Το Μουσικό Θαύμα της Tribe Records [Doug Hammond & David Durrah, Phil Ranelin, Harold McKinney]

grio

Αν. Γενικός Διαχειριστής
Staff member
16 March 2011
4,651
Αθήνα

Φωνές αυτοδιάθεσης στο Ντιτρόιτ των '70ς​

Το Ντιτρόιτ των αρχών της δεκαετίας του 1970 δεν αποτελούσε απλώς το γεωγραφικό σκηνικό μιας νέας μουσικής σκηνής, αλλά μια πόλη σε βαθιά υπαρξιακή, οικονομική και φυλετική κρίση. Η ανάγκη των Αφροαμερικανών μουσικών να πάρουν τον πλήρη έλεγχο της μοίρας τους διαμορφώθηκε μέσα από τη σύγκρουση τριών καθοριστικών ιστορικών παραγόντων που μεταμόρφωσαν ριζικά το αστικό τοπίο.

Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην κοινωνική συνοχή της πόλης εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1967 με τη μεγάλη εξέγερση του Ντιτρόιτ. Δεκαετίες θεσμικού ρατσισμού, ακραίου οικιστικού διαχωρισμού και συστηματικής αστυνομικής βίας εναντίον της μαύρης κοινότητας οδήγησαν σε μια αναπόφευκτη και βίαιη έκρηξη. Η κρατική καταστολή άφησε πίσω της δεκάδες νεκρούς και ολόκληρες γειτονιές καμένες, επιταχύνοντας δραματικά το φαινόμενο της μαζικής φυγής του λευκού πληθυσμού και των εταιρικών κεφαλαίων προς τα προάστια. Το Ντιτρόιτ μετατράπηκε γρήγορα σε μια πόλη με συντριπτική μαύρη πλειοψηφία, η οποία όμως βρέθηκε οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένη. Μέσα στα ερείπια αυτής της περιθωριοποίησης, οι καλλιτέχνες συνειδητοποίησαν ότι η κοινότητά τους έπρεπε να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις, δημιουργώντας αυτόνομα δίκτυα αλληλεγγύης.

Παράλληλα με τις κοινωνικές εντάσεις, η οικονομική ραχοκοκαλιά της πόλης άρχισε να καταρρέει. Για γενιές, το Ντιτρόιτ ήταν η παγκόσμια πρωτεύουσα της αυτοκινητοβιομηχανίας, προσφέροντας σταθερή εργασία και μια διέξοδο οικονομικής ανόδου για τους μαύρους εργάτες. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός και η πετρελαϊκή κρίση έπληξαν ανεπανόρθωτα τους εγχώριους κολοσσούς της αυτοκίνησης. Οι μεγάλες εταιρείες άρχισαν να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους εκτός πόλης ή να αντικαθιστούν το εργατικό δυναμικό με γραμμές αυτοματισμού. Η μαζική ανεργία και η φτώχεια κυρίευσαν τις εργατικές γειτονιές, και αυτή η βιομηχανική, σκληρή καθημερινότητα πέρασε υποσυνείδητα στην ψυχοσύνθεση των μουσικών, οι οποίοι αναζητούσαν μια διέξοδο έκφρασης που να αντανακλά την ωμή πραγματικότητα των δρόμων.

Το τελειωτικό πολιτιστικό και οικονομικό πλήγμα ήρθε το 1972, όταν η Motown Records, ο απόλυτος μουσικός γίγαντας της μαύρης ποπ και σόουλ, μετέφερε την έδρα της οριστικά στο Λος Άντζελες. Η φυγή αυτή δεν στέρησε από το Ντιτρόιτ μόνο τη μεγαλύτερη εμπορική ονομασία του, αλλά έκλεισε και τη βασική πηγή εισοδήματος για εκατοντάδες τοπικούς σέσιον μουσικούς, ενορχηστρωτές και τεχνικούς. Αυτή η κίνηση λειτούργησε ως ένα σκληρό μάθημα, αποδεικνύοντας στους καλλιτέχνες ότι η μέινστριμ μουσική βιομηχανία λειτουργεί με καθαρά εταιρικά κριτήρια και μπορεί ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει μια ολόκληρη κοινότητα όταν αυτή πάψει να είναι κερδοφόρα.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, μια ομάδα ριζοσπαστών μουσικών αποφάσισε να πάρει την τύχη της στα χέρια της. Μακριά από τους περιορισμούς των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, ο τρομπονίστας Phil Ranelin και ο σαξοφωνίστας Wendell Harrison, ίδρυσαν το 1972 την Tribe Records, μια ανεξάρτητη κολεκτίβα που δεν εξέδιδε μόνο δίσκους, αλλά κυκλοφορούσε και περιοδικό που κάλυπτε πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Μέσα από αυτή την απόλυτη ελευθερία γεννήθηκαν μερικά από τα πιο σπάνια, πνευματικά και διαχρονικά έργα της τζαζ ιστορίας, εκφράζοντας την ανάγκη μιας ολόκληρης κοινότητας για πολιτική και καλλιτεχνική αυτοδιάθεση. Η υποστήριξη και η αλληλεγγύη της "φυλής" ήταν δεδομένη, καθώς οι μουσικοί έπαιζαν ο ένας στους δίσκους του άλλου, καθιστώντας την Tribe Records τον ιδανικό εκδότη για το όραμα των καλλιτεχνών της.

«Η Tribe αποτελεί προέκταση των φυλών στα χωριά της Αφρικής, της πατρίδας μας. Στην Αφρική, ο καθένας έχει ένα ταλέντο να αναδείξει. Δεν υπήρχαν σούπερ σταρ, μόνο άνθρωποι, και συλλογικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού διαδραμάτιζαν ζωτικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της κουλτούρας. Βλέπουμε τις μαύρες κοινότητες αυτής της χώρας ως χωριά και τις φυλές ως τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτά... Η αγνή μουσική πρέπει να απεικονίζει τον τρόπο ζωής μας... Η μουσική μας αντανακλά, περισσότερο από ποτέ, το άγχος, την ένταση και την αντιγνωμία που επικρατούν στις κοινότητές μας, αλλά και τα θετικά και αρμονικά πράγματα που συμβαίνουν.» - Αυθεντικές σημειώσεις στο ένθετο, Message from the Tribe

TribeRecordsBlackAwareness.jpg

Η συλλογικότητα της Φυλής και η post bop funk jazz​

Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 70 στο Ντιτρόιτ του Μίτσιγκαν δημιουργήθηκε μια κολλεκτίβα με αισθητικό, μουσικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιεχόμενο και στόχους την ενδυνάμωση της «μαύρης» κοινότητας, υπό την έννοια αφ’ ενός μεν της προώθησης της μαύρης δημιουργικότητας τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο, αφ’ ετέρου δε της στήριξης της μαύρης επιχειρηματικότητας. Το όνομα της αυτής Tribe. Οι καλλιτέχνες που ήταν πίσω από την σύλληψη της ιδέας και της στήριξης του εγχειρήματος, εμπνεύστηκαν τόσο από την μαύρη συλλογικότητα των Αφρικάνικων ριζών τους (όπου η Φυλή –Tribe- ως η συγκεκριμένη κολλεκτίβα αντιστοιχούσε στην έννοια της φυλής – tribe- του αφρικάνικου χωριού της μητέρας γής και όπου η έννοια της συλλογικότητας ήταν απολύτως σημαντική και κυριαρχούσα ιδεολογικά – έκαστος είχε κάτι να προσφέρει στο σύνολο και το σύνολο με την σειρά του λειτουργούσε χωρίς σουπερσταρς).

Η κολλεκτίβα αυτή είχε δική της δισκογραφική εταιρία (Tribe records) δικό της περιοδικό (Tribe – Detroit’s first black awareness magazine) που εκτός από θέματα σχετικά με την μουσική, περιελάμβανε και σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά άρθρα (ενδεικτικά: Blacks and the Economy, Unemployment and the inflation). Την ξεκίνησαν οι Wendell Harrison και Phil Ranelin . Ο πρώτος εκτός από τενόρο σαξόφωνο που έπαιζε, ήταν εκδότης και αρθρογράφος του περιοδικού, ενώ ο δεύτερος έπαιζε τρομπόνι. Και οι δυο συμμετείχαν σε όλους τους δίσκους που κυκλοφόρησε η Tribe μαζί με άλλους καλλιτέχνες, ενώ ο βαθμός συλλογικότητας, εκτός από την μουσική συμμετοχή φαίνεται πχ από το ότι η Pat Ηarrison, εκτός από Art Director του περιοδικού, είχε την επιμέλεια των δίσκων και πολλών εξωφύλλων τους, ο Marcus Belgrave εκτός από εξαίρετος τρομπετίστας και συνθέτης, ήταν και φωτογράφος για το περιοδικό, ο Harold McKinney, εκτός από ηλεκτρικό πιάνο που έπαιζε σ’ όλους σχεδόν τους δίσκους, είχε αναλάβει και τις δισκοκριτικές. Συγχρόνως είχαν ένα Jazz Arts festival και δίδασκαν αυτοσχεδιασμό.

Κι η μουσική που έπαιζαν; Ένα μίγμα funk, big band jazz, ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, heavy soul hard bop κ.ο.κ. Πολλοί από τους μουσικούς που μετείχαν στην Tribe είχαν παίξει με μεγάλους μάστορες και μεταξύ άλλων τους Sun Ra, Max Roach, McCoy Tyner, Grant Green. Συγχρόνως πολλοί απ’ αυτούς ήταν καθηγητές σε μουσικά κολλέγια και Πανεπιστήμια (ο Marcus Belgrave για παράδειγμα δίδασκε Τζαζ Ιστορία και Αυτοσχεδιασμό στο Πανεπιστήμιο του Oakland) ενώ άλλοι έπαιζαν ως session μουσικοί σε δίσκους της Tamla Motown όπως του Stevie Wonder του Marvin Gaye ή των Temptations. Οι επιρροές λοιπόν ήταν πολλές και ποικίλες ...
 
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.

Κάποτε γράφθηκε εδώ μία πολύ όμορφη παρουσίαση για τον Marcus Belgrave, πολύ πριν κιόλας γίνει μόδα! Υπήρχαν εκεί αναφορές για την κολεκτίβα στην tribe records! Ο τίτλος με ώθησε να ποστάρω εδώ το moves του Doug Hammond (από τους πρωτεργάτες στην Tribe)., ακριβώς γιατί πιστεύω πως δεν υπάρχει κάτι πιο αντιπροσωπευτικό για αυτόν τον τίτλο (τζαζ- φολκ ακροβασία)
 

Το Κοσμικό Ταξίδι της Πνευματικής Τζαζ​

Doug Hammond & David Durrah – Reflections In The Sea Of Nurnen (1975, Tribe)
Κομμάτια: A1 Fidalgo Detour (C. Metcalf) - 7:32, A2 Space II (D. Durrah) - 0:35, A3 Wake Up Brothers (D. Hammond) - 3:05, A4 Reflections (O. Harris) - 4:23, B1 For Real (D. Hammond) - 2:56, B2 Space I (D. Durrah) - 2:00, B3 Sea Of Nurnen (D. Durrah) - 4:34, B4 Moves (D. Hammond) - 4:29
Μουσικοί: Doug Hammond (φωνητικά, ντραμς, μελόντικα, συνθεσάιζερ Arp), David Durrah (πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο Fender Rhodes, συνθεσάιζερ Moog & Arp), Otis Harris (άλτο σαξόφωνο), Trevis Mickeel (βιολί), Charles Metcalf (ακουστικό & ηλεκτρικό μπάσο), Charles Burnham (σόλο βιολί), Fredrick Boon + Thomas (Turk) Trayler (κρουστά)
Παραγωγή / Μηχανικός: Idibib Productions / John Viera, David Litwin, Doug Hammond (ρεμίξ), David Durrah (ρεμίξ)

ReflectionsInTheSeaOfNurnen.jpg

Το 1975, η μουσική κοινότητα του Ντιτρόιτ έγινε μάρτυρας μιας από τις πιο απόκοσμες και γοητευτικές κυκλοφορίες της πνευματικής τζαζ. Παρά την ιστορική της αξία, η ψηφιακή λήθη και η σχετικά μεγάλη σιωπή του διαδικτύου καλύπτουν μέχρι σήμερα το άλμπουμ που δημιούργησαν ο Doug Hammond και ο David Durrah. Πρόκειται για ένα έργο που ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στον βαθύ αισθησιασμό και τον κοσμικό πειραματισμό, καθιστώντας το έναν ιδανικό, αν και ανεξερεύνητο, καλοκαιρινό μουσικό σύντροφο.

Για να κατανοήσουμε πώς γεννήθηκε αυτός ο ήχος, πρέπει να εξετάσουμε την πορεία των δημιουργών του. Ο ντράμερ, συνθέτης και ποιητής Doug Hammond γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1942 στην Τάμπα της Φλόριντα. Με κλασικές σπουδές στα κρουστά και μια έμφυτη κλίση προς την ποίηση, ο Hammond μετακόμισε αργότερα στο Σαν Φρανσίσκο και μετά στο Ντιτρόιτ, όπου εντάχθηκε ενεργά στην τοπική σκηνή. Εκεί συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα όπως ο James Blood Ulmer, αναπτύσσοντας ένα μοναδικό στυλ φρι φανκ και αβάν-γκαρντ τζαζ. Στην άλλη πλευρά, ο καινοτόμος κημπορντίστας David Durrah (γενν. 1945 – απεβ. Ιούνιο του 2021), άφησε το στίγμα του ως ένας από τους πιο εφευρετικούς σέσιον μουσικούς σε θρυλικές εταιρείες της εποχής. Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η κοινή τους ανάγκη για καλλιτεχνική ανεξαρτησία και πειραματισμό τούς οδήγησε στη δημιουργία ενός υλικού, το οποίο ηχογραφήθηκε αρχικά στο Σαν Φρανσίσκο το 1971, όταν οι δυο τους και ο σαξοφωνίστας Otis Harris φοιτούσαν στο πανεπιστήμιο. Αφού πήγαν τις ταινίες τους στην Strata-East στη Νέα Υόρκη, και η συμφωνία δεν προχώρησε, κατόπιν παρότρυνσης του τρομπετίστα Marcus Belgrave, η Tribe Records κυκλοφόρησε το άλμπουμ το 1975.

Η μουσική του δίσκου ξεδιπλώνεται μέσα από μια εξαιρετική ομάδα μουσικών που πλαισιώνουν το δίδυμο. Ο Otis Harris στο άλτο σαξόφωνο και ο Charles Metcalf στο ακουστικό και ηλεκτρικό μπάσο δίνουν γήινες βάσεις στις συνθέσεις. Τα βιολιά των Charles Burnham και Trevis Mickeel προσθέτουν μια αιθέρια, σχεδόν κινηματογραφική υφή, ενώ τα κρουστά των Fredrick Boon και Thomas (Turk) Trayler ενισχύουν τους αφρικανικούς πολυρυθμούς.

Η ακρόαση ξεκινά με το "Fidalgo Detour", ένα κομμάτι που εισάγει αμέσως τον ακροατή σε ένα ανήσυχο, γεμάτο ζωντάνια αφρο-τζαζ περιβάλλον. Οι ρυθμοί του Hammond είναι κοφτοί και επίμονοι, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κίνησης. Ακολουθεί το "Space II", ένα σύντομο αλλά πυκνό ηχητικό πέρασμα όπου τα ηλεκτρονικά στοιχεία αρχίζουν να κυριαρχούν. Ο Durrah χρησιμοποιεί το Moog και το Fender Rhodes για να δημιουργήσει ένα απόκοσμο, μινιμαλιστικό τοπίο. Η ένταση αλλάζει ριζικά στο "Wake Up Brothers", ένα από τα κορυφαία σημεία του δίσκου. Εδώ, τα βελούδινα, γεμάτα συναίσθημα φωνητικά του Hammond απλώνονται πάνω από ένα βαθύ σόουλ-τζαζ γκρουβ, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο, κοινωνικά συνειδητοποιημένο μήνυμα. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το "Reflections", ένα οργανικό κομμάτι όπου το ηλεκτρικό πιάνο του Durrah προσφέρει κοσμικές, σχεδόν υπνωτικές μελωδίες, δικαιώνοντας τον τίτλο του.

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το "For Real", το οποίο επαναφέρει τις έντονες πειραματικές διαθέσεις της μπάντας με εξαιρετική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πνευστά και τα κρουστά. Στη συνέχεια, το "Space I" λειτουργεί ως ο καθρέφτης του αντίστοιχου κομματιού της πρώτης πλευράς, εμβαθύνοντας στον αμιγώς ηλεκτρικό, αφαιρετικό ήχο. Το ομώνυμο με τον τολκινικό τίτλο "Sea Of Nurnen" (Θάλασσα του Νούρνεν) αποτελεί το κεντρικό κομμάτι του δίσκου. Η ατμόσφαιρά του είναι γεμάτη από μια νωχελική, ηλιόλουστη εξώτικα, όπου τα κρουστά και οι συγκοπτόμενοι ρυθμοί δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας απέραντης, μυστηριώδους θάλασσας. Ο δίσκος ολοκληρώνεται με το "Moves", μια σύνθεση του Hammond που συνδυάζει την απαγγελία ποίησης με ένα έντονα πνευματικό μουσικό υπόβαθρο, σφραγίζοντας τον αβάν-γκαρντ χαρακτήρα ολόκληρου του έργου.

Το άλμπουμ αυτό συνιστά έναν κρυμμένο θησαυρό, ένα "άγιο δισκοπότηρο" για τους συλλέκτες βινυλίου που καταφέρνει να ακούγεται φρέσκο και επίκαιρο δεκαετίες μετά την κυκλοφόρησή του. Η ικανότητά του να μεταφέρει τον ακροατή από τη ζέστη της Αφρικής στο απέραντο διάστημα το καθιστά ένα διαχρονικό αριστούργημα της πνευματικής τζαζ σκηνοθεσίας.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, σημειώσεις επανέκδοσης, wikipedia.org, discogs.com, allmusic.com, doughammond.org, Now-Again Records\nowagainrecords.com)

- Reflections In The Sea Of Nurnen [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
Last edited:

Ο Ήχος μιας Κοινότητας στην Κορυφή της​

Phil Ranelin – Vibes From The Tribe (1976, Tribe)
Κομμάτια: A1 Vibes From The Tribe (Prelude) (Phil Ranelin) - 3:35, A2 Sounds From The Village (Phil Ranelin) - 3:44, A3 Wife (Wendell Harrison) - 5:54, A4 For The Children (Phil Ranelin) - 5:19, A5 Vibes From The Tribe (Encore) (Phil Ranelin) - 0:56, B He The One We All Knew (Parts 1 & 2) (Phil Ranelin) - 18:05
Μουσικοί: Phil Ranelin (τρομπόνι, φωνητικά: A3, A4, κρουστά: A3, A4, B) • Wendell Harrison (τενόρο σαξόφωνο: A1, A2, A5, φλάουτο: A3, A4) • Faruk Hanif Bey: B (τενόρο σαξόφωνο, σοπράνο σαξόφωνο, κόνγκας) • Marcus Belgrave (τρομπέτα: A1, A5) • Harold McKinney (πιάνο: A3, A4) • Ken Thomas (πιάνο: B) • Kenny Cox (ηλεκτρικό πιάνο: A1, A5) • Buddy Budson (ηλεκτρικό πιάνο: A2) • Lopez Leon (ηλεκτρικό μπάσο: A1, A2, A5) • Ron English (ηλεκτρικό μπάσο: A1, A5) • Ralph Armstrong (μπάσο: A3, A4, B, ηλεκτρική κιθάρα: A2) • Daud Abdul Kahafiz (σιτάρ: B) • George Davidson (ντραμς: A1-A5) • Tariq Abdus Samad (ντραμς: B) • Barbara Huby (κρουστά: A2, A4, κόνγκας: A4) • Bud Spangler (κρουστά: A4)
Παραγωγή / Μηχανικοί: Bud Spangler / Charles Moore: A1, A5, Greg Reilly: A2 to A4, B, Bud Spangler: A2 to A4, B (βοηθός), Bud Spangler + Greg Reilly + Phil Ranelin (μίξη, ρεμίξ)

VibesFromTheTribe.jpg

Το 1976, η ανεξάρτητη κολεκτίβα του Ντιτρόιτ βρισκόταν σε ένα κομβικό σημείο. Έχοντας ήδη ταρακουνήσει τα νερά της αντεργκράουντ μαύρης μουσικής, η Tribe Records χρειαζόταν ένα έργο που θα αποτύπωνε την πλήρη ωριμότητα του οράματός της. Αυτό το έργο ήρθε με το άλμπουμ που θεωρείται μέχρι σήμερα το απόλυτο ηχητικό μανιφέστο της ετικέτας, μια σπάνια και περιζήτητη δημιουργία που καταφέρνει να συνδυάσει την πολιτική συνείδηση με μια ακαταμάχητη, ζεστή καλοκαιρινή αύρα.

Η καρδιά αυτής της κυκλοφορίας χτυπά στον ρυθμό του τρομπονιού του Phil Ranelin. Γεννημένος στις 25 Μαΐου 1939 στην Ιντιανάπολη της Ιντιάνα, ο Ranelin μεγάλωσε μέσα σε μια πλούσια τοπική τζαζ παράδοση, επηρεασμένος από θρύλους όπως ο J.J. Johnson. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μετακόμισε στο Ντιτρόιτ, όπου γρήγορα βρήκε δουλειά ως περιζήτητος σέσιον μουσικός για τη Motown Records, παίζοντας δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Stevie Wonder και οι The Temptations. Ωστόσο, η ανάγκη του για απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και κοινωνική προσφορά τον οδήγησε το 1972, μαζί με τον σαξοφωνίστα Wendell Harrison (γενν. Ντιτρόιτ, Μίσιγκαν, 1 Οκτωβρίου 1942), στην ίδρυση της Tribe. Μετά από δύο έντονα πειραματικούς και φορτισμένους δίσκους, ο Ranelin αποφάσισε να ανοίξει τα παράθυρα του στούντιο, αφήνοντας τον ήλιο, το γκρουβ και την κοινότητα του Ντιτρόιτ να πλημμυρίσουν τις νέες του συνθέσεις, οδηγώντας στη γέννηση αυτού του εμβληματικού άλμπουμ.

Η δύναμη του δίσκου κρύβεται στην εντυπωσιακή συσπείρωση της ίδιας της κολεκτίβας, καθώς για την ηχογράφηση επιστρατεύτηκε η αφρόκρεμα της τοπικής σκηνής. Ο Wendell Harrison δίνει το παρόν με το τενόρο σαξόφωνο και το φλάουτο του, ενώ ο Marcus Belgrave (γενν. Τσέστερ, Πενσυλβάνια, 12 Ιουνίου 1936 – απεβ. Αν Άρμπορ, Μίσιγκαν, 23 Μαΐου 2015) προσφέρει τις λαμπερές του πινελιές στην τρομπέτα. Στα πλήκτρα συναντάμε τον Harold McKinney και τον Kenny Cox (ιδρυτή της Strata Records), δύο πυλώνες του ήχου της πόλης, ενώ το ρυθμικό τμήμα απογειώνεται με τα μπάσα των Lopez Leon, Ron English και του νεαρού τότε Ralph Armstrong, μαζί με τα στιβαρά ντραμς του George Davidson.

Η ακρόαση ανοίγει με το "Vibes From The Tribe (Prelude)", το οποίο λειτουργεί ως μια μυσταγωγική εισαγωγή. Το τρομπόνι του Ranelin πλέκεται με τα πνευστά και τα κρουστά, δημιουργώντας ένα ζεστό, πνευματικό χαλί που προετοιμάζει το έδαφος. Η συνέχεια ανήκει στο "Sounds From The Village", ένα κομμάτι που σφύζει από ζωή και ρυθμό. Εδώ η πνευματική τζαζ συναντά μια βαθιά, σχεδόν λασπωμένη και οργανική φανκ, με τις μπασογραμμές να καθοδηγούν το κομμάτι και το τρομπόνι να επιδίδεται σε νευρικά, γεμάτα ενέργεια περάσματα. Ακολουθεί το "Wife", μια πιο εσωτερική και ατμοσφαιρική σύνθεση, όπου ο Ranelin αναλαμβάνει και τα φωνητικά. Η φιδίσια μελωδία του κομματιού και το γεμάτο συναίσθημα σόλο του δημιουργούν μια γλυκιά, νυχτερινή μελαγχολία.

Η πρώτη πλευρά κλείνει με δύο κομμάτια που σφραγίζουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της Tribe. Το "For The Children" είναι ένας ύμνος ελπίδας, γεμάτος από τα πολυφωνικά φωνητικά της κοινότητας, το φωτεινό φλάουτο του Harrison και το πιάνο του McKinney, στέλνοντας ένα μήνυμα ενότητας για τις επόμενες γενιές. Αμέσως μετά, το "Vibes From The Tribe (Encore)" κλείνει τον πρώτο κύκλο με μια σύντομη, γεμάτη ζωντάνια επιστροφή στο αρχικό θέμα.

Ολόκληρη η δεύτερη πλευρά του βινυλίου καταλαμβάνεται από το μνημειώδες, δεκαοκτάλεπτο "He The One We All Knew (Parts 1 & 2)". Πρόκειται για ένα επικό κομμάτι αφιερωμένο στον John Coltrane, στο οποίο συμμετέχει και η αβάν-γκαρντ ομάδα των Griot Galaxy. Η σύνθεση χτίζεται αργά και ιεροτελεστικά πάνω σε ένα υπνωτικό γκρουβ από κόνγκας, ντραμς και το απόκοσμο, ηλεκτρικό σιτάρ του Daud Abdul Kahafiz. Καθώς το κομμάτι εξελίσσεται στο δεύτερο μέρος του, η ένταση κορυφώνεται σε ένα εκρηκτικό, ελεύθερο ξέσπασμα, όπου το μπάσο του Armstrong δίνει μια συγκλονιστική ώθηση, επιτρέποντας στα σαξόφωνα και το τρομπόνι να απογειωθούν προς το σύμπαν.

Το άλμπουμ αυτό παραμένει ένας από τους πιο λαμπρούς φάρους της αμερικανικής τζαζ δημιουργίας. Καταφέρνει να μην είναι απλώς ένας εξαιρετικός δίσκος, αλλά η ζωντανή ηχογράφηση μιας ολόκληρης γειτονιάς, μιας εποχής και μιας κοινότητας που διεκδικούσε τη φωνή της μέσα από την τέχνη. Είναι ένα μνημειώδες έργο που συνεχίζει να τέρπει και να εμπνέει.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, σημειώσεις επανέκδοσης, wikipedia.org, discogs.com, allmusic.com, ranelin.bandcamp.com/album/vibes-from-the-tribe, Now-Again Records\nowagainrecords.com/phil-ranelin-vibes-from-the-tribe)

- Vibes From The Tribe [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.
 
  • Like
Reactions: Stellios papa

Η Πνευματική Ώσμωση των Φωνών​

Harold McKinney – Voices & Rhythms Of The Creative Profile (1974, Tribe)
Κομμάτια: A1 Ode To Africa - 9:06, A2 Heavenese - 5:47, A3 Out Of The Blues - 5:55, B1 In The Moog - 2:14, B2 Corner Stone - 4:33, B3 Freedom Jazz Dance - 6:12, B4 Dolphin Dance - 7:17
Μουσικοί: Harold McKinney (αρχηγός, πιάνο, φωνητικά, σύνθεση) • Wendell Harrison (τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο) • Marcus Belgrave (τρομπέτα) • Ed Pickins (μπάσο) • Ron Jackson (τύμπανα) • Charles Miles (κόνγκας) • Billy Turner (κρουστά, σχεδιασμός εξωφύλλου) • Darryl Dybka (συνθεσάιζερ Moog) • Gwen McKinney (φωνητικά) • Carol Taylor (φωνητικά, φλάουτο) • Clarence McKinney + Ed Gooch + Eileen Cohill + Faye Blakely + Jenine Jackson + Sylvia Turner (φωνητικά)
Παραγωγή / Μηχανικός: Harold McKinney / Bob Meloche

Voices&RhythmsOfTheCreativeProfile.jpg

Εδώ η ματιά μας, στρέφεται στην πιο φωνητική, βαθιά πνευματική και γκόσπελ πλευρά της εταιρείας. Το 1974, η Tribe Records κυκλοφόρησε έναν δίσκο που γεμίζει τον χώρο με ενέργεια, πολυφωνικές αρμονίες και αφρικανικούς ρυθμούς. Πρόκειται για το μοναδικό προσωπικό άλμπουμ που ηχογράφησε εκείνη τη δεκαετία ένας από τους πιο χαρισματικούς πιανίστες και εκπαιδευτικούς της πόλης, προσφέροντας ένα έργο που μοιάζει με ηλιόλουστη τελετή και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των καλοκαιρινών μας αναζητήσεων.

Ο άνθρωπος πίσω από αυτό το όραμα είναι ο Harold McKinney. Γεννημένος στις 4 Ιουλίου 1928 στο Ντιτρόιτ, ο McKinney μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσική, καθώς η μητέρα του ήταν οργανίστρια εκκλησίας και τον ώθησε από νωρίς στις κλασικές σπουδές πιάνου. Η ζωή του άλλαξε ριζικά όταν μπήκε σε ένα ζαχαροπλαστείο και άκουσε από το τζούκμποξ τον Charlie Parker να παίζει μπίμποπ. Από εκείνη τη στιγμή μεταμορφώθηκε σε έναν αφοσιωμένο τζαζίστα. Σπούδασε στο Morehouse College στην Ατλάντα και αργότερα στο Wayne State University, ενώ υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, έπαιξε δίπλα σε γίγαντες όπως ο John Coltrane, ο Miles Davis και ο Wes Montgomery. Ο McKinney, που διέθετε το σπάνιο χάρισμα της συναισθησίας και "έβλεπε" τους ήχους ως χρώματα, έγινε μαζί με τον Wendell Harrison ένας από τους βασικούς ιδρυτές της κολεκτίβας Tribe, αφιερώνοντας τη ζωή του στην εκπαίδευση των νέων μουσικών της πόλης. Η ανάγκη του να ενώσει τη δυτική τζαζ παράδοση με τις αφρικανικές ρίζες και τη δύναμη της ανθρώπινης φωνής τον οδήγησε στο στούντιο για τη δημιουργία αυτού του ιστορικού δίσκου.

Για την υλοποίηση του εγχειρήματος, ο McKinney επιστράτευσε μια εκπληκτική ομάδα μουσικών και μια ολόκληρη χορωδία. Στο πλευρό του βρίσκονταν οι μόνιμοι συνοδοιπόροι της Tribe, ο Wendell Harrison στα πνευστά και ο Marcus Belgrave στην τρομπέτα. Το ρυθμικό τμήμα αποτελούνταν από τον Ed Pickins στο μπάσο, τον Ron Jackson στα ντραμς, τον Charles Miles στα κόνγκας και τον Billy Turner στα κρουστά. Την ηλεκτρονική διάσταση έδωσε ο Darryl Dybka στο συνθεσάιζερ Moog, ενώ η Gwen McKinney ηγήθηκε των φωνητικών, πλαισιωμένη από μια ομάδα εξαιρετικών φωνών που περιλάμβανε τους Clarence McKinney, Ed Gooch, Sylvia Turner, Eileen Cohill, Faye Blakely, Jenine Jackson και Carol Taylor.

Η πρώτη πλευρά ανοίγει με το μνημειώδες "Ode To Africa", μια εννιάλεπτη σύνθεση που αποτελεί μια γιορτή των αφρικανικών ριζών. Τα κόνγκας και το μπάσο στήνουν ένα υπνωτικό γκρουβ, πάνω στο οποίο ξεδιπλώνονται οι πολυφωνικές ιαχές και τα συγκλονιστικά σόλο των πνευστών. Ακολουθεί το "Heavenese", ένα κομμάτι με έντονη τη σφραγίδα της γκόσπελ παράδοσης. Ο τίτλος επινοήθηκε από τον ίδιο τον McKinney για να περιγράψει μια "ουράνια, παγκόσμια γλώσσα" που ενώνει τους ανθρώπους μέσω της μαύρης μουσικής κουλτούρας, κόντρα στις φυλετικές εντάσεις της εποχής στο Ντιτρόιτ. Οι φωνές ενώνονται σε έναν ύμνο πνευματικής ανάτασης, ενώ το πιάνο του McKinney προσφέρει ζεστές, γεμάτες ψυχή συγχορδίες. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το "Out Of The Blues", όπου η μπάντα επιστρέφει σε πιο κλασικές αλλά εξαιρετικά προοδευτικές τζαζ φόρμες, με το μπάσο και τα πνευστά να αλληλεπιδρούν με απίστευτη μαεστρία.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το σύντομο και παιχνιδιάρικο "In The Moog", όπου ο Darryl Dybka εξερευνά τις δυνατότητες του συνθεσάιζερ, δίνοντας μια φουτουριστική, σχεδόν διαστημική πινελιά στον δίσκο. Αμέσως μετά, το "Corner Stone" επαναφέρει την πνευματική ηρεμία, με το φλάουτο και τις απαλές φωνητικές γραμμές να δημιουργούν ένα καταφύγιο γαλήνης. Η συνέχεια ανήκει στο "Freedom Jazz Dance", μια συγκλονιστική διασκευή στη σύνθεση του Eddie Harris. Το κομμάτι μετατρέπεται σε ένα άκρως ξεσηκωτικό και ρυθμικό πανηγύρι, όπου ο Belgrave και ο Harrison δίνουν μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες τους. Ο δίσκος ολοκληρώνεται ιδανικά με το "Dolphin Dance", τη σπουδαία σύνθεση του Herbie Hancock, την οποία ο McKinney μεταμορφώνει ριζικά, προσθέτοντας στίχους και φωνητικές αρμονίες που απογειώνουν το κομμάτι σε ένα ανώτερο, συμπαντικό επίπεδο.

Ο Harold McKinney (απεβ. Ντιτρόιτ, 20 Ιουνίου 2001), με το πολυδιάστατο έργο του ήταν ο "μέντορας" του Ντιτρόιτ, κερδίζοντας τον σεβασμό όλης της τζαζ κοινότητας. Το εμβληματικό του άλμπουμ, Voices & Rhythms Of The Creative Profile, είναι μια ζωντανή κατάθεση ψυχής και μια απόδειξη της δύναμης που έχει η μουσική όταν δημιουργείται μέσα από μια δεμένη συλλογικότητα. Παραμένει ένα μουσικό κειμήλιο της πνευματικής τζαζ, ικανό να φωτίσει κάθε στιγμή μας με τη ζεστασιά και την ειλικρίνειά του.

(*****, πηγές: εξώφυλλο, σημειώσεις επανέκδοσης, wikipedia.org, discogs.com, allmusic.com, haroldmckinney.bandcamp.com/album/voices-and-rhythms-of-the-creative-profile, Now-Again Records\nowagainrecords.com/harold-mckinney-voices-rhythms-of-the-creative-profile)

- Voices & Rhythms Of The Creative Profile [λίστα αναπαραγωγής] -
To view this content we will need your consent to set third party cookies.
For more detailed information, see our cookies page.