Διαβάζει ο Jack Kerouac από αποσπάσματα του Desolation AngelsΤώρα είναι τζαζ, το μέρος βουίζει, όλα τα όμορφα κορίτσια είναι εκεί, μια τρελή μελαχρινή στο μπαρ μεθυσμένη με τους φίλους της. Μια παράξενη κοπέλα που θυμάμαι από κάπου, φοράει μια απλή φούστα με τσέπες, τα χέρια της μέσα, κοντά μαλλιά, περπατώντας βαριά, μιλάει σε όλους. Ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες. Οι μπάρμαν είναι η κανονική μπάντα του Τζακ, και ο θεϊκός ντράμερ που κοιτάζει ψηλά στον ουρανό με τα μπλε μάτια του, με γένια, παίζοντας με καπάκια μπύρας από μπουκάλια, τζαμάρει στην ταμειακή μηχανή και όλα πηγαίνουν στο ρυθμό. Είναι η γενιά των μπιτ, είναι παλμός, είναι ο ρυθμός που πρέπει να κρατήσεις, είναι ο χτύπος της καρδιάς, είναι οι χτυπημένοι από τη ζωή και σαν την κατάντια του παλιού καιρού και όπως στους αρχαίους πολιτισμούς οι σκλάβοι κωπηλάτες κωπηλατούσαν στις γαλέρες ακολουθώντας έναν ρυθμό και οι υπηρέτες που έφτιαχναν αγγεία περιστρέφοντας στον ρυθμό.Τα πρόσωπα! Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό του Τζακ Μίνγκερ/Jack Minger, που βρίσκεται τώρα στην σκηνή με έναν έγχρωμο τρομπετίστα που τον ξεπερνά σε ένταση, και τον Ντίζι/Dizzy Gillespie, αλλά το πρόσωπο του Τζακ ξεχωρίζει ανάμεσα στα κεφάλια και τον καπνό. Έχει ένα πρόσωπο που μοιάζει με όλους όσους έχεις γνωρίσει και δει στο δρόμο στη γενιά σου· ένα γλυκό πρόσωπο. Δύσκολο να περιγραφεί, με λυπημένα μάτια, σκληρά χείλη, λάμψη προσδοκίας, λικνιζόμενο στο ρυθμό, ψηλό, μεγαλοπρεπές — περιμένοντας μπροστά στο φαρμακείο. Ένα πρόσωπο σαν του Χάνκε/Herbert Huncke στη Νέα Υόρκη (τον Χάνκε που θα δεις στην Τάιμς Σκουέρ/Times Square, νυσταγμένο και σε εγρήγορση, θλιμμένο γλυκό, σκοτεινό, χτυπημένο, μόλις βγήκε από τη φυλακή, μάρτυρα, βασανισμένο στα πεζοδρόμια, πεινασμένο για σεξ και συντροφικότητα, ανοιχτό σε όλα, έτοιμο να εισαγάγει νέους κόσμους με ένα σήκωμα των ώμων). Ο έγχρωμος, μεγάλος τενόρος με τον έντονο τόνο θα ήθελε να διώξει τον Σόνι Στιτ/Sunny Stitts [ΣτΜ. Sonny Stitt] από τα μαγαζιά του Κάνσας Σίτι, με τις καθαρές, βαριές, κάπως βαρετές και άμουσες ιδέες που, ωστόσο, δεν εγκαταλείπουν ποτέ τη μουσική, πάντα εκεί, μακριά, με την αρμονία πολύ περίπλοκη για τους ετερόκλητους αλήτες (της μουσικής-κατανόησης) εκεί μέσα. Ο ντράμερ είναι ένα εντυπωσιακό δωδεκάχρονο μαύρο αγόρι που δεν επιτρέπεται να πίνει αλλά μπορεί να παίξει, ένα φοβερό, μικροκαμωμένο ευλύγιστο παιδί που θυμίζει τον Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis μικρό, σαν τους παλιούς θαυμαστές του Φατς Ναβάρο/Fats Navarro που έβλεπες στο Espan Harlem, ψαγμένοι, διακριτικοί — χτυπάει τα τύμπανα με ένα ρυθμό που ένας ειδήμονας με μπερέ, ο οποίος στεκόταν δίπλα μου, μου τον περιέγραψε ως «υπέροχο ρυθμό». Στο πιάνο είναι ο Μπλόντεϊ Μπιλ/Blondey Bill, αρκετά καλός για να οδηγήσει οποιoδήποτε γκρουπ. Ο Τζακ Μίνγκερ φυσάει δυνατά, ξεπερνώντας τον εαυτό του με αυτούς τους αγγέλους από το Φίλμορ, τον λατρεύω — τώρα είναι φανταστικό. Απλά στέκομαι στην εξωτερική αίθουσα, ακουμπισμένος στον τοίχο, δεν χρειάζομαι μπύρα, με ομάδες ακροατών που μπαινοβγαίνουν, με τον Βερν/Verne [ΣτΜ. Varnum Random, ο οποίος βασίζεται στον κριτικό Randall Jarrell], και τώρα να ο Μπομπ Μπέρμαν/Bob Berman (που είναι ένα έγχρωμο παιδί από τις Δυτικές Ινδίες που μπήκε φτιαγμένος στο πάρτι μου έξι μήνες νωρίτερα με τον Ντιν [ΣτΜ. Dean Moriarty είναι ο Neal Cassady] και την παρέα και είχα ένα δίσκο του Chet Baker/Τσετ Μπέικερ και χορεύαμε χτυπώντας τα πόδια στο δωμάτιο, φοβερό, η τέλεια χάρη του χορού του, άνετος, σαν τον Τζο Λούις/Joe Louis [ΣτΜ. ο διάσημος πυγμάχος] που χορεύει χαλαρά). Τώρα έρχεται χορεύοντας έτσι, χαρούμενος. Όλοι κοιτάζουν παντού, είναι ένα τζαζ στέκι και το τρελό-κόλπο της μπιτ γενιάς, βλέπεις κάποιον, «Γεια», μετά κοιτάς αλλού, για κάτι, κάποιον άλλο, είναι όλα τρελά, μετά κοιτάς πίσω, κοιτάς αλλού, γύρω, όλα έρχονται από παντού στον ήχο της τζαζ. «Γεια», «Έι». Μπαμ, ο μικρός ντράμερ παίζει ένα σόλο, απλώνοντας τα νεαρά του χέρια πάνω σε όλα τα τραπ, τα τύμπανα και τα κύμβαλα και τα πετάλια ΜΠΟΥΜ σε μια φανταστική έκρηξη ήχου — 12 ετών — αλλά τι θα συμβεί; - San Francisco Scene (The Beat Generation) (Jack Kerouac) _____ | Γράφτηκε από τον Tom Waits ως φόρος τιμής στον Jack KerouacΛοιπόν, γέμισες βενζίνηΠίσω από το τιμόνι Με το χέρι σου γύρω από την γλυκιά σου Στο Oldsmobile σου Κατεβαίνοντας την λεωφόρο Ψάχνεις για την καρδιά του Σαββατόβραδου Και πληρώθηκες την Παρασκευή Και οι τσέπες σου κουδουνίζουν Και βλέπεις τα φώτα Νιώθεις ένα ρίγος γιατί ταξιδεύεις με ένα εξάρι [ΣτΜ. 6κύλινδρο αμάξι] Και ψάχνεις για την καρδιά του Σαββατόβραδου Τότε χτενίζεις τα μαλλιά σου Ξυρίζεις το πρόσωπό σου Προσπαθώντας να σβήσεις κάθε ίχνος Όλων των άλλων ημερών Της εβδομάδας, ξέρεις ότι αυτό θα είναι το Σάββατο Φτάνεις στο απόγειό σου Σταματάς στο κόκκινο Ξεκινάς στο πράσινο Γιατί απόψε θα είναι κάτι Που δεν έχεις ξαναδεί Και κατηφορίζεις στη λεωφόρο Ψάχνοντας την καρδιά του Σαββατόβραδου Πες μου, είναι ο κρότος από τις μπίλιες του μπιλιάρδου, το βουητό των νέον; Το τηλέφωνο χτυπάει, είναι ο δεύτερος ξάδελφός σου Είναι η σερβιτόρα που χαμογελάει με την άκρη του ματιού της; Η μαγεία του μελαγχολικού δακρύου στο μάτι σου; Σε κάνει να τρέμεις μέσα σου Γιατί ονειρεύεσαι τα Σάββατα που πέρασαν Και τώρα σκοντάφτεις Σκοντάφτεις στην καρδιά του Σαββατόβραδου Την γέμισες βενζίνη Και είσαι πίσω από το τιμόνι Με το χέρι σου γύρω από την αγαπημένη σου Στο Oldsmobile σου Κατεβαίνεις την λεωφόρο Ψάχνεις την καρδιά του Σαββατόβραδου ... Κάνει κάτι το ιδιαίτερο μέσα σου Και ονειρεύεσαι τα Σαββάτα που πέρασαν Σε βρήκε να παραπατάς Παραπατάς στην καρδιά του Σαββατόβραδου Και παραπατάς Παραπατάς στην καρδιά του Σαββατόβραδου Μμμ, μμμ - (Looking for) The Heart of Saturday Night (Tom Waits) |
- (Looking For) The Heart Of Saturday Night - |
Στέλιο για σένα...
