Φωνές αυτοδιάθεσης στο Ντιτρόιτ των '70ς
Στη δεκαετία του 1970, μέσα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του Ντιτρόιτ, μια ομάδα ριζοσπαστών μουσικών αποφάσισε να πάρει την τύχη της στα χέρια της. Μακριά από τους περιορισμούς των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, ο τρομπονίστας Phil Ranelin και ο σαξοφωνίστας Wendell Harrison, ίδρυσαν το 1972 την Tribe Records, μια ανεξάρτητη κολεκτίβα που δεν εξέδιδε μόνο δίσκους, αλλά κυκλοφορούσε και περιοδικό που κάλυπτε πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Μέσα από αυτή την απόλυτη ελευθερία γεννήθηκαν μερικά από τα πιο σπάνια, πνευματικά και διαχρονικά έργα της τζαζ ιστορίας, εκφράζοντας την ανάγκη μιας ολόκληρης κοινότητας για πολιτική και καλλιτεχνική αυτοδιάθεση. Η υποστήριξη και η αλληλεγγύη της "φυλής" ήταν δεδομένη, καθώς οι μουσικοί έπαιζαν ο ένας στους δίσκους του άλλου, καθιστώντας την Tribe Records τον ιδανικό εκδότη για το όραμα των καλλιτεχνών της.«Η Tribe αποτελεί προέκταση των φυλών στα χωριά της Αφρικής, της πατρίδας μας. Στην Αφρική, ο καθένας έχει ένα ταλέντο να αναδείξει. Δεν υπήρχαν σούπερ σταρ, μόνο άνθρωποι, και συλλογικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού διαδραμάτιζαν ζωτικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της κουλτούρας. Βλέπουμε τις μαύρες κοινότητες αυτής της χώρας ως χωριά και τις φυλές ως τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτά... Η αγνή μουσική πρέπει να απεικονίζει τον τρόπο ζωής μας... Η μουσική μας αντανακλά, περισσότερο από ποτέ, το άγχος, την ένταση και την αντιγνωμία που επικρατούν στις κοινότητές μας, αλλά και τα θετικά και αρμονικά πράγματα που συμβαίνουν.» - Αυθεντικές σημειώσεις στο ένθετο, Message from the Tribe
Η συλλογικότητα της Φυλής και η post bop funk jazz
Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 70 στο Ντιτρόιτ του Μίτσιγκαν δημιουργήθηκε μια κολλεκτίβα με αισθητικό, μουσικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο και στόχους την ενδυνάμωση της «μαύρης» κοινότητας, υπό την έννοια αφ’ ενός μεν της προώθησης της μαύρης δημιουργικότητας τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο, αφ’ ετέρου δε της στήριξης της μαύρης επιχειρηματικότητας. Το όνομα της αυτής Tribe. Οι καλλιτέχνες που ήταν πίσω από την σύλληψη της ιδέας και της στήριξης του εγχειρήματος, εμπνεύστηκαν τόσο από την μαύρη συλλογικότητα των Αφρικάνικων ριζών τους (όπου η Φυλή –Tribe- ως η συγκεκριμένη κολλεκτίβα αντιστοιχούσε στην έννοια της φυλής – tribe- του αφρικάνικου χωριού της μητέρας γής και όπου η έννοια της συλλογικότητας ήταν απολύτως σημαντική και κυριαρχούσα ιδεολογικά – έκαστος είχε κάτι να προσφέρει στο σύνολο και το σύνολο με την σειρά του λειτουργούσε χωρίς σουπερσταρς).
Η κολλεκτίβα αυτή είχε δική της δισκογραφική εταιρία (Tribe records) δικό της περιοδικό (Tribe – Detroit’s first black awareness magazine) που εκτός από θέματα σχετικά με την μουσική, περιελάμβανε και σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά άρθρα (ενδεικτικά: Blacks and the Economy, Unemployment and the inflation). Την ξεκίνησαν οι Wendell Harrison και Phil Ranelin . Ο πρώτος εκτός από τενόρο σαξόφωνο που έπαιζε, ήταν εκδότης και αρθρογράφος του περιοδικού, ενώ ο δεύτερος έπαιζε τρομπόνι. Και οι δυο συμμετείχαν σε όλους τους δίσκους που κυκλοφόρησε η Tribe μαζί με άλλους καλλιτέχνες, ενώ ο βαθμός συλλογικότητας, εκτός από την μουσική συμμετοχή φαίνεται πχ από το ότι η Pat Ηarrison, εκτός από Art Director του περιοδικού, είχε την επιμέλεια των δίσκων και πολλών εξωφύλλων τους, ο Marcus Belgrave εκτός από εξαίρετος τρομπετίστας και συνθέτης, ήταν και φωτογράφος για το περιοδικό, ο Harold McKinney, εκτός από ηλεκτρικό πιάνο που έπαιζε σ’ όλους σχεδόν τους δίσκους, είχε αναλάβει και τις δισκοκριτικές. Συγχρόνως είχαν ένα Jazz Arts festival και δίδασκαν αυτοσχεδιασμό.
Κι η μουσική που έπαιζαν; Ένα μίγμα funk, big band jazz, ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, heavy soul hard bop κ.ο.κ. Πολλοί από τους μουσικούς που μετείχαν στην Tribe είχαν παίξει με μεγάλους μάστορες και μεταξύ άλλων τους Sun Ra, Max Roach, McCoy Tyner, Grant Green. Συγχρόνως πολλοί απ’ αυτούς ήταν καθηγητές σε μουσικά κολλέγια και Πανεπιστήμια (ο Marcus Belgrave για παράδειγμα δίδασκε Τζαζ Ιστορία και Αυτοσχεδιασμό στο Πανεπιστήμιο του Oakland) ενώ άλλοι έπαιζαν ως session μουσικοί σε δίσκους της Tamla Motown όπως του Stevie Wonder του Marvin Gaye ή των Temptations. Οι επιρροές λοιπόν ήταν πολλές και ποικίλες ...


