Η άποψη πως ο κάθε καλλιτέχνης, μπορεί να διασκευάσει το πρωτότυπο, είναι γνωστή. Μάλιστα, όχι μόνο στη σύγχρονη εποχή, αλλά και στα αρχαία χρόνια.
Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιοι που λένε πως ούτε ο Ευριπίδης κατάργησε τον ομηρικό Οδυσσέα όταν ανέδειξε διαφορετικές πλευρές του χαρακτήρα του. Άρα κακώς σήμερα κάποιοι αντιδρούν, μιας και ο Νόλαν το ίδιο έκανε.
Ο Ευριπίδης όμως, άλλαξε την αξιολόγηση του Οδυσσέα μέσα στο ίδιο αξιακό σύστημα των αρχαίων, τον έκανε πιο σκληρό και δόλιο, αλλά δεν εισήγαγε μια έννοια εσωτερικής ηθικής μεταστροφής που αλλάζει την ηθική κατάσταση του ατόμου. Ενώ στην ταινία του Νόλαν έχουμε αλλαγή του ίδιου του ηθικού συστήματος, όχι απλώς μια διαφορετική έμφαση σε υπάρχοντα χαρακτηριστικά.
Σε αντιπαραβολή με την Οδύσσεια του Νόλαν, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δεν έγραψαν για ένα κοινό που γνώριζε τον Οδυσσέα μόνο μέσα από τη δική τους σκηνή. Έγραφαν μέσα σε μια ζωντανή προφορική και θρησκευτική παράδοση όπου το ομηρικό υλικό ήταν ήδη κοινό κτήμα και απαγγελλόταν σε γιορτές, διδασκόταν και το ξέρανε όλοι απέξω. Η τραγωδία λειτουργούσε σαν παραλλαγή πάνω σε ένα σταθερό, ευρέως γνωστό υπόβαθρο και το κοινό μπορούσε να τη συγκρίνει, να αντιπαραβάλει και να κρίνει την απόκλιση επειδή το πρωτότυπο ήταν ζωντανό και κοινό αγαθό.
Η Οδύσσεια του Νόλαν προβάλλεται παγκοσμίως, σε εκατομμύρια θεατές που στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν έχουν διαβάσει ποτέ Όμηρο και δεν πρόκειται να τον διαβάσουν. Για αυτούς, η ταινία δεν θα είναι απλώς μια εκδοχή δίπλα σε άλλες, θα είναι η Οδύσσεια, η μοναδική επαφή τους με τον μύθο. Κι όταν η ασυμμετρία ανάμεσα στη διασκευή του Νόλαν και στο πρωτότυπο είναι τόσο τεράστια, η ταινία δεν έρχεται να σταθεί δίπλα στην ομηρική Οδύσσεια, σαν μία ακόμη ερμηνεία της. Για πολλούς ανθρώπους θα γίνει η ίδια η εικόνα της Οδύσσειας, επειδή δεν θα γνωρίσουν ποτέ το πρωτότυπο πίσω από την κινηματογραφική εκδοχή. Μην το παραβλέπουμε αυτό.
Προσωπική μου άποψη είναι πως η δικαιολογία για την ταινία πως ή κάθε εποχή επανερμηνεύει τον Όμηρο, είναι ότι εξομοιώνει την αλλαγή προοπτικής με την αλλαγή ουσίας. Ο Ευριπίδης, όσο σκληρός και να ήταν με τον Οδυσσέα (π.χ. στον Φιλοκτήτη ή στην Εκάβη), δεν αρνήθηκε ποτέ τη μήτιν του, την πολυμήχανη εξυπνάδα που ήταν η ίδια η ουσία της ομηρικής του αρετής. Αμφισβήτησε την ηθική χρήση της, όχι την ύπαρξή της.
Ο Νόλαν αντίθετα, του αντικατέστησε ολόκληρο το αξιακό σύστημα. Τη μητιν και την πολυτροπία, που για τους Έλληνες ήταν αρετή, με την τραυματική ενοχή και τη μετάνοια, που είναι κατηγορίες χριστιανικές και μετανεωτερικές. Όπως παρατήρησε η κλασικίστρια Mary Beard, "χάθηκε το χιούμορ του ομηρικού ήρωα και μαζί του χάθηκε ολόκληρη η ανθρωπολογία της "κοινωνίας της ντροπής που τον γεννούσε". Εδώ δεν έχουμε μια νέα οπτική ματιά πάνω στον ίδιο ήρωα, αλλά αντικαταστάθηκε με έναν άλλο άνθρωπο που τυχαίνει να έχει το ίδιο όνομα.
Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί αντιδρούν πολλοί (που τους κόλλησαν και την ταμπελίτσα haters λόγω της μόδας). Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ο μόνος Έλληνας ηθοποιός μιλά ελληνικά και οι Αμερικανοί χαρακτήρες του απαντούν στα αγγλικά , we are Greeks. Η κληρονομιά του Ομήρου αποδίδεται συμβολικά σε μια σύγχρονη δυτική αφήγηση ταυτότητας, όχι επειδή τη διαπραγματεύεται με τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά επειδή την οικειοποιείται ως πρώτη ύλη για ένα δικό της, ξένο προς τον Όμηρο, εσχατολογικό αφήγημα περί Δύσης.
Ακόμη και ακαδημαϊκοί κλασικιστές που στάθηκαν θετικά απέναντι στην ταινία παραδέχονται ότι η ταινία του Νόλαν, δεν είναι η Οδύσσεια του Ομήρου, είναι η Οδύσσεια του Νόλαν (κάτι που το έχουν καταλάβει ήδη όλοι όσοι έχουν ήδη επαφή με την εκδοχή του Ομήρου), και πρέπει να κριθεί με άλλα κριτήρια.
Αυτό είναι το επιχείρημα όσων διαφωνούν. Η χρήση του ίδιου τίτλου και της ίδιας μυθικής αυθεντίας δεν είναι μια ουδέτερη επιλογή μάρκετινγκ. Πρόκειται για έναν επιτηδευμένο δανεισμό κύρους από την Οδύσσεια, ο οποίος δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πιστότητα στο περιεχόμενο που γέννησε αυτό το κύρος.
Το ότι κάθε γενιά μπορεί να δίνει τη δική της ερμηνεία στην Οδύσσεια ισχύει μόνο όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν πρώτα το πρωτότυπο και μπορούν να το συγκρίνουν με τη νέα εκδοχή. Δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν μια πανάκριβη υπερπαραγωγή γίνεται για ένα παγκόσμιο κοινό η μοναδική εικόνα της Οδύσσειας. Σε αυτή την περίπτωση, η ταινία δεν κάνει απλώς μια προσωπική διασκευή. Διαμορφώνει το πώς θα γνωρίσουν εκατομμύρια άνθρωποι τον Όμηρο. Γι’ αυτό, όταν αλλοιώνει τόσο βαθιά το έργο, η κριτική δεν είναι υπερβολή ούτε απλώς θέμα γούστου. Είναι μια εύλογη αντίδραση κάποιων στην προσβολή του πρωτοτύπου.
Το ουσιαστικό πρόβλημα λοιπόν, δεν είναι ότι ο Νόλαν έκανε μια διαφορετική ταινία. Είναι ότι κράτησε το όνομα, τον μύθο και το κύρος της Οδύσσειας, ενώ αντικατέστησε τον ομηρικό Οδυσσέα ,τον πολυμήχανο, ανθεκτικό και αμφίσημο ήρωα της μήτεως, με έναν σύγχρονο, τραυματισμένο άνθρωπο που αναζητά κυρίως ενοχή και εξιλέωση. Δεν έχουμε μόνο μια αλλαγή σκηνοθετικής ματιάς. Είναι μια αλλαγή του ίδιου του ανθρωπολογικού και ηθικού κέντρου του έργου.
Επομένως, ας κριθεί η ταινία ως αυτόνομο έργο, χωρίς λογοκρισία και χωρίς απαγορεύσεις. Αλλά ας μην προσπερνάμε την κριτική λέγοντας ότι κάθε εποχή επανερμηνεύει τον Όμηρο. Η ελευθερία της διασκευής δεν καταργεί την υποχρέωση να αναγνωρίζουμε πότε δεν ερμηνεύουμε πλέον ένα έργο, αλλά χρησιμοποιούμε το όνομά του για να αφηγηθούμε κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό.
Εν κατακλείδι, δεν αμφισβητώ το δικαίωμα του Νόλαν να δημιουργήσει τη δική του εκδοχή. Αμφισβητώ όμως το αν μια τόσο ριζική μεταμόρφωση μπορεί να παρουσιάζεται απλώς ως μια ακόμη Οδύσσεια.