Το δικαίωμα της μειοψηφίας
Με αυτό σχετίζεται άλλη μια από τις βασικές αρχές που διατυμπανίζουν οι αναρχικοί. Την αρχή δηλαδή που λέει ότι μια μειοψηφία μπορεί να κάνει άνετα ότι επιθυμεί (γουστάρει) χωρίς να δεσμεύεται από πλειοψηφούσες αποφάσεις, ασχέτως αν στην πράξη αυτό σημαίνει ότι καπελώνεται η πλειοψηφία. Για παράδειγμα, σε μία κατάληψη κάποιας σχολής μπορούν 5-10 άτομα να ρημάξουν το κτήριο έστω κι αν η πλειοψηφία δεν επιθυμεί τους βανδαλισμούς. Αυτό όμως δεν είναι η αρχή του δικαιώματος της μειοψηφίας, αλλά η δικτατορία της μειοψηφίας σε βάρος της πλειοψηφίας, πράγμα εντελώς ασύμβατο με ένα κίνημα που μιλά για αντιιεραρχία. Η συμφωνία λοιπόν της πλειοψηφίας για στόχους, διαδικασίες και πρακτικές πρέπει να γίνεται σεβαστή απ' όλους, ειδάλλως έχουμε την επιβολή της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία.
Πολλοί αναρχικοί, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, υποστηρίζουν πως το δικαίωμα της μειοψηφίας να μην πειθαρχεί στις αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι θετικό γιατί έτσι αποφεύγεται το σαράκι του συγκεντρωτισμού και της γραφειοκρατίας που επικρατεί στην Αριστερά (όρος με τον οποίο εννοούν συνήθως τη Μαρξιστική Αριστερά) και επιτυγχάνεται η πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας και πολυφωνίας. Όμως οι καλωπισμοί («πολυεπίπεδη δράση») δεν αρκούν για να καλύψουν τις απελπιστικής πενίας συζητήσεις που γίνονται σε κοινές συνελεύσεις αναρχικών όπου συνευρίσκονται διάφορες ομάδες και καταλήγουν πάντα στο ίδιο... μονοεπίπεδο σκεπτικό: αφισοκόλληση-πορεία. Όταν πάνε στην ίδια συνέλευση ή στην ίδια πορεία χαοτικοί, πάνκηδες, «Στιρνερικοί», εναλλακτικοί, φιλο-αναρχοσυνδικαλιστές και συμπαθούντες γενικώς, αυτό που ισχύει δεν είναι πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας, αλλά ο ηθικολογικά περιβεβλημένος τεχνητός συνωστισμός διαφορετικών αντιλήψεων -συχνά εντελώς ασύμβατων μεταξύ τους- που καταλήγει αποδεδειγμένα στη μονόμορφη δράση και τη φιλονικία. Αυτά βέβαια δεν είναι ασύνδετα με την εχθρική αντίληψη που έχουν πολλοί αναρχικοί προς τη Δημοκρατία και με την προτίμησή τους προς την ουτοπική διαδικασία της απόφασης μέσω συναίνεσης (η οποία όμως παίρνεται τελικά μέσω της σιωπηλής υπακοής κι όχι μέσω του διαλόγου και της ενεργητικής συναίνεσης).