Μπιτ κουλτούρα


Διαβάζει ο Jack Kerouac από αποσπάσματα του Desolation Angels​

Τώρα είναι τζαζ, το μέρος βουίζει, όλα τα όμορφα κορίτσια είναι εκεί, μια τρελή μελαχρινή στο μπαρ μεθυσμένη με τους φίλους της. Μια παράξενη κοπέλα που θυμάμαι από κάπου, φοράει μια απλή φούστα με τσέπες, τα χέρια της μέσα, κοντά μαλλιά, περπατώντας βαριά, μιλάει σε όλους. Ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες. Οι μπάρμαν είναι η κανονική μπάντα του Τζακ, και ο θεϊκός ντράμερ που κοιτάζει ψηλά στον ουρανό με τα μπλε μάτια του, με γένια, παίζοντας με καπάκια μπύρας από μπουκάλια, τζαμάρει στην ταμειακή μηχανή και όλα πηγαίνουν στο ρυθμό. Είναι η γενιά των μπιτ, είναι παλμός, είναι ο ρυθμός που πρέπει να κρατήσεις, είναι ο χτύπος της καρδιάς, είναι οι χτυπημένοι από τη ζωή και σαν την κατάντια του παλιού καιρού και όπως στους αρχαίους πολιτισμούς οι σκλάβοι κωπηλάτες κωπηλατούσαν στις γαλέρες ακολουθώντας έναν ρυθμό και οι υπηρέτες που έφτιαχναν αγγεία περιστρέφοντας στον ρυθμό.

Τα πρόσωπα! Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό του Τζακ Μίνγκερ/Jack Minger, που βρίσκεται τώρα στη σκηνή με έναν έγχρωμο τρομπετίστα που τον ξεπερνά σε ένταση, και τον Ντίζι
[ΣτΜ. Dizzy Gillespie], αλλά το πρόσωπο του Τζακ ξεχωρίζει ανάμεσα στα κεφάλια και τον καπνό. Έχει ένα πρόσωπο που μοιάζει με όλους όσους έχεις γνωρίσει και δει στο δρόμο στη γενιά σου· ένα γλυκό πρόσωπο. Δύσκολο να περιγραφεί, με λυπημένα μάτια, σκληρά χείλη, λάμψη προσδοκίας, λικνιζόμενο στο ρυθμό, ψηλό, μεγαλοπρεπές — περιμένοντας μπροστά στο φαρμακείο. Ένα πρόσωπο σαν του Χάνκε/Herbert Huncke στη Νέα Υόρκη (τον Χάνκε που θα δεις στην Τάιμς Σκουέρ/Times Square, νυσταγμένο και σε εγρήγορση, θλιμμένο γλυκό, σκοτεινό, χτυπημένο, μόλις βγήκε από τη φυλακή, μάρτυρα, βασανισμένο στα πεζοδρόμια, πεινασμένο για σεξ και συντροφικότητα, ανοιχτό σε όλα, έτοιμο να εισαγάγει νέους κόσμους με ένα σήκωμα των ώμων). Ο έγχρωμος, μεγάλος τενόρος με τον έντονο τόνο θα ήθελε να διώξει τον Σόνι Στιτ/Sunny Stitts [ΣτΜ. Sonny Stitt] από τα μαγαζιά του Κάνσας Σίτι, με τις καθαρές, βαριές, κάπως βαρετές και άμουσες ιδέες που, ωστόσο, δεν εγκαταλείπουν ποτέ τη μουσική, πάντα εκεί, μακριά, με την αρμονία πολύ περίπλοκη για τους ετερόκλητους αλήτες (της μουσικής-κατανόησης) εκεί μέσα.

Ο ντράμερ είναι ένα εντυπωσιακό δωδεκάχρονο μαύρο αγόρι που δεν επιτρέπεται να πίνει αλλά μπορεί να παίξει, ένα φοβερό, μικροκαμωμένο ευλύγιστο παιδί που θυμίζει τον Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis μικρό, σαν τους παλιούς θαυμαστές του Φατς Ναβάρο/Fats Navarro που έβλεπες στο Espan Harlem, ψαγμένοι, διακριτικοί — χτυπάει τα τύμπανα με ένα ρυθμό που ένας ειδήμονας με μπερέ, ο οποίος στεκόταν δίπλα μου, μου τον περιέγραψε ως «υπέροχο ρυθμό». Στο πιάνο είναι ο Μπλόντεϊ Μπιλ/Blondey Bill, αρκετά καλός για να οδηγήσει οποιoδήποτε γκρουπ. Ο Τζακ Μίνγκερ φυσάει δυνατά, ξεπερνώντας τον εαυτό του με αυτούς τους αγγέλους από το Φίλμορ, τον λατρεύω — τώρα είναι φανταστικό. Απλά στέκομαι στην εξωτερική αίθουσα, ακουμπισμένος στον τοίχο, δεν χρειάζομαι μπύρα, με ομάδες ακροατών που μπαινοβγαίνουν, με τον Βερν/Verne
[ΣτΜ. Varnum Random, ο οποίος βασίζεται στον κριτικό Randall Jarrell], και τώρα να ο Μπομπ Μπέρμαν/Bob Berman (που είναι ένα έγχρωμο παιδί από τις Δυτικές Ινδίες που μπήκε φτιαγμένος στο πάρτι μου έξι μήνες νωρίτερα με τον Ντιν [ΣτΜ. Dean Moriarty είναι ο Neal Cassady] και την παρέα και είχα ένα δίσκο του Τσετ Μπέικερ/Chet Baker και χορεύαμε χτυπώντας τα πόδια στο δωμάτιο, φοβερό, η τέλεια χάρη του χορού του, άνετος, σαν τον Τζο Λούις/Joe Louis [ΣτΜ. ο διάσημος πυγμάχος] που χορεύει χαλαρά). Τώρα έρχεται χορεύοντας έτσι, χαρούμενος. Όλοι κοιτάζουν παντού, είναι ένα τζαζ στέκι και το τρελό-κόλπο της μπιτ γενιάς, βλέπεις κάποιον, «Γεια», μετά κοιτάς αλλού, για κάτι, κάποιον άλλο, είναι όλα τρελά, μετά κοιτάς πίσω, κοιτάς αλλού, γύρω, όλα έρχονται από παντού στον ήχο της τζαζ. «Γεια», «Έι». Μπαμ, ο μικρός ντράμερ παίζει ένα σόλο, απλώνοντας τα νεαρά του χέρια πάνω σε όλα τα τραπ, τα τύμπανα και τα κύμβαλα, και τα πετάλια ΜΠΟΥΜ σε μια φανταστική έκρηξη ήχου — 12 ετών — αλλά τι θα συμβεί;
- San Francisco Scene (The Beat Generation) (Jack Kerouac)




_____

Γράφτηκε από τον Tom Waits ως φόρος τιμής στον Jack Kerouac​

Λοιπόν, γέμισες βενζίνη
Πίσω από το τιμόνι
Με το χέρι σου γύρω από τη γλυκιά σου
Μέσα στην Oldsmobile σου
Κατεβαίνοντας τη λεωφόρο
Ψάχνεις για την καρδιά του Σαββατόβραδου

Και πληρώθηκες την Παρασκευή
Και οι τσέπες σου κουδουνίζουν
Και βλέπεις τα φώτα
Νιώθεις ένα ρίγος γιατί ταξιδεύεις με ένα εξάρι
[ΣτΜ. 6κύλινδρο αμάξι]
Και ψάχνεις για την καρδιά του Σαββατόβραδου

Τότε χτενίζεις τα μαλλιά σου
Ξυρίζεις το πρόσωπό σου
Προσπαθώντας να σβήσεις κάθε ίχνος
Όλων των άλλων ημερών
Της εβδομάδας, ξέρεις ότι αυτό θα είναι το Σάββατο
Φτάνεις στο απόγειό σου

Σταματάς στο κόκκινο
Ξεκινάς στο πράσινο
Γιατί απόψε θα είναι κάτι
Που δεν έχεις ξαναδεί
Και κατηφορίζεις στη λεωφόρο
Ψάχνοντας την καρδιά του Σαββατόβραδου

Πες μου, είναι ο κρότος από τις μπίλιες του μπιλιάρδου, το βουητό των νέον;
Το τηλέφωνο χτυπάει, είναι ο δεύτερος ξάδελφός σου
Είναι η σερβιτόρα που χαμογελάει με την άκρη του ματιού της;
Η μαγεία του μελαγχολικού δακρύου στο μάτι σου;

Σε κάνει να τρέμεις μέσα σου
Γιατί ονειρεύεσαι τα Σάββατα που πέρασαν
Και τώρα σκοντάφτεις
Σκοντάφτεις στην καρδιά του Σαββατόβραδου

Λοιπόν, της έβαλες βενζίνη
[ΣτΜ. στο αμάξι]
Και είσαι πίσω από το τιμόνι
Με το χέρι σου γύρω από την καλή σου
Μέσα στην Oldsmobile σου
Τρέχοντας με ταχύτητα στη λεωφόρο
Ψάχνεις την καρδιά του Σαββατόβραδου

...
Κάνει κάτι το ιδιαίτερο μέσα σου
Και ονειρεύεσαι τα Σαββάτα που πέρασαν
Σε βρήκε να παραπατάς
Παραπατάς στην καρδιά του Σαββατόβραδου
Και παραπατάς
Παραπατάς στην καρδιά του Σαββατόβραδου
Μμμ, μμμ
- (Looking for) The Heart of Saturday Night (Tom Waits)
CompleteWorks.jpg
- (Looking For) The Heart Of Saturday Night -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Στέλιο για σένα...

(πηγές: Delphi Complete Works of Jack Kerouac (2023), www.poeticous.com/jack-kerouac/, μεταφράσεις δικές μου)
 

Ηχητικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο​

Various - The Beat Generation (1992, Rhino Word Beat) [3-CD]

TheBeatGeneration_1.jpg

Περφόρμερ • Κομμάτια:
-- Volume One
1-01 Jack Kerouac • San Francisco Scene (The Beat Generation) - 3:09, 1-02 Bob McFadden & Dor • The Beat Generation - 2:03, 1-03 Unknown Artist • Footloose In Greenwich Village - 12:32, 1-04 Langston Hughes With Leonard Feather • Blues Montage - 3:12, 1-05 Babs Gonzales • Manhattan Fable - 2:36, 1-06 Ken Nordine • Reaching Into In - 1:53, 1-07 King Pleasure • Parker's Mood - 2:57, 1-08 Nelson Riddle • Route 66 Theme - 2:06, 1-09 Tom Waits • Diamonds On My Windshield - 3:10, 1-10 William S. Burroughs • Naked Lunch (Excerpt) - 6:26, 1-11 Lee Konitz With Gerry Mulligan Quartet • Bernie's Tune - 3:31, 1-12 Don Morrow • Like Rumpelstiltskin - 6:18, 1-13 Dizzy Gillespie And His Orchestra • Oop-Pop-A-Da - 3:08, 1-14 Del Close & John Brent • Basic Hip - 1:11, 1-15 John Drew Barrymore • Christopher Columbus Digs The Jive - 3:04, 1-16 The Charles Mingus Jazz Workshop Featuring Jean Shepherd • Clown - 12:11, 1-17 Kenneth Patchen • Murder Of Two Men By A Young Kid Wearing Lemon Colored Gloves - 1:15
-- Volume Two
2-01 Lord Buckley • The Hip Gahn - 6:09, 2-02 Lambert, Hendricks & Ross • Twisted - 2:14, 2-03 Slim Gaillard & His Middle Europeans • Yip Roc Heresy - 2:28, 2-04 Charlie Ventura • Ha - 2:46, 2-05 David Amram Quintet • Pull My Daisy - 4:29, 2-06 Steve Allen • October In The Railroad Earth - 7:06, 2-07 Howard K. Smith • Cool Rebellion - 20:13, 2-08 Charlie Parker Quartet • Cosmic Rays - 3:05, 2-09 Edd Byrnes • Kookie's Mad Pad - 2:03, 2-10 The Gordons With Hank Jones Trio • Bebopper - 2:44, 2-11 Ken Nordine • Hunger Is From - 3:48, 2-12 Rod McKuen • No Pictures Please - 4:03, 2-13 Perry Como • Like Young - 2:53, 2-14 Kenneth Rexroth • Married Blues - 3:22, 2-15 Lenny Bruce • Psychopathia Sexualis - 2:24
-- Volume Three
3-01 Tom Waits • Jack & Neal / California, Here I Come - 4:57, 3-02 Steve Allen • Readings From "On The Road" & "Visions Of Cody" - 3:28, 3-03 Ben Hecht • Interview With Jack Kerouac - 15:29, 3-04 Don Morrow • Kerouazy - 2:06, 3-05 Del Close & John Brent • Cool - 3:50, 3-06 Oscar Brown Jr • But I Was Cool - 2:53, 3-07 Del Close & John Brent • Uncool - 0:58, 3-08 Philippa Fallon • High School Drag - 2:14, 3-09 Kenny Clarke And His 52th Street Boys • Oop-Bop-Sh-Bam - 3:04, 3-10 Three Bips & A Bop Featuring Babs Gonzales • Professor Bop - 2:26, 3-11 Patsy Raye & The Beatniks • Beatnik's Wish - 2:28, 3-12 Elmer Bernstein • Like Having Fun - 2:17, 3-13 Carl Sandburg • On Beatniks - 0:27, 3-14 Gerry Mulligan Quartet • Swinghouse - 2:53, 3-15 Charles Kuralt • The Greenwich Village Poets - 1:36, 3-16 Allen Ginsberg • America - 4:47
Συντελεστές, Μουσικοί: Jack Kerouac: 1-01, 2-06, 3-02 / Allen Ginsberg: 3-16 (φωνή, ποίηση) • Lenny Bruce: 2-15 (φωνή, πρόζα) • Jack Kerouac: 3-03 / Ann Thomas, Herb Duncan, Joyce Gordon, Phil Kramer: 1-12, 3-04 (φωνή) • Ali Hafid, Lynn Sheffield: 2-05 / Annie Ross, Dave Lambert, Jon Hendricks: 2-02 / Babs Gonzales: 1-05, 3-10 / George Gordon, George Gordon Jr., Honey Gordon, Richard Gordon: 2-10 / Kenneth Hagood & The Ensemble: 1-13 / King Pleasure: 1-07 / Tom Waits: 1-09, 3-01 (φωνητικά) • Dizzy Gillespie: 1-13 (φωνητικά, τρομπέτα) • Al Williams: 1-04 / Bud Powell: 3-09 / Dan McKenna: 2-04 / Gildo Mahones: 2-02 / Hank Jones: 2-08, 2-10 / John Lewis: 1-07, 1-13 / Linton Garner: 3-10 / Lou Garisto: 1-12, 3-04 / Maceo Williams: 2-03 / Steve Allen: 2-06, 3-02 / Wade Legge: 1-16 (πιάνο) • Allyn Ferguson: 1-17 (πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, κρουστά, γαλλικό κόρνο) • Richard Campbell: 1-06 (πιάνο, βιμπράφωνο) • Charlie Parker: 2-08 / Howard Johnson, John Brown: 1-13 / Jerry Dodgion: 2-05 / Jordan Fordin: 3-10 / Lee Konitz: 1-11 / Sonny Stitt: 3-09 (άλτο σαξόφωνο) • Frank Leal: 1-17 (άλτο σαξόφωνο, μπάσο κλαρινέτο) • Frank Vicari: 3-01 / James Moody, Joe Gayles: 1-13 / Ray Abrams: 3-09 / Shafi Hadi: 1-16 / Sonny Rollins: 3-10 (τενόρο σαξόφωνο) • Modesto Briseno: 1-17 (τενόρο σαξόφωνο, βαρύτονο σαξόφωνο, κλαρινέτο) • Sam Taylor: 1-04 (κλαρινέτο, τενόρο σαξόφωνο) • Cecil Payne: 1-13 / Eddie Erteuill: 3-09 / Gerry Mulligan: 1-11, 3-14 / Pepper Adams: 2-05 (βαρύτονο σαξόφωνο) • Boots Mussulli, Charlie Ventura: 2-04 (σαξόφωνο) • Chet Baker: 1-11, 3-14 / Conte Candoli: 2-04 / Dave Burns, Elmon Wright, Matthew McKay, Ray Orr: 1-13 / Doc Severinson: 1-12, 3-04 / Fats Navarro, Kenny Dorham: 3-09 / Harry Edison: 2-02 / Red Allen: 1-04 (τρομπέτα) • Robert Wilson: 1-17 (τρομπέτα, κρουστά) • Bennie Green, J.J. Johnson: 3-10 / Benny Green: 2-04 / Chauncey Welsch: 1-12, 3-04 / Jimmy Knepper: 1-16 / Taswell Baird, Bill Shepard: 1-13 / Vic Dickinson: 1-04 (τρομπόνι) • Julius Watkins: 3-10 (γαλλικό κόρνο) • David Amram: 2-05 (γαλλικό κόρνο, πιάνο, κιθάρα, φλάουτο, μπουζούκι, καζού, κρουστά) • Ken Soderbloom: 1-06 / Paul Horn: 2-11 (ξύλινα πνευστά) • Jerome Richardson, Phil Bodner: 1-12, 3-04 (καλάμια) • Barry Galbraith: 1-12, 3-04 / Howard Heitmeyer: 2-13 / John Collins: 1-13, 3-09 / John Pisano: 2-11 (κιθάρα) • Slim Gaillard: 2-03 (κιθάρα, φωνητικά) • George Mrgdichian: 2-05 (ούτι) • Fred Katz: 2-11 (τσέλο) • Midhat Serbagi: 2-05 (βιόλα) • Al Hall: 3-09 / Carson Smith: 1-11, 3-14 / Charles Mingus: 1-16, 2-10 / Clyde Lombardi: 2-03 / Emmett Frazier: 1-06 / Herb Bushler, Lyle Atkinson: 2-05 / Ike Isaacs: 2-02 / Jack Zimmermann: 1-12, 3-04 / Jim Hughart: 1-09, 3-01 / Jimmy Bond: 2-11 / Keith Mitchell: 2-04 / Milt Hinton: 1-04 / Paul Gray: 2-13 / Percy Heath: 1-07 / Ray Brown: 1-13 / Teddy Kotick: 2-08 (μπάσο) • Fred Dutton: 1-17 (μπάσο, φαγκότο, κοντραμπαγκότο) • Art Phipps: 3-10 (μπάσο, φωνητικά) • Al Harewood: 2-05 / Bob Frazier: 1-06 / Charlie Smith: 2-03 / Danny Richmond: 1-16 / Don Lamond: 1-12, 3-04 / Ed Shaughnessy: 2-04 / Forest Horn: 2-11 / Jack Parker: 3-10 / Jim Gordon: 1-09 / Joe Harris: 1-13 / Kenny Clarke: 1-07, 3-09 / Larry Bunker: 3-14 / Larry Bunker: 1-11 / Max Roach: 2-08, 2-10 / Osie Johnson: 1-04 / Shelly Manne: 3-01 / Walter Bolden: 2-02 (τύμπανα) • Tom Reynolds: 1-17 (τύμπανα, τυμπάνι) • Arthur Edgehill: 2-05 (κρουστά) / Ted Sommers: 1-12, 3-04 (κρουστά) • Milt Jackson: 1-13 (βιμπράφωνο) • Walter Fuller: 3-09 (διασκευή) • Elmer Bernstein: 3-12 (μουσική διεύθυνση, σύνθεση) • Don Morrow: 1-12, 3-04 (αφήγηση) • Jean Shepherd: 1-16 / Ken Nordine: 1-06, 2-11 (αφήγηση) • Ben Hecht: 3-03 (συνεντευκτής)
Παραγωγός συλλογής: James Austin

TheBeatGeneration_2.jpg

«Μια κεφάτη ομάδα νέων Αμερικανών ανδρών με επίκεντρο τη χαρά» — έτσι όρισε ο Τζακ Κέρουακ την Μπιτ Γενιά το 1959. Και δεδομένου ότι είχε επινοήσει τον όρο "Beat" περίπου 10 χρόνια νωρίτερα, τα σχόλιά του θα έπρεπε να θεωρούνται η τελευταία λέξη στο θέμα. Όμως δεν είναι έτσι.

Ο Κέρουακ ονόμασε τη Γενιά των Μπιτ, αλλά οι μεγιστάνες των μέσων ενημέρωσης έκαναν ό,τι μπορούσαν για να του το στερήσουν. Ίσως περιοδικά όπως το Time και το Life δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την πίστη του στη "χαρά" ως έχει. Σίγουρα δεν υπήρχε πολλή επίσημα αποδεκτή χαρά στις Η.Π.Α. γύρω στο 1959. Μετά από μια δεκαετία Ψυχρού Πολέμου και Μακαρθισμού, η χαρά ήταν μια ελεγχόμενη ουσία που διανέμονταν με μεγάλη φειδώ.

Έτσι, όταν ο Κέρουακ και ο σύντροφός του Άλεν Γκίνσμπεργκ εμφανίστηκαν φωνάζοντας για οράματα, οδήγηση σε όλη τη χώρα και υπερφυσική έκσταση σε έργα όπως το On the Road και το Howl, οι σχολιαστές στον Τύπο και στα ραδιοφωνικά κύματα ήξεραν ότι όλα αυτά σήμαιναν κάτι άλλο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Μπιτ Γενιά έγινε σύμβολο των μέσων ενημέρωσης για μια σειρά αμαρτιών: τεμπελιά, αισχρολογία, κατάχρηση ουσιών, διαστροφή, δύσοσμα πόδια. Ακόμα και όταν ο Κέρουακ επέμενε ότι το Beat σήμαινε "beatific" (ευτυχισμένος/μακάριος) και μιλούσε με καλά λόγια για τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ, αυτό ακουγόταν κάπως ανατρεπτικό. Ο Νόρμαν Ποντορέτζ του Partisan Review εξέφρασε την άποψη πολλών, όταν καταδίκασε τους Beats ως «νέους που δεν μπορούν να σκεφτούν λογικά και γι' αυτό μισούν όσους μπορούν». Άλλοι περιέγραψαν την Μπιτ Γενιά ως απλώς μεγαλωμένα παιδιά που χρειάζονται πειθαρχία, σκληρή δουλειά και ένα μπάνιο. Σύντομα το "Beat" μετατράπηκε σε "beatnik"/μπίτνικ (μια ετικέτα που επινόησε ο αρθρογράφος του Σαν Φρανσίσκο, Herb Caen το 1958), ένα ανθρώπινο καρτούν με γένια και μπόνγκο, ανάξιο σοβαρής συζήτησης.

Δεκαετίες αργότερα, τα πραγματικά γεγονότα και η μυθοπλασία σχετικά με την Μπιτ Γενιά έχουν αναμειχθεί στο ίδιο απολιθωμένο στρώμα, ανακατεύοντας αδιακρίτως θησαυρούς και ασήμαντα στοιχεία. Για να τα ξεδιαλύνει κανείς χρειάζεται καθαρό βλέμμα, οξυδερκή ακοή και ελεύθερο χιούμορ — ιδιότητες που οι αυθεντικοί Beats είχαν σε αφθονία. Ο Ντιν Μοριάρτι (ήρωας του On the Road) και ο Μέιναρντ Γ. Κρεμπς (ο χαζός beatnik της τηλεοπτικής σειράς Dobie Gillis) μπορεί να μην ήταν εξίσου σημαντικοί ως πολιτιστικά είδωλα, αλλά και οι δύο μαρτυρούν την επίδραση που είχε η μυστικιστική ατμόσφαιρα των Beats στην αμερικάνικη ψυχή.

Η αλήθεια είναι ότι η Μπιτ Γενιά θα μπορούσε να γεννηθεί μόνο στην Αμερική. Ωστόσο, η κληρονομιά της ήταν ανυπόληπτη — μουσικοί τζαζ, ναρκομανείς, σεξουαλικά παράνομοι, αλήτες και άλλοι περιθωριακοί τύποι συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση της στάσης και του λεξιλογίου της. Σε αυτό το σημείο, η Beat ήταν σχεδόν (αλλά όχι εντελώς) συνώνυμη με τους φωνακλάδες, φανταχτερά ντυμένους χίπστερ της εποχής του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι χίπστερς χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: τους "καυτούς" (ενθουσιώδεις, που αγαπούσαν τη διασκέδαση) και τους "κουλ/ψυχρούς" (αποσυρμένους, μηδενιστές). Οι Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ και η παρέα τους ανήκαν σίγουρα στην κατηγορία των καυτών.

Σε όλα αυτά υπήρχε ένας αναμφισβήτητος φυλετικός παράγοντας. Οι δυσαρεστημένοι λευκοί έβλεπαν την μαύρη κοινότητα ως την ενσάρκωση της ειλικρινούς ζωτικότητας που έλειπε από τη δική τους κουλτούρα. Ίσως ήταν είδηση για πολλούς από τους «ευτυχισμένους, ειλικρινείς, εκστασιασμένους Νέγρους της Αμερικής» (περιγραφή του Κέρουακ) ότι η ζωή τους ήταν τόσο ανενόχλητη. Σωστά ή όχι, οι επίδοξοι λευκοί χίπστερ υιοθέτησαν τη μαύρη μουσική, την αργκό και το στυλ ως τρόπο διαφυγής από την αποβλακωτική λευκή συμμόρφωση.

Η ανάπτυξη της μπίμποπ τζαζ στη δεκαετία του '40 είχε καθοριστική επίδραση στην αισθητική των Beat. Ο Κέρουακ ειδικότερα ήταν αφοσιωμένος θαυμαστής των Τσάρλι "Μπερντ" Πάρκερ, Ντίζι Γκιλέσπι, Θελόνιους Μονκ και άλλων πρωτοπόρων της μπίμποπ. Κάνοντας άλματα ή συσχετίσεις μεταξύ μουσικών και λογοτεχνικών ιδεών, χρησιμοποίησε τις τεχνικές αυτοσχεδιασμού των Μπερντ και Ντίζ στο γράψιμό του. Το αποτέλεσμα ήταν η «αυθόρμητη μποπ προσωδία» (έκφραση του Ginsberg), η «αδιατάρακτη ροή, από το μυαλό των προσωπικών μυστικών ιδεών-λέξεων» που έγινε το σήμα κατατεθέν του Kerouac.

Οι Beats έγραφαν για το αυτί, όχι μόνο για την τυπωμένη σελίδα. Ο Ginsberg τακτοποίησε τις λέξεις του εποχιακού "Howl" σύμφωνα με τα πρότυπα της αναπνοής και της ομιλίας, μια μέθοδος που έδωσε στο έργο του μια εμπρηστική δύναμη όταν διαβάζεται δυνατά. Ο William Burroughs (η τρίτη κύρια φιγούρα μεταξύ των ιδρυτών των Beat) βασίστηκε σε μεγάλο μέρος των γραπτών του στις ρουτίνες ομιλίας με τις οποίες διασκέδαζε φίλους και ξένους. Όταν ο Burroughs έδωσε δημόσιες αναγνώσεις του Naked Lunch και άλλων σκανδαλώδεις έργων του, τα ερμήνευσε με χαρακτήρα, με ξεκαρδιστικό αποτέλεσμα.

Το επόμενο βήμα ήταν η ανάγνωση με τζαζ συνοδεία — ο Κέρουακ δοκίμασε για πρώτη φορά τη ζωντανή ερμηνεία το 1957 και στη συνέχεια ηχογράφησε τρία LP κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ετών. Άλλοι λογοτέχνες, με ή χωρίς σχέση με το κίνημα Beat, έκαναν επίσης απαγγελίες με συνοδεία μουσικών συγκροτημάτων την ίδια περίοδο. Ο στιχοποιός Ken Nordine από το Σικάγο επινόησε τον όρο "Word Jazz" για τη δική του εκδοχή αυτών των πειραματισμών. Σε κάθε περίπτωση, σχεδόν όλα τα πειράματα ποίησης/μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60 χαρακτηρίστηκαν "μπίτνικ" από τους μη μυημένους.

Ό,τι και αν πίστευε το μέινστριμ για την Μπιτ Γενιά, την έβρισκαν πηγή γοητείας, διασκέδασης (αλλά) και αποστροφής/αποτροπιασμού για όσο διήρκεσε η μόδα. Ψευδο-Μπιτ εμφανίστηκαν τα Σαββατοκύριακα σε καφετέριες σε όλη τη χώρα, πίνοντας δυνατό καφέ και ακούγοντας κακό ελεύθερο στίχο. Ένας Νεοϋορκέζος επιχειρηματίας ξεκίνησε ακόμη και μια υπηρεσία ενοικίασης μπίτνικ για όσους ήθελαν απεγνωσμένα να γίνουν χιπ. Ο τρόπος ζωής των Beat — που συχνά συγχέονταν με την νεανική παραβατικότητα τύπου Blackboard Jungle — έγινε τροφή για τις εκμεταλλευτικές ταινίες και τις τηλεοπτικές αποκαλύψεις. Θέματα που προηγουμένως ήταν άγνωστα ή ταμπού (ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία, Ζεν) σπρώχτηκαν στα μάτια της μεσαίας τάξης της Αμερικής εξαιτίας των Beats.

Ακόμη και σε αλλοιωμένη και παραμορφωμένη μορφή, η Μπιτ Γενιά είχε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση. Ήταν η αρχή μιας αντικομφορμιστικής εξέγερσης που θα μεταλλαχθεί στα ψυχεδελικά και Νέα Αριστερά κινήματα της δεκαετίας του '60 και στην υποκουλτούρα του πανκ ροκ της δεκαετίας του '70 και του '80. Οι ίδιοι οι Beats έγιναν αντικείμενα θαυμασμού για τους μετέπειτα επίδοξους επαναστάτες. Η αναβίωση των καφέ και των ποιητικών αναγνώσεων από τις αρχές της δεκαετίας του '90 και μετά, είναι απόδειξη της συνεχιζόμενης γοητείας των μπίτνικ.

Πέρα από τη μόδα, οι συνεισφορές των συγγραφέων του Beat παραμένουν. Τα έργα των Kerouac, Ginsberg, Burroughs, Gregory Corso και των συμμάχων τους δεν έχουν χάσει τίποτα από τη δύναμη ή τη σημασία τους με την πάροδο του χρόνου. Καθώς τα χρόνια περνούν με μια νότα ανησυχίας και συντηρητισμού, χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ την εκστατική τρέλα της Μπιτ Γενιάς.

Αυτή, λοιπόν, η ανθολογία της Μπιτ Γενιάς είναι ένα ηχητικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο, μια εκδρομή στο ποιητικό, το παιδαριώδες, το εμπνευσμένο και το παράλογο. Ετοιμαστείτε να βυθιστείτε στη λάσπη αλλά και την ομορφιά της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας — αυτό δεν είναι ένα ταξίδι για τους καθαρολόγους που φοβούνται να λερώσουν την αισθητική τους. Το δρομολόγιο αψηφά τους νόμους του χρόνου και του χώρου, προσφέροντας μια γεύση τόσο από τους προγόνους της Μπιτ Γενιάς (Lord Buckley) όσο και από τους κληρονόμους της (Tom Waits). Οι υπέροχοι ήχοι των Parker, Gillespie και Mingus διανθίζονται με τζαζίστικα τηλεοπτικά τζινγκλ. Οι Perry Como και Rod McKuen προσφέρουν παράπλευρες πληροφορίες από το προαστιακό, συντηρητικό και κομφορμιστικό περιβάλλον του Squaresville. Οι σχολιαστές ειδήσεων εμφανίζονται και εξαφανίζονται για να μεταδώσουν την επίσημη γραμμή. Εδώ είναι τα ανεπεξέργαστα δεδομένα — όπως έλεγαν παλιά, απολαύστε τα!

(*****, πηγές: εξώφυλλα, discogs.com, wikipedia.org, ένθετες σημειώσεις Barry Alfonso, Ann Charters' Kerouac: A Biography (1973), Gerald Nicosia's Memory Babe: A Critical Biography of Jack Kerouac (1983), Record Collector, MOJO)
 
  • Like
Reactions: Haagenti