Ο μύθος της «δωρεάν» δημόσιας παιδείας
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους πίσω από την σημερινή προσπάθεια των ευρωπαϊκών πολιτικών και οικονομικών ελίτ γενικά, και των ελληνικών ελίτ ειδικότερα, να επιβάλλουν την έμμεση ιδιωτικοποίηση της ανώτατης παιδείας. Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα ελεγχόταν πάντοτε, άμεσα ή έμμεσα, από το Κράτος. Εν τούτοις, αυτό δεν ίσχυε επίσης και όσον αφορά την χρηματοδότηση του, εφόσον ιδιωτικά σχολεία πάντα επιτρέπονταν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία, προσελκύοντας τα παιδιά των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων που αναζητούσαν καλύτερες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις και μεγαλύτερες ευκαιρίες επιτυχίας στην εξασφάλιση μιας θέσης στα εγχώρια ή αλλοδαπά πανεπιστήμια. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τα αποτελέσματα πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ για τις δημόσιες δαπάνες σχετικά με την παιδεία στις χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα έρχεται τρίτη από το τέλος μετά την Ινδονησία και την Σλοβακία, με μόνο 8,4% των συνολικών δημοσίων δαπανών να διατίθενται για την παιδεία.[5] Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας η οποία επιβεβαιώνει ότι οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία στην Ελλάδα είναι κάτω από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης.[6] Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία που χρηματοδοντούνται καλύτερα απο τα δημόσια. Επιπλέον, οι περιορισμοί στους αριθμούς των εισακτέων στην ανώτατη εκπαίδευση σπρώχνει τους γονείς να πληρώνουν υπέρογκα δίδακτρα σε ιδιωτικά φροντιστήρια, με την ελπίδα να δώσουν στα παιδιά τους περισσότερες δυνατότητες εξασφάλισης μιας πανεπιστημιακής θέσης. Αυτό θίγει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που βλέπουν την παιδεία σαν το μόνο πιθανό μέσο για κοινωνική άνοδο, αν όχι σαν τον μοναδικό τρόπο να εξασφαλίσουν κάποιου είδους απασχόληση σε μια χώρα στην οποία η ανεργία των νέων, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη των “27”, έχοντας φτάσει στο 25,5% ανάμεσα σε εκείνους ηλικίας 15-24.[7]
Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα αν κάποιος λάβει υπόψη του το γεγονός ότι, από την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην παγκόσμια οικονομία της αγοράς μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, την ένταξη της στην ΕΕ στις αρχές της δεκαετίας του ‛80 και την δραστική αποσύνθεση και βαθμιαία έκλειψη του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα παραγωγής της,[8] ο τομέας των υπηρεσιών προσφέρει τις περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης απο κάθε αλλο οικονομικό τομέα και η παιδεία έχει γίνει, επομένως, το μοναδικό μέσο για κάποιο βαθμό κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η « δωρεάν δημόσια παιδεία», η οποία υποτίθεται καθιερώθηκε στην Ελλάδα την δεκαετία του ‛60 και, μετά από ένα μακρύ και συχνά αιματηρό φοιτητικό αγώνα, αργότερα περιλήφθηκε στο ελληνικό Σύνταγμα, ήταν πάντα —όσον αφορά τουλάχιστον την ανώτατη παιδεία— ένας μύθος. Μια πολύ πρόσφατη έρευνα που δείχνει ότι οι έλληνες ξοδεύουν ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 2,2% του ΑΕΠ στην εκπάιδευση των παιδιών τους, ενώ το κράτος δαπανά μόλις 3,5% του ΑΕΠ στην δημόσια παιδεία, το επιβεβαιώνει[9]. Ωστόσο, πολλοί γονείς και φοιτητές, κυρίως ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, βασίζονται κυρίως στην δημόσια παιδεία. Να γιατί ο συνταγματικός περιορισμός που απαγορεύει την δημιουργία μη-δημόσιων πανεπιστημίων έγινε ο στόχος τόσο των τοπικών και ξένων ελίτ και, πρόσφατα, του νεοφιλελεύθερου κόμματος που κυβερνάει την χώρα (Νέα Δημοκρατία), που με την εκπεφρασμένη συμπαιγνία των σοσιαλ-φιλελεύθερων της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ), ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την αναθεώρηση του Συντάγματος ώστε ο περιορισμός αυτός να καταργηθεί. Από την άλλη μεριά, δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτή η προσπάθεια λειτούργησε σαν καταλύτης για ένα ισχυρό κίνημα φοιτητών και καθηγητών που αντιστέκονται στην επιχειρούμενη σταδιακή ιδιωτικοποίηση του τελευταίου προμαχώνα της δημόσιας εκπάιδευσης στην Ελλάδα.
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους πίσω από την σημερινή προσπάθεια των ευρωπαϊκών πολιτικών και οικονομικών ελίτ γενικά, και των ελληνικών ελίτ ειδικότερα, να επιβάλλουν την έμμεση ιδιωτικοποίηση της ανώτατης παιδείας. Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα ελεγχόταν πάντοτε, άμεσα ή έμμεσα, από το Κράτος. Εν τούτοις, αυτό δεν ίσχυε επίσης και όσον αφορά την χρηματοδότηση του, εφόσον ιδιωτικά σχολεία πάντα επιτρέπονταν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία, προσελκύοντας τα παιδιά των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων που αναζητούσαν καλύτερες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις και μεγαλύτερες ευκαιρίες επιτυχίας στην εξασφάλιση μιας θέσης στα εγχώρια ή αλλοδαπά πανεπιστήμια. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τα αποτελέσματα πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ για τις δημόσιες δαπάνες σχετικά με την παιδεία στις χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα έρχεται τρίτη από το τέλος μετά την Ινδονησία και την Σλοβακία, με μόνο 8,4% των συνολικών δημοσίων δαπανών να διατίθενται για την παιδεία.[5] Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας η οποία επιβεβαιώνει ότι οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία στην Ελλάδα είναι κάτω από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης.[6] Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία που χρηματοδοντούνται καλύτερα απο τα δημόσια. Επιπλέον, οι περιορισμοί στους αριθμούς των εισακτέων στην ανώτατη εκπαίδευση σπρώχνει τους γονείς να πληρώνουν υπέρογκα δίδακτρα σε ιδιωτικά φροντιστήρια, με την ελπίδα να δώσουν στα παιδιά τους περισσότερες δυνατότητες εξασφάλισης μιας πανεπιστημιακής θέσης. Αυτό θίγει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που βλέπουν την παιδεία σαν το μόνο πιθανό μέσο για κοινωνική άνοδο, αν όχι σαν τον μοναδικό τρόπο να εξασφαλίσουν κάποιου είδους απασχόληση σε μια χώρα στην οποία η ανεργία των νέων, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη των “27”, έχοντας φτάσει στο 25,5% ανάμεσα σε εκείνους ηλικίας 15-24.[7]
Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα αν κάποιος λάβει υπόψη του το γεγονός ότι, από την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην παγκόσμια οικονομία της αγοράς μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, την ένταξη της στην ΕΕ στις αρχές της δεκαετίας του ‛80 και την δραστική αποσύνθεση και βαθμιαία έκλειψη του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα παραγωγής της,[8] ο τομέας των υπηρεσιών προσφέρει τις περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης απο κάθε αλλο οικονομικό τομέα και η παιδεία έχει γίνει, επομένως, το μοναδικό μέσο για κάποιο βαθμό κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η « δωρεάν δημόσια παιδεία», η οποία υποτίθεται καθιερώθηκε στην Ελλάδα την δεκαετία του ‛60 και, μετά από ένα μακρύ και συχνά αιματηρό φοιτητικό αγώνα, αργότερα περιλήφθηκε στο ελληνικό Σύνταγμα, ήταν πάντα —όσον αφορά τουλάχιστον την ανώτατη παιδεία— ένας μύθος. Μια πολύ πρόσφατη έρευνα που δείχνει ότι οι έλληνες ξοδεύουν ένα ποσό που αντιστοιχεί στο 2,2% του ΑΕΠ στην εκπάιδευση των παιδιών τους, ενώ το κράτος δαπανά μόλις 3,5% του ΑΕΠ στην δημόσια παιδεία, το επιβεβαιώνει[9]. Ωστόσο, πολλοί γονείς και φοιτητές, κυρίως ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, βασίζονται κυρίως στην δημόσια παιδεία. Να γιατί ο συνταγματικός περιορισμός που απαγορεύει την δημιουργία μη-δημόσιων πανεπιστημίων έγινε ο στόχος τόσο των τοπικών και ξένων ελίτ και, πρόσφατα, του νεοφιλελεύθερου κόμματος που κυβερνάει την χώρα (Νέα Δημοκρατία), που με την εκπεφρασμένη συμπαιγνία των σοσιαλ-φιλελεύθερων της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ), ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την αναθεώρηση του Συντάγματος ώστε ο περιορισμός αυτός να καταργηθεί. Από την άλλη μεριά, δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτή η προσπάθεια λειτούργησε σαν καταλύτης για ένα ισχυρό κίνημα φοιτητών και καθηγητών που αντιστέκονται στην επιχειρούμενη σταδιακή ιδιωτικοποίηση του τελευταίου προμαχώνα της δημόσιας εκπάιδευσης στην Ελλάδα.