φωνητικά να ηχούν σαν να βγήκαν από κάποια ξύλινη εκκλησία του Μισισιπή, το κομμάτι προσφέρει μια ανάσα ωμού ρεαλισμού, κλείνοντας το πρώτο μέρος του δίσκου με την απόλυτη επιστροφή στις ρίζες.

PeterWebbTheBigYawn.jpg
Το εξώφυλλο του άλμπουμ που είχε προτείνει ο Peter Webb, «Το Μεγάλο Χασμουρητό»
Regent Park, Λονδίνο, αρχές του 1971​

Το "Bitch" ανοίγει τη δεύτερη πλευρά με μια έκρηξη αδρεναλίνης. Το κομμάτι χαρακτηρίζεται από ένα φανκ-ροκ υβρίδιο γεμάτο νευρική ενέργεια, όπου τα πνευστά του Bobby Keys και του Jim Price λειτουργούν ως εκρηκτικό ρυθμικό αντίβαρο στο κοφτερό, επιθετικό ριφ του Richards.

Στη συνέχεια, το "I Got The Blues" βυθίζει τον ακροατή στα βαθιά νερά της Stax και της Motown soul. Η ερμηνεία του Jagger είναι σπαρακτική, ενώ το συγκλονιστικό, γεμάτο θρησκευτική κατάνυξη σόλο στο Hammond όργανο από τον μεγάλο Billy Preston εμπλουτίζει τον έντονα πνευματικό και γκόσπελ χαρακτήρα της σύνθεσης.

Το "Sister Morphine" αποτελεί ίσως την πιο εφιαλτική στιγμή του δίσκου. Με τους στίχους να έχουν συνυπογραφεί από τη Marianne Faithfull, το τραγούδι περιγράφει τις τελευταίες στιγμές ενός άνδρα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου που ζητά απεγνωσμένα τη δόση του. Ο ήχος της σλάιντ κιθάρας του έκτακτου καλεσμένου Ry Cooder, λειτουργεί σαν ένας ηχητικός αντικατοπτρισμός του σωματικού πόνου και της παράνοιας. Με ένα ανατριχιαστικό, αργό βιμπράτο που μοιάζει με ανθρώπινο κλάμα, η κιθάρα του εισβάλλει για να ενσαρκώσει την ψυχρή, μεταλλική αίσθηση της βελόνας και την ομίχλη του νοσοκομείου, χαρίζοντας στο κομμάτι τη σκοτεινή, σχεδόν γοτθική του ταυτότητα.

Το "Dead Flowers" επιστρέφει σε ένα πιο ανάλαφρο, κάντρι-ροκ ύφος, αν και η θεματολογία του παραμένει σκοτεινή. Εδώ ο Jagger υιοθετεί μια σχεδόν ειρωνική, επαρχιώτικη προφορά για να θίξει με κυνικό τρόπο τη χρήση ηρωίνης, την αποξένωση και τις χαμένες σχέσεις.

Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το "Moonlight Mile", ένα αριστουργηματικό, ονειρικό κλείσιμο. Χωρίς την παρουσία του Richards, ο οποίος πάλευε με τους δαίμονές του, ο Jagger και ο Taylor, υποστηριζόμενοι από το αιθέριο πιάνο του Nicky Hopkins και τα μεγαλειώδη έγχορδα που ενορχήστρωσε ο Paul Buckmaster, δημιουργούν ένα επικό ηχοτοπίο που αποτυπώνει την εξάντληση της περιοδείας, τη μοναξιά του δρόμου και την αναζήτηση μιας ανέφικτης εσωτερικής γαλήνης.

Επιπρόσθετα το εξώφυλλο του δίσκου αποτελεί μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στην ιστορία του ροκ, αλλά και ένα επαναστατικό έργο Ποπ Αρτ, σχεδιασμένο από τον θρυλικό Άντι Γουόρχολ. Η αρχική έκδοση βινυλίου πήγε την έννοια του αρτγουόρκ σε άλλο επίπεδο, ενσωματώνοντας ένα πραγματικό μεταλλικό φερμουάρ πάνω σε ένα στενό τζιν παντελόνι· όταν ο ακροατής το κατέβαζε, αποκαλυπτόταν ένα λευκό βαμβακερό εσώρουχο. Με το προκλητικό κοντινό πλάνο στον ανδρικό καβάλο (ο οποίος ανήκε στον ηθοποιό Τζο Νταλεσάντρο και όχι στον Μικ Τζάγκερ, όπως πίστευαν πολλοί), ο Γουόρχολ αποτύπωσε τέλεια τον ωμό αισθησιασμό, την αντεργκράουντ κουλτούρα και την επαναστατική διάθεση των Rolling Stones. Παρά τις τεχνικές δυσκολίες στην παραγωγή —καθώς το φερμουάρ συχνά χάραζε τα διπλανά βινύλια κατά τη μεταφορά— και τη λογοκρισία που υπέστη σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ρωσία, το εξώφυλλο χάρισε στο συγκρότημα μια υποψηφιότητα για βραβείο Γκράμι και καθιερώθηκε ως το απόλυτο σύμβολο της ροκ εντ ρολ πρόκλησης.

Το Sticky Fingers παραμένει ένας από τους πιο επιδραστικούς σταθμούς στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Κατάφερε να απογυμνώσει το ροκ εντ ρολ από τις ψευδαισθήσεις του, μετατρέποντας το σκοτάδι, την παρακμή και την κοινωνική απογοήτευση των αρχών της δεκαετίας του '70 σε υψηλή τέχνη. Με έναν ήχο που μπολιάστηκε από την αυθεντικότητα των Muscle Shoals και σφυρηλατήθηκε από σπουδαίους συνεργάτες, οι Rolling Stones απέδειξαν ότι μπορούσαν όχι μόνο να επιβιώσουν από τις προσωπικές και συλλογικές τους κρίσεις, αλλά και να τις μετουσιώσουν σε ένα διαχρονικό αριστούργημα.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, wikipedia.org, discogs.com, σημειώσεις επανέκδοσης, allmusic.com, The Rolling Stones Official Website, Rolling Stone Magazine - Album Reviews and History, Muscle Shoals Sound Studios History & Archives)

TongueAndLips.png
Σχεδιασμένο από τον νεαρό τότε φοιτητή καλών τεχνών John Pasche έναντι του συμβολικού ποσού των 50 λιρών,
το λογότυπο γεννήθηκε όταν ο Μικ Τζάγκερ του έδειξε μια εικόνα της ινδουιστικής θεάς Κάλι​
 
  • Love
Reactions: #@george@#

Καφέ ζάχαρη / Άγρια άλογα / Αδελφή μορφίνη​

Brown Sugar (Jagger-Richards)Wild Horses (Jagger-Richards)Sister Morphine (Jagger-Richards, Marianne Faithfull)
Πλοίο με σκλάβους από τη Χρυσή Ακτή, με προορισμό τα βαμβακοχώραφα [1]
Πουλήθηκαν στο σκλαβοπάζαρο της Νέας Ορλεάνης [2]
Ο γέρος, σημαδεμένος αφέντης ξέρει ότι τα πάει μια χαρά [3]
Άκουσέ τον να μαστιγώνει τις γυναίκες, γύρω στα μεσάνυχτα

Καφέ ζάχαρη, πώς γίνεται να έχεις τόσο ωραία γεύση;
Καφέ ζάχαρη, ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα κοριτσάκι

Τα τύμπανα βαράνε, το κρύο εγγλέζικο αίμα ανάβει
[4]
Η κυρά του σπιτιού αναρωτιέται πού θα σταματήσει αυτό
Ο οικονόμος του σπιτιού ξέρει ότι τα πάει μια χαρά
[5]
Έπρεπε να τον ακούσεις γύρω στα μεσάνυχτα

Καφέ ζάχαρη, πώς γίνεται να έχεις τόσο ωραία γεύση, τώρα;
Καφέ ζάχαρη, ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα κοριτσάκι

Καφέ ζάχαρη, πώς γίνεται να έχεις τόσο ωραία γεύση, μωρό μου;
Αχ, με κάνεις και παραμιλάω τώρα
Καφέ ζάχαρη, ακριβώς όπως πρέπει να είναι μια μαύρη κοπέλα, ναι

Στοιχηματίζω ότι η μάνα σου ήταν η βασίλισσα των περιοδευόντων θιάσων
[6]
Και όλοι οι φίλοι της ήταν γλυκά δεκαεξάχρονα
Δεν είμαι κανένα σχολιαρόπαιδο, αλλά ξέρω τι μου αρέσει
[7]
Έπρεπε να με είχες ακούσει γύρω στα μεσάνυχτα
____________________
[1] Gold Coast (Χρυσή Ακτή): Πρόκειται για τη σημερινή Γκάνα στην Αφρική, το κέντρο του βρετανικού δουλεμπορίου τον 18ο αιώνα. Οι Stones ξεκινούν το κομμάτι με μια ευθεία αναφορά στη φρίκη της δουλείας.
[2] New Orleans: Νέα Ορλεάνη, η πόλη-σύμβολο. Ήταν η πρωτεύουσα των μεγαλύτερων σκλαβοπάζαρων της Αμερικής, αλλά και η γενέτειρα των μπλουζ και της τζαζ.
[3] "Doin' alright" / "Scarred old slaver": Εδώ κρύβεται η κυνική ειρωνεία. Ο δουλέμπορος δεν νιώθω καμία ενοχή, βλέπει το εμπόριο ανθρώπων ως μια «καλή επιχείρηση» και χρησιμοποιεί τη βία («μαστίγωμα») και τη σεξουαλική κακοποίηση ως επίδειξη εξουσίας.
[4] "Cold English blood": Αυτός είναι ο ίδιος ο Mick Jagger που αυτοσαρκάζεται! Περιγράφει πώς οι «κουμπωμένοι» και ψυχροί Βρετανοί (όπως οι Stones) παρασύρονται, «ανάβουν» και αποκτούν πάθος όταν έρχονται σε επαφή με τη μαύρη κουλτούρα και τη μουσική.
[5] House boy (Ο υπηρέτης/οικονόμος): Στα σπίτια των φυτειών του Νότου, ο "house boy" ήταν ο έμπιστος σκλάβος που δούλευε μέσα στο σπίτι (και όχι στα χωράφια) και ήξερε όλα τα βρώμικα μυστικά της λευκής οικογένειας.
[6] "Tent show queen": Εδώ το τραγούδι κάνει ένα απότομο χρονικό άλμα από τον 18ο αιώνα στη δεκαετία του '70. Αναφέρεται στη νυχτερινή ζωή, τις αντεργκράουντ περφόρμερ και τις γκρούπις της εποχής.
[7] "I'm no school boy": Μια δήλωση της ροκ προκλητικότητας. Ο Jagger υπαινίσσεται ότι ξέρει καλά τις απολαύσεις της ζωής και του σεξ.
Η ζωή στην παιδική ηλικία είναι εύκολη
Ό,τι ήθελες, σου το αγόρασα
Αγενή κυρία
[1], ξέρεις καλά ποιος είμαι
Ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε αφήσω να μου ξεφύγεις

Ούτε άγρια άλογα δεν θα μπορούσαν να με παρασύρουν μακριά
Άγρια, άγρια άλογα, δεν θα μπορούσαν να με παρασύρουν μακριά

Σε έβλεπα να υποφέρεις από έναν βουβό, βαθύ πόνο
Τώρα αποφάσισες να μου κάνεις το ίδιο
Όμως ούτε θεαματικές έξοδοι, ούτε ατάκες εκτός σκηνής
[2]
Θα μπορούσαν να με κάνουν να νιώσω πικρία ή να σου φερθώ άσχημα

Ούτε άγρια άλογα δεν θα μπορούσαν να με παρασύρουν μακριά
Άγρια, άγρια άλογα, δεν θα μπορούσαν να με παρασύρουν μακριά

Ξέρω πως σε ονειρεύτηκα σαν μια αμαρτία και ένα ψέμα
Έχω την ελευθερία μου, αλλά δεν μου απομένει πολύς χρόνος
Η πίστη έχει χαθεί, πρέπει να χυθούν δάκρυα
Ας ζήσουμε λοιπόν λίγο, αφού έχουμε ήδη πεθάνει
[3]

Ούτε άγρια άλογα δεν θα μπορούσαν να με παρασύρουν μακριά
Άγρια, άγρια άλογα, θα τα καβαλήσουμε κάποια μέρα
[4]
____________________
[1] "Graceless lady" (Αγενή / Άχαρη κυρία): Αυτός ο στίχος είναι καθαρά φωτογραφικός για τη Marianne Faithfull εκείνης της περιόδου. Παρά την αριστοκρατική της καταγωγή και την ομορφιά της, ο εθισμός και η κατάθλιψη την είχαν κάνει σκληρή, απότομη και «άχαρη» στη συμπεριφορά της απέναντι στον Jagger. Εκείνος, όμως, της ξεκαθαρίζει ότι δεν θα την αφήσει.
[2] "Sweeping exits / Off-stage lines" (Ούτε ατάκες εκτός σκηνής): Αυτή είναι η πιο ιδιοφυής μεταφορά του δευτέρου κουπλέ, βγαλμένη από το θέατρο. Ο Jagger περιγράφει τον χωρισμό τους σαν ένα θεατρικό δράμα. Λέει ότι ακόμα κι αν εκείνη προσπαθήσει να κάνει μια «δραματική, θεαματική έξοδο» από τη ζωή του ή να του πετάξει πικρόχολες ατάκες πίσω από τα παρασκήνια, εκείνος δεν πρόκειται να κρατήσει κακία ("bitter or treat you unkind").
[3] "Let's do some living after we die" (Ας ζήσουμε λίγο αφού πεθάνουμε): Ένας συγκλονιστικός, υπαρξιακός στίχος. Περιγράφει την αίσθηση του απόλυτου τέλους. Η σχέση τους έχει ήδη πεθάνει, οι ίδιοι νιώθουν συναισθηματικά νεκροί από τις καταχρήσεις, αλλά υπάρχει μια τελευταία, απελπισμένη κραυγή: «Αφού φτάσαμε στον πάτο και πεθάναμε, ας βρούμε έναν τρόπο να ζήσουμε ξανά από την αρχή».
[4] "We'll ride them some day" (Θα τα καβαλήσουμε κάποια μέρα): Το κλείσιμο δείχνει ότι ο έρωτας και η θέληση τελικά δαμάζουν τα «άγρια άλογα» της μοίρας και της καταστροφής.
Εδώ ξαπλώνω στο νοσοκομειακό μου κρεβάτι
Πες μου, Αδελφή Μορφίνη
[1], πότε θα ξαναέρθεις;
Ω, δεν νομίζω ότι μπορώ να περιμένω τόσο πολύ
Ω, βλέπεις ότι δεν είμαι και τόσο δυνατός

Η σειρήνα του ασθενοφόρου ουρλιάζει στα αυτιά μου
Πες μου, Αδελφή Μορφίνη, πόση ώρα είμαι ξαπλωμένος εδώ;
Τι κάνω σε αυτό το μέρος;
Γιατί ο γιατρός δεν έχει πρόσωπο;
[2]

Ω, δεν μπορώ ούτε να συρθώ στο πάτωμα
Αχ, δεν βλέπεις, Αδελφή Μορφίνη, ότι απλά προσπαθώ να βρω τη δόση μου
[3]

Λοιπόν, αυτό απλώς αποδεικνύει πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται
Σε παρακαλώ, Αδελφή Μορφίνη, μετέτρεψε τους εφιάλτες μου σε όνειρα
Ω, δεν βλέπεις ότι σβήνω γρήγορα;
Και ότι αυτή η ένεση θα είναι η τελευταία μου

Γλυκιά Ξαδέλφη Κοκαΐνη, ακούμπησε το δροσερό, παγωμένο σου χέρι στο κεφάλι μου
Αχ, έλα τώρα, Αδελφή Μορφίνη, καλύτερα να μου στρώσεις το κρεβάτι
Γιατί ξέρεις και ξέρω ότι το πρωί θα είμαι νεκρός
Ναι, και μπορείς να κάθεσαι εκεί, ναι και μπορείς να κοιτάζεις όλα τα
Καθαρά λευκά σεντόνια να βάφονται κόκκινα

____________________
[1] "Sister Morphine" (Αδελφή Μορφίνη): Αναφέρεται στη μορφίνη σαν να είναι νοσοκόμα.
[2] "Why does the doctor have no face?" (Γιατί ο γιατρός δεν έχει πρόσωπο; ): Αυτός ο στίχος θεωρείται ένας από τους πιο τρομακτικούς στην ιστορία του ροκ. Περιγράφει την απώλεια των αισθήσεων και την αποστασιοποίηση του ασθενούς λόγω του σοκ ή της υπερβολικής δόσης. Ο γιατρός μοιάζει με μια απρόσωπη, απόκοσμη φιγούρα (σαν τον Χάρο) που έρχεται να τον πάρει.
[3] "I'm just trying to score" (Προσπαθώ να βρω τη δόση μου): Η λέξη "score" είναι η κλασική αντεργκράουντ αργκό για την αγορά παράνομων ουσιών. Εδώ δείχνει την τραγική ειρωνεία: ο άνθρωπος πεθαίνει στο νοσοκομείο, αλλά το εξαρτημένο μυαλό του το μόνο που ψάχνει είναι πώς θα «ψωνίσει» την επόμενη δόση του…

- Sticky Fingers [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.