Του Σώματος και της «Υπερεσίας»
Αφήγημα σε συνέχειες
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΟΥΡΗ
V. Ά-λαλον ύδωρ
Η αίθουσα τελετών της «Υπερεσίας» είχε αρχίσει να γεμίζει, όταν ο υπαστυνόμος Τζιμάνης είδε τον υπολοχαγό Τσιάμη να μπαίνει και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Προτού ακόμα καθίσει δίπλα του άρχισε τις ερωτήσεις.
«Ρε συ, Γιώργο, στ’ αλήθεια αυτός ο Στηβ Λάλας διενεργούσε κατασκοπεία κατά των ΗΠΑ και υπέρ της Ελλάδας; Και τον “δώσανε” πράγματι οι δικοί μας; Απ’ το λίγο που το ‛ψαξα στο ιντερνέτι δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα…»
«Σσσς…», έκανε ο Τζιμάνης κοιτάζοντας γύρω του καχύποπτα. Συνέχισε ψιθυριστά: «Ναι ρε! Αλήθεια είναι! Για δεκάξι χρόνια, απ’ το ‛77 ως το ‛93 αν θυμάμαι καλά, έδινε στους δικούς μας αμερικάνικα έγγραφα. Καταπώς είχε πει κι ο στρατηγός Γρυλλάκης ήταν “η σημαντικότερη πηγή που είχε η ελληνική κυβέρνηση τα τελευταία πενήντα χρόνια”!»
«Έλα ρε! Και γιατί το ‛κανε; Για τα φράγκα;»
«Αυτά είναι μαλακίες των Αμερικάνων… Ιδεολόγος ήταν ο άνθρωπος…»
Ο Νίκος Τσιάμης πήρε μια απορημένη έκφραση. Από τότε που στη Σχολή Πολέμου ένας καθηγητής -ανανήψας κομμουνιστής- τους είχε πει ότι η «ιδεολογία» είναι μια μορφή «ψευδούς συνείδησης» -ανάθεμα κι αν είχε καταλάβει τίποτα!-, κάθε φορά που άκουγε τις λέξεις «ιδεολογία» και «ιδεολόγος» μπερδευόταν.
«Τι; Τι ιδεολόγος;…» ψέλλισε.
«Ιδεολόγος, ρε μαλάκα! Πατριώτης! Πώς το λένε!; Για την πατρίδα! Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!… Λεφτά και μαλακίες! Τον “δώσανε” κανονικά, και μετά, που τον τσίμπησαν οι Αμερικάνοι, τον φτύσαν κι από πάνω. Κι αυτόν, και τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Καθαρίστρια δούλευε η γυναίκα για να τα μεγαλώσει. Και το ένα έχει και πρόβλημα…»
«Έλα ρε! Καλά, και πώς τον στρατολογήσανε οι δικοί μας;»
«Το ‛77 στη Σμύρνη. Υπηρετούσε στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ. Τον πλησίασαν, του ζήτησαν να βοηθήσει…»
«Και γιατί το ‛κανε;»
«Είχε μεγαλώσει με τους παππούδες του στην Αμερική. Πρόσφυγες απ’ τη Μικρασία κι οι δυο. Από ‛να χωριό κοντά στη Σμύρνη. Κάτω Παναγία. Λατσέτα το λεν σήμερα οι Τούρκοι. Ο πατέρας του με ρίζες απ’ την Πόλη. Δεν χρειάζεται και φαντασία για να καταλάβεις γιατί δέχτηκε…»
«Κι οι δικοί μας γιατί τον “δώσανε”;»
«… Μεγάλη ιστορία… Σμύρνη, Βελιγράδι, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα… Στην αρχή έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις του τούρκικου στόλου στο Αιγαίο. Για το πού συγκέντρωναν αποβατικά σκάφη, τέτοια… Όταν, στο τέλος, δούλευε στην αμερικάνικη πρεσβεία στην Αθήνα, έβραζε το σκοπιανό… Αρχές της δεκαετίας του ‛90… Μας έδινε απόρρητα τηλεγραφήματα για τις κινήσεις και τις εκτιμήσεις των Αμερικάνων…»
«Ναι. Αλλά οι δικοί μας γιατί τον “δώσανε”;»
«Φέιγ βολάν!»
***
Η αίθουσα ήταν γεμάτη, όταν μπήκαν σ’ αυτή ο υπουργός και ο Διοικητής της Υπηρεσίας συνοδεύοντας τον Steven John Lalas. Όταν ο υπουργός απένειμε στον Σταύρο Λάλα το ανώτατο ελληνικό παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Τιμής, που απονέμεται σε εν ενεργεία πρωθυπουργούς, ακόμα και ο Νίκος Τσιάμης δάκρυσε…
***
«Φέιγ βολάν;»
«Για τον Λάλα ήξεραν τρία στελέχη της Υπηρεσίας. Οι εκθέσεις τους, “απόρρητες” και “ειδικού χειρισμού”, πήγαιναν και στο υπουργείο Εξωτερικών. Τις πληροφορίες γι’ αυτές τις εκθέσεις τις ξέρεις, αλλά δεν μιλάς γι’ αυτές. Κάποιος ανέφερε κάτι, που δεν έπρεπε, σε Αμερικανό διπλωμάτη, αυτοί κατάλαβαν ότι υπήρχε διαρροή στην πρεσβεία τους στην Αθήνα, τέλος!»
***
Μετά το τέλος της τελετής, τους πλησίασε χαμογελαστός ο Στρατηγός.
«Ρε συ Τζιμάνη, από πού κατάγονταν οι γονείς του Λάλα;»
«Δεν ξέρω…»
Το χαμόγελό του πάγωσε. Τσαντιζόταν όταν οι υφιστάμενοί του δεν μοιράζονταν μαζί του αυτά που ήξεραν.
«Απ’ τη Μικρασία η μάνα του», πετάχτηκε ο Τσιάμης, «απ’ την Κάτω Παναγία της Σμύρνης. Κι ο πατέρας του απ’ την Πόλη».
«Έρποντας και γλείφοντας προς τα πάνω. Πάντα προς τα πάνω!», σκέφτηκε ο Τζιμάνης. Και χαμογέλασε με τη σειρά του.
***
Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τελείως συμπτωματική - εκτός κι αν δεν είναι. Ό,τι δεν είναι συμπτωματικό μπορείτε να το διαβάσετε στο μπλογκ του υπαστυνόμου Τζιμάνη:
www.gimanis.wordpress.com
Kαθαρίστρια δούλευε η γυναίκα του...Προφανώς τόκανε γιά κόλπο γιά νά ρίχνει στάχτη στά μάτια τών ´Κουναλάκηδων´πού πετροβολούν τόν άντρα της..