Εδώ που τα λέμε, δεν έχεις κι άδικο, αν και αυτό είναι ένα από τα πολλά σενάρια που παίζονται στην πραγματικότητα. Πάντως, επειδής ακούς μεν με λάμπες αλλά κατά βάθος είσαι καλό παιδί, θα σου πω κάτι. Η αντιπροσώπευση μιας φίρμας είναι κάτι που κατά περίπτωσιν εντάσσεται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία, το ισχυρό μέρος είναι ο κατασκευαστής και φυσικά το αδύναμο ο αντιπρόσωπος, όπου η τιμολόγηση είναι αποκλειστική ευθύνη του κατασκευαστή, και καθορίζεται με βάση την οικονομική δυναμικότητα της εκάστοτε χώρας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν όλοι οι μεγάλοι, και οι λιγότερο μεγάλοι, Sony, Philips, LG, Β&W – Classe, ο όμιλος Harman, η Linn, η Arcam, κλπ.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο κατασκευαστής είναι μικρού βεληνεκούς, όσον αφορά την παραγωγική του κλίμακα, και κατά συνέπεια και από οικονομικής πλευράς, και ο αντιπρόσωπος σαφώς ισχυρότερος. Στην περίπτωση αυτή, είναι ο αντιπρόσωπος που καθορίζει την τιμή, ακόμη και ερήμην του κατασκευαστή. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως ο αντιπρόσωπος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ο κόσμος έχει ξυπνήσει, και η ροή πληροφόρησης, αγαθών και χρήματος είναι πλέον πανεύκολη – καμιά σχέση με την απαράδεκτη κατάσταση της δεκαετίας του ’70. Το κλασικό παράδειγμα της Ελληνικής αγοράς είναι ο Ορφέας, που έχει μαζέψει στο portofolio του όλα τα πιθανά και απίθανα ονόματα, ακόμη κι αν παράγουν ένα κομμάτι το μήνα. Εδώ, αν ο κατασκευαστής διαφωνήσει στην τιμή πώλησης, έχει δύο επιλογές. Ή αποδέχεται την πραγματικότητα, ή αλλάζει αντιπρόσωπο, κάτι που είναι δίκοπο μαχαίρι, και συνήθως αποφεύγεται.
Πάντως, η θεαματική πτώση της τιμής ενός μοντέλου βολεύει πολύ τον κατασκευαστή να συμπέσει με την αλλαγή αντιπροσώπου, καθώς έτσι είναι πολύ εύκολο να διοχετευθεί στην αγορά η άποψη, πως για την υψηλή τιμή ευθυνόταν ο παλιός αντιπρόσωπος, που είναι το «καμένο χαρτί» της ιστορίας. Σε άλλη περίπτωση, η πτώση της τιμής χωρίς κάποιον «τρίτο πρωταίτιο» είναι πολύ δύσκολη υπόθεση και χρειάζεται προσεκτικούς χειρισμούς, ειδικά εάν το προϊόν έχει ήδη πουληθεί αρκετά στην παλιά – αλμυρή τιμή.
Όσον αφορά τις αγορές μέσω Internet, μετά λύπης μου βλέπω πως το μόνο που ίσως έχουν τη διάθεση να κάνουν οι έλληνες αντιπρόσωποι, είναι να αντιτάξουν τη δυνατότητα της διατήρησης χώρου επίδειξης, προβάλλοντες εαυτούς κάτι σαν ηρωικό παιδί του λαού που το χτυπάνε οι λαιστρυγόνες της παγκοσμιοποίησης, της νέας νάξης πραγμάτων και δέν ξέρω τί άλλο, και έως ένα σημείο, το κόλπο πιάνει, αλλά με πτωτική τάση συν τω χρόνω - ευτυχώς. Υπάρχει βεβαίως και κόσμος που αγοράζει από το Internet, από εκεί που θα βρει φθηνότερα, κι υπό την προϋπόθεση πως τείνει να αποτελέσει τη μεγαλύτερη μάζα, είναι αυτός που καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Άλλωστε, ο κόσμος που αγοράζει έτσι, έχει ξυπνήσει, είναι συνειδητοποιημένοι και ενημερωμένοι καταναλωτές, που δεν μασάνε από ματσαρίσματα, καλώδια και άλλες τέτοιες ανοησίες. Οπωσδήποτε όμως, ένας ανασταλτικός επί τούτου παράγων είναι το μεγάλο βάρος και ο όγκος. Δύσκολα θα παραγγείλει κάποιος μεγάλα ηχεία δαπέδου από τον Thomann, ή από οπουδήποτε αλλού. Θα προτιμήσει να πληρώσει κάτι παραπάνω, για να έχει την ευθύνη της ασφαλούς μεταφοράς ο τοπικός έμπορος, κι αυτό δεν είναι κάτι κακό.
Τέλος, αναφορικά με το σέρβις, ομιλών εξ ιδίας εμπειρίας, σε όλες τις περιπτώσεις, το όποιο σέρβις τελεί σε συνεργασία με τον εκάστοτε κατασκευαστή, έχοντας στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα, service manual, ανταλλακτικά και ο,τιδήποτε άλλο χρειάζεται για οποιαδήποτε επισκευή. Απλώς, εάν το ισχυρό μέρος είναι ο κατασκευαστής, τότε το σέρβις τυγχάνει της έγκρισής του, ενώ εάν είναι το αδύναμο μέρος, συνεργάζεται με το σέρβις εκών – άκων. Άλλωστε, στη μικρή και ολιγομελή ψωροκώσταινα, είναι γνωστό τοις πάσι πως ένας – δυό καλοί και ικανοί ηλεκτρονικοί έχουν συγκεντρώσει το σέρβις για πολλά και ηχηρά ονόματα, χωρίς φυσικά να έχουν κανένα πρόβλημα οι άνθρωποι. Το πρόβλημα μπορεί να το έχουν κάποιες ψωνάρες, που δεν τους κάθεται καθόλου καλά να δουν το βαρύ γυαλιστερό αντικείμενο του ψώνιου τους να περιμένει τη σειρά του να επισκευασθεί, δίπλα σε mini συστηματάκια της Aiwa, Sansui της δεκαετίας του ’80 και ηχεία Namco της δεκαετίας του ’70. (Ενώ κατά πως θα ήθελαν, το σέρβις έπρεπε να είναι ρετιρέ απέναντι από τον πύργο της Interamerican και στα παράθυρα να έχει χρυσά πόμολα)... Βέβαια, όταν το μηχανάκι γιατρευτεί, επιστρέφει στο οξυζενέ δωμάτιο του χαϊεντά ιδιοκτήτη του, και συνεχίζει να παίζει και να του δίνει χαρά, και το όλο σκηνικό είναι πλέον μια δυσάρεστη ανάμνηση.
Μάλιστα, θυμήθηκα και μια φάση που είχε πει ο Ξυθάλης σε μια συνέντευξή του, σε παλιότερο τεύχος του AV Extreme, όπου κάποιος του είχε πάει κάτι για επισκευή, και είχε αμφιβολίες αν θα του έκανε καλές κολλήσεις, σαν τις αυθεντικές. Κι έλεγε ο άνθρωπος, πως ήταν σε θέση να κάνει κόλληση καλύτερη από οποιονδήποτε ανειδίκευτο ή ειδικευμένο βιομηχανικό εργάτη – και σιγά την υψηλή τεχνολογία δηλαδή, αλλά ο άλλος ήταν ανένδοτος. Και θα ήταν η κόλληση καλής ποιότητας; Και άμα η παλιά είχε ασήμι κι αυτή όχι. Και μήπως θα άλλαζε ο ήχος; Μήπως το μηχάνημα θα έχανε την αυθεντικίλα του; Να, με τέτοιες @@λακίες γανώνουν το μυαλό του κάθε ανυποψίαστου, και τον φέρνουν ένα βήμα πριν τον ψυχίατρο. Βέβαια, για να παρασυρθεί κάποιος από τέτοιους επιτηδείους έμπορες και ρηβιούερς, ε, δε χρειάζεται μοναχά να είναι ανυποψίαστος και άσχετος περί τα ηλεκτρονικά, πρέπει να το θέλει και ο απαυτός του, πρέπει να έχει το γονίδιο του θύματος. Αλλιώς δε γίνεται.
(Τώρα, ένας φίλος θα νομίζει πως αναφέρομαι σ’ αυτόν - Γιάννη δεν αναφέρομαι σ’ εσένα, το ξέρεις).