Tουρκική εισβολή 1974: Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά
Tουρκική εισβολή 1974: Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά
Η συγγραφή του άρθρου αυτού υπήρξε ιδιαίτερα ζόρικη για μένα, όχι μόνο λόγω των καυτών καλοκαιρινών θερμοκρασιών και των διάφορων άρθρων που πρέπει να τελειώσω να γράφω σύντομα, αλλά κυρίως επειδή θα μου θυμίσει για άλλη μια φορά το συνεχιζόμενο δράμα που υπομένει η Κύπρος για εδώ και 34 χρόνια, από τότε που τα βάρβαρα τούρκικα μεχμετζίκ εισέβαλαν παράνομα στη γλυκεία χώρα Κύπρο, σημαδεύοντας την ιστορία της για πάντα.
Μια μικρή ιστορική αναφορά είναι αρμόζουσα: στις 16 Αυγούστου 1960 η Κύπρος κατέστη επιτέλους μια Ανεξάρτητη Δημοκρατία• παρόλον ότι αυτό γιορτάστηκε σε ολόκληρο το νησί, υπήρχε κάποια ανησυχία μεταξύ των κατοίκων της Κύπρου: οι Ελληνοκύπριοι έβλεπαν την Ανεξαρτησία ως μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση, οι Τουρκοκύπριοι την θεωρούσαν ανακούφιση από την πιθανότητα μιας ένωσης με την Ελλάδα, ενώ οι Αρμένιοι, οι Λατίνοι και οι Μαρωνίτες ανησυχούσαν ως προς το πώς θα τους μεταχειρίζονταν οι Ελληνοκύπριοι στο νεοσύστατο αυτό κράτος, το Σύνταγμα του οποίου σταμπαρίστηκε ως «δοτό». Αυτός ο εύθραυστος συνεταιρισμός που έδινε στην τουρκοκυπριακή μειονότητα του 18% υπέρ-δικαιώματα, με 30% κυβερνητική συμμετοχή και 40% συμμετοχή στο Στρατό και την Αστυνομία, μαζί με Αντιπρόεδρο με δικαίωμα αρνησικυρίας, 3 από τους 10 Υπουργούς και 15 από τους 50 Βουλευτές, δεν προοριζόταν να διαρκέσει πολύ.
Μετά από μια κλιμακούμενη αλληλουχία γεγονότων, η διακοινοτική βία ξέσπασε τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Δεκεμβρίου 1963. Μέχρι το μεσημέρι, ο Αντιπρόεδρος, οι 3 Τ/Κ υπουργοί, οι 15 Τ/Κ βουλευτές και όλοι οι Τ/Κ κυβερνητικοί υπάλληλοι και αστυνομικοί είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους, και λίγο αργότερα κατέλαβαν τα βόρεια τμήματα του κέντρου της Λευκωσίας – ανάμεσά τους το Karaman Zade και τη Νεάπολη, εκδιώκοντας έτσι 231 αρμένικες οικογένειες από την αρχαία τους συνοικία, και στερώντας τους τη μεσαιωνική Εκκλησία της Παναγίας και το Δημοτικό Σχολείο Μελικιάν-Ουζουνιάν. Εντός της Λευκωσίας καθιερώθηκε μια πράσινη γραμμή στις 30 Δεκεμβρίου 1963, η οποία χώριζε τους Ε/Κ από τους Τ/Κ, θέτοντας έτσι τα θεμέλια για περαιτέρω διαχωρισμό.
Τα χρόνια περνούσαν, με πολλά γεγονότα που έκοβαν την ανάσα και οδήγησαν την Κύπρο πάνω από μία φορά στο χείλος ενός πολέμου με την Τουρκία. Ωστόσο, με εξαίρεση το θύλακα της Αγύρτας (που εκτεινόταν από τη Λευκωσία μέχρι και τα περίχωρα της Κερύνειας), η ζωή κυλούσε ειρηνικά, όχι όμως χωρίς εντάσεις. Οι δολοπλοκίες και οι μηχανορραφίες της στρατιωτικής χούντας της Ελλάδας (η οποία τότε έλεγχε την Εθνική Φρουρά), των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου, οδήγησαν στο άνομο πραξικόπημα εναντίον του εκλελεγμένου προέδρου, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, στις 08:20 της Δευτέρας, 15 Ιουλίου 1974. Την ώρα που τα τανκς επιτίθεντο στο Προεδρικό Μέγαρο, ο πρόεδρος Μακάριος ξεναγούσε μια ομάδα μαθητών από την Αίγυπτο. Σύντομα μετά τη διαφυγή του Μακάριου προς το Μοναστήρι του Κύκκου, οι πραξικοπηματίες ανακοίνωσαν πως ήταν νεκρός και εγκατέστησαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο ως τον υποχείριο «πρόεδρό» τους, το Νίκο Σαμψών.
Το άνανδρο πραξικόπημα ήταν η αρχή του τέλους: όσο αναξιοκρατική και προσωποκεντρική ενδεχομένως να ήταν η κυβέρνηση του Μακαρίου, η αμφιλεγόμενη παρουσία του ήταν ένα προπύργιο έναντι όλων των τουρκικών σφετερισμών, ένα οχυρό εναντίον οποιασδήποτε στρατιωτικής παρέμβασης στην Κύπρο. Με το Μακάριο εκτός του παιγνιδιού, η Τουρκία είχε βρει το ιδανικό πρόσχημα για να εισβάλει στην αγαπημένη μας Κύπρο: την «προστασία» των Τουρκοκυπρίων.
Γύρω στις 5:30 π.μ. της 20ης Ιουλίου 1974, πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο σημείο Πέντε Μίλι έξω από την Κερύνεια, και αλεξιπτωτιστές ρίχνονται στο θύλακα της Αγύρτας. Τουρκικά αεροσκάφη βομβάρδισαν την οροσειρά του Πενταδακτύλου και το δάσος της Πάφου, και μέσα σε δύο ημέρες είχαν φθάσει στην Κερύνεια• μολονότι συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός στις 22 Ιουλίου, τα τουρκικά στρατεύματα συνέχισαν την προέλασή τους μέχρι και την 8η Αυγούστου, κατακτώντας περίπου το 3,95% της συνολικής έκτασης της Κύπρου, πατρίδα περίπου 40.000 ανθρώπων. Χάρη στη στρατιωτική αντίσταση της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ (το ελληνικό απόσπασμα στην Κύπρο, που έδρευε τότε δυτικά του Ιππόδρομου), τα στρατεύματα του Αττίλα δεν μπόρεσαν να καταλάβουν σημαντικά τμήματα του κέντρου της Λευκωσίας και των περιχώρων της, ενώ η ηρωική αντίσταση των στρατευμάτων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, βοηθούμενη από την Εθνική Φρουρά, κατάφερε να αποτρέψει τους Τούρκους από το να καταλάβουν το Διεθνές Αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Λίγες μέρες αργότερα, την Τετάρτη, 14 Αυγούστου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο ξανά, με πλήρη ισχύ. Η Λευκωσία, η Αμμόχωστος και πάρα πολλά χωριά βομβαρδίζονταν και δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες κατέφυγαν στη Λάρνακα και το Τρόοδος. Μέχρι τη στιγμή που υπογράφτηκε η κατάπαυση του πυρός στις 18:00, στις 16 Αυγούστου 1974, γύρω στο 33,45% της Κύπρου είχε καταληφθεί. Ακόμη και μετά την κατάπαυση του πυρός, οι Τούρκοι συνέχισαν να καταλαμβάνουν μικρά τμήματα της Κύπρου μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1974, φθάνοντας μέχρι τα βόρεια σύνορα της Βάσης Δεκέλειας, και κυριεύοντας την προεξοχή της Λουρουτζίνας (ελέγχοντας έτσι τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας), την περιοχή Πέτρας-Αγκολέμι-Γαληνής, τα πλούσια μεταλλεία χαλκού στο Μαυροβούνι και το Απλίκι Λεύκας, διατηρώντας επίσης και το στρατηγικό θύλακα των Κοκκίνων, που δεν είναι όμορος με τις κατεχόμενες περιοχές.
Η έκβαση της τουρκικής εισβολής ήταν ολέθρια: 142.000 Ε/Κ και 2.500 Μαρωνίτες πρόσφυγες, 20.000 εγκλωβισμένοι στο βορρά (εκ των οποίων μόνο 485 παραμένουν σήμερα), 3.500 φονευθέντες και περίπου 1.600 αγνοούμενοι. Περί το 34,85% της συνολικής έκτασης της Κύπρου (3.224 Km²), δηλ. 188 χωριά, 39 οικισμοί και 10 Δήμοι είχαν καταληφθεί, μαζί με τμήματα της Λευκωσίας και του Αγίου Δομετίου. Στο πέρασμα των ετών, η Τουρκία διατηρεί σταθερή την παρουσία 43.000 Τούρκων στρατιωτών και 120.000 εποίκων από την Ανατολία, ενώ η πολιτιστική ζημιά που έγινε απλούστατα στερείται οποιουδήποτε ποσοτικού προσδιορισμού• αρκεί να αναφέρουμε ότι από τις 677 κατεχόμενες εκκλησίες και μοναστήρια, ένας ικανός αριθμός έχει βεβηλωθεί ή/και μετατραπεί σε τεμένη, στρατώνες ή αχυρώνες. Επιπλέον, το ψευδοκράτος – που εγκατέστησε η Τουρκία, και αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία και το Πακιστάν – έχει παράνομα και αβάσιμα αλλοιώσει τα ονόματα σχεδόν όλων των κατεχόμενων πόλεων και χωριών και περίπου 21.150 μικροτοπωνυμίων.
Σήμερα, 34 χρόνια από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι, η Κύπρος είναι ένας αρκετά διαφορετικός τόπος: μετά το άνοιγμα ενός μικρού αριθμού σημείων διέλευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές, η κατεχόμενη Κύπρος δεν είναι πλέον εντελώς απροσπέλαστη, εκτός από τις πολυάριθμες στρατοκρατούμενες περιοχές που είναι διασκορπισμένες ολόγυρα. Μπορούμε τώρα ειρηνικά να επισκεφθούμε τα κατεχόμενά μας εδάφη, να δούμε τα αγαπημένα μας σπίτια να κατοικούνται από Τ/Κ ή Τούρκους έποικους, και μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα πανέμορφα χωριά μας να φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου, αφού οι παράνομοι κάτοικοί τους δεν μπαίνουν στον κόπο να τα φροντίζουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε ακόμη να τελέσουμε λειτουργίες σε μερικές εκκλησίες (μόνο αν είσαστε Ελληνορθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί, Μαρωνίτες ή Αγγλικανοί• οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι δεν απολαμβάνουν αυτού του «προνομίου»).
Εκτός από αυτά, υπηρετούμε την Εθνική Φρουρά για 25 μήνες και, ως έφεδροι, μερικές φορές το χρόνο μέχρι την ηλικία των 50, ενώ η ΟΥΝΦΙΚΥΠ διατηρεί την παρουσία της για πάνω από 44 χρόνια τώρα• η νεκρή ζώνη, μια περιοχή 242 Km² που εκτείνεται κατά μήκος του νησιού ανάμεσα στις δύο πλευρές, είναι το βασίλειο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, μολονότι κάπως αναπόφευκτο και αναπότρεπτο, είναι ότι οι πολιτικοί μας ηγέτες συμμετέχουν σε συνομιλίες για τη λύση του κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, η σημασία της οποίας έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό μόνο μόλις πριν μερικά χρόνια, επ’ ευκαιρίας του περιβόητου Σχεδίου Ανάν. Συμπτωματικά (

, το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 24 Απριλίου 2004.
Ενώ οι περισσότεροι πολιτικοί μας φαίνεται να έχουν ομόφωνα συμφωνήσει πως η ομοσπονδία υποτίθεται είναι «η μόνη πιθανή έκβαση των συνομιλιών, βάσει των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε.», κανένας τους δεν είχε την εντιμότητα να μας ενημερώσει σχετικά με την ιστορία της ως λύσης του κυπριακού γρίφου. Μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία είναι στην ουσία η δεύτερη επιλογή της Τουρκίας μετά το τακσίμ (διχοτόμηση). Συμφωνήθηκε αρχικά το 1977, μεταξύ Μακαρίου και Ντενκτάς, σε μια εποχή που ένας σημαντικός αριθμός Ελληνοκυπρίων και Μαρωνιτών συνέχισε να κατοικεί στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, υπό σοβαρές απειλές για τη ζωή τους• επιπρόσθετα, γνωρίζουμε ότι ο Μακάριος ήταν παθιασμένα αντίθετος σε οποιαδήποτε μορφή γεωγραφικής ομοσπονδίας και, λαμβάνοντας υπόψη το χαρακτήρα του, πολύ πιθανόν να ήταν άλλη μια εκδήλωση της πανουργίας του, αφού ήξερε πως ήταν ανεφάρμοστη εκείνη την περίοδο.
Εντούτοις, ο Μακάριος πέθανε λίγο αργότερα, και εν τω μεταξύ οι περισσότεροι από τους Ε/Κ και Μαρωνίτες εγκλωβισμένους αναζήτησαν καταφύγιο στις περιοχές υπό κυβερνητικό έλεγχο, ενώ την ίδια στιγμή ο μουσουλμανικός πληθυσμός αυξήθηκε αστραπιαία, με την εισροή Τούρκων εποίκων από την Ανατολία. Λαμβάνοντας υπόψη τους ρυθμούς γέννησης των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών της Κύπρου, και την ασταμάτητη άφιξη των παράνομων και απολίτιστων εποίκων, η μέρα που ο μουσουλμανικός πληθυσμός θα υπερέχει αριθμητικά των Χριστιανών μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από τώρα.
Μα δεν είναι μόνο η φύση της πιθανής λύσης που με ενοχλεί• άλλα ζητήματα προκαλούν σε εμένα και πολλούς άλλους Κύπριους αρκετά μεγάλη θλίψη και δυσπιστία έναντι της τουρκικής πλευράς. Ξεκινώντας, οι μνήμες είναι ακόμη νωπές από την κτηνώδη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ και τον άνανδρο σκοτωμό του Σολωμού Σολωμού, τον Αύγουστο του 1996 από Τουρκοκύπριους και Τούρκους έποικους, όταν προσπάθησαν να εισέλθουν στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Αμμοχώστου, ενώ η μυστική εν ψυχρώ πολιτική δολοφονία του Θεόφιλου Γεωργιάδη, έξω από το σπίτι του στη Λευκωσία τον Ιούλιο του 1994, στοιχειώνει ακόμη πολλούς Κύπριους μέχρι και σήμερα.
Άλλο δείγμα της αδιαλλαξίας της Άγκυρας είναι το ζήτημα των Βαρωσίων: τα Βαρώσια δεν περιλαμβάνονταν στην ‘επιχείρηση Αττίλα’• ο μόνος λόγος που καταλήφθηκαν από τους Τούρκους είναι επειδή οι κάτοικοί τους, φοβούμενοι για τη ζωή τους, τα εγκατέλειψαν. Οι Τούρκοι κατέκτησαν επίσης τον Άγιο Μέμνωνα και την Κάτω Δερύνεια, και θα έπαιρναν και τη Δερύνεια εάν μερικοί οπλισμένοι Ε/Κ στρατιώτες δεν θεωρούσαν συνετό να ρίξουν μερικούς πυροβολισμούς για να κάμουν την παρουσία τους γνωστή στους εισβολείς. Η περιοχή των Βαρωσίων είναι περιφραγμένη για 34 χρόνια τώρα, με τα κτίριά της να έχουν περιπέσει σε αχρηστία και σφοδρή φθορά εξαιτίας της έλλειψης συντήρησης και της έκθεσης στα στοιχεία της φύσης. Για 34 χρόνια τώρα οι Τούρκοι παίζουν μαζί μας ότι αν κάμουμε τούτο και εκείνο μπορεί να αναλογιστούν να μας δώσουν τα Βαρώσια πίσω, αλλά για 34 χρόνια τώρα ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο δεν μας δόθηκε πίσω. Απεναντίας, το 2000 προέλασαν στην περιοχή των Στροβιλιών. Τι θα μπορούσε πιθανόν να μας κάμει να σκεφτόμαστε ότι θα ήταν ποτέ διατεθειμένοι να δώσουν κάτι πίσω;
Και τελικά, αυτό που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ότι όταν κάποιος αποφασίσει να περπατήσει στην άλλη πλευρά, όλοι οι ευσεβείς του πόθοι διαλύονται για τα καλά: κατ’ αρχή, όχι μόνο πρέπει να δείξουμε το διαβατήριο/ταυτότητά μας, αλλά υποβαλλόμαστε και στη γελοία διαδικασία να πρέπει να καταγράφουμε τις πληροφορίες μας σε ένα φωτοτυπημένο κομμάτι χαρτί, που σφραγίζεται ως «βίζα» για είσοδο στην ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Αυτή η διαδικασία είναι εντελώς αχρείαστη, και διενεργείται καθαρά για να μας δείξει πως υπάρχει ένα «κράτος» στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, το οποίο πρέπει να σεβόμαστε. Η έλλειψη αναγκαιότητας αυτής της χρονοβόρας διαδικασίας (της οποίας το άμεσο αποτέλεσμα είναι ο σχηματισμός ουρών μπροστά από τα κουβούκλια της ψευδοαστυνομίας) αποκαλύπτεται όταν κάποιος χάσει τη χάρτινή του «βίζα»: αφού είναι ήδη καταχωρισμένος στο υπολογιστικό σύστημα της ψευδοαστυνομίας, μικρό το κακό.
Μετά την είσοδό μας στις κατεχόμενες περιοχές, βιώνουμε την τεράστια αντίθεση μεταξύ της ελεύθερης Κύπρου και της κατεχόμενης Κύπρου: η πλειοψηφία των Τούρκων εποίκων και των Τ/Κ ζει σε ρημαγμένα σπίτια, συχνά στερούμενα από επίπλωση την οποία εμείς θεωρούμε ότι είναι στοιχειώδης, και η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε μεταφέρει πίσω στο χρόνο. Όχι μόνο αυτό, αν αποτολμήσουμε να πάμε έστω 200 m. μακριά από τις κεντρικές οδούς, θα βρεθούμε σε μια γη εκκωφαντικής σχεδόν σιωπής και απομόνωσης. Για να μην αναφέρω τους απόκοσμους και οπισθοδρομικούς έποικους με την παράξενή τους συμπεριφορά, τις πολλές τους συζύγους και τις μαντίλες τους, και το γεγονός ότι μιλούν μόνο Τουρκικά. Πώς υποτίθεται ότι θα ζήσουμε μαζί με αυτούς τους ανθρώπους, με τους οποίους δεν έχουμε τίποτε κοινό;
Παρόλα αυτά, πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για τα δικαιώματα του λαού της Κύπρου, και να ελπίζουμε για ένα καλύτερο μέλλον, σε μια ενωμένη Κύπρο (sic).
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
[email protected]
http://www.typos.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=89446