Για να δούμε τί λέει στην πραγματικότητα η αγορά για την εμπορική αξία των πτυχίων και των πτυχιούχων.
Τους λείπουν δεξιότητες
Οι ίδιοι οι νέοι πιστεύουν ότι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο δεν βρίσκουν εργασία είναι το ότι οι διαθέσιμες ευκαιρίες είναι περιορισμένες. Αποδίδουν δηλαδή το υψηλό ποσοστό ανεργίας που τους πλήττει στο συνολικό ποσοστό ανεργίας.
Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, επιρρίπτουν ευθύνες στην αναντιστοιχία που παρατηρείται ανάμεσα στις συγκεκριμένες δεξιότητες που αναζητούν και σε εκείνες που τους παρέχει το υφιστάμενο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι επιχειρήσεις επιθυμούν να προσλαμβάνουν νέους εξοικειωμένους με τις νέες τεχνολογίες, καλές βασικές γνώσεις του αντικειμένου τους, καθώς και ικανότητα να εφαρμόζουν νέες γνώσεις.
Φοβούνται τους... μισθούς
* Σύμφωνα με μελέτη της κ. Δάφνης Νικολίτσα που δημοσιεύεται στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας, η υψηλή ανεργία των νέων στην Ελλάδα οφείλεται στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την εκπαίδευση ώς την είσοδο στην αγορά εργασίας, στις υψηλές εργοδοτικές εισφορές, αλλά και στο ύψος των αποδοχών. Η κοινωνική κινητικότητα που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό της συμμετοχής των νέων στην εκπαίδευση, το οποίο έφθασε στο 41% το β' τρίμηνο του 2006, για τους νέους 20-24 ετών δεν βελτίωσε αντίστοιχα τις συνθήκες στην αγορά εργασίας. Και τούτο γιατί η αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες εκπαίδευσης οδηγεί σε βελτίωση της παραγωγικότητας μόνον αν οι εκπαιδευόμενοι αξιοποιούνται στη συνέχεια εργασιακώς.
Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά εργασίας ανταμείβει κυρίως την αυξημένη παραγωγικότητα που προκύπτει από την προϋπηρεσία των εργαζομένων και όχι από την κατάρτισή τους.
Οσον αφορά τη διαδικασία μετάβασης από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας, πιο γρήγορα τακτοποιούνται οι απόφοιτοι των σχολών με προγράμματα σπουδών σχεδιασμένα για τη μετάδοση τόσο γενικών δεξιοτήτων όσο και ειδικών γνώσεων που απαιτούνται στην αγορά εργασίας. Στην έρευνα σημειώνεται ότι σε άλλες χώρες της Ε.Ε. των 15 τα δύο στάδια (της εκπαίδευσης και της εργασίας) δεν είναι τόσο διακριτά, καθώς πολύ μεγάλο ποσοστό νέων εργάζονται και σπουδάζουν ταυτόχρονα. Αντιθέτως, στην Ελλάδα οι σπουδαστές δεν εργάζονται κατά την περίοδο των σπουδών τους ή εργάζονται σε τομείς διαφορετικούς από εκείνους των σπουδών τους.
Αναφορικά με τη συμβολή των εργοδοτικών εισφορών στο κόστος εργασίας και κατ' επέκταση στη συμβολή τους στο επίπεδο απασχόλησης, η μελέτη διαπιστώνει ότι «οι εργοδοτικές εισφορές στην Ελλάδα είναι υψηλές σε σύγκριση με το μέσο όρο στην Ε.Ε. των 15, καθώς αυξήθηκαν από το 21,75%, που ήταν έως το 1987, στο 28% σήμερα. Το μέσο ποσοστό στην Ε.Ε. των 15 είναι 23%.
Σε άλλες χώρες -τονίζεται στη μελέτη- προκειμένου να τονωθεί η ζήτηση για ανειδίκευτη εργασία, οι εργοδοτικές εισφορές για τους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό είναι χαμηλότερες από τις εισφορές για τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Χαρακτηριστικά, στο Βέλγιο είναι 15,5% έναντι 30,4% που είναι οι κανονικές, και στη Γαλλία είναι 17,6% έναντι 42,3%.
http://www.enet.gr/online/online_text/c=114,dt=02.11.2007,id=40151128