Ποίηση....γιατί όχι;

Η Βαρβαρα

Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια
Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι
περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει

Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος
της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει
Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει τον αγκίστρωσε τον πιάνει
τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια

Κοίταξε μωρή Βαρβάρα, μη σου μείνει η λαχτάρα
τέτοιος κέφαλος με νύχι, δύσκολα να σου πετύχει
Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήξει
βάστα τον απ’ το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι

Στο καλάθι της τον βάζει κι από την χαρά φωνάζει
έχω τέχνη έχω χάρη ν’ αγκιστρώνω κάθε ψάρι
Για ένα κέφαλο θρεμένο όλη νύχτα περιμένω
που θα ‘ρθεί να μου τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει

Ωωπα... Αϊντε

Πανος Τουντας, 1936 λεμε
 
Θανάτοψις

Ώρες των ματιών κοιτάζοντας μέσα στο ψύχος
Ένα θάνατο τον ανθρώπινο θάνατο

Να πεθαίνουμε είδαμε πώς γίνεται να πεθαίνουμε
Σ’ ένα ρηχό πρόσωπο πιο χαμηλά κι απ’ τα χόρτα
Ήταν η ανάγκη
Ανάμεσα σ’ εκείνους που πέθαναν το δικό τους θάνατο
Κι εκείνους που πέθαναν έναν ξένο θάνατο
Ήταν η ανάγκη
Γι’ αυτό το ταξίδι το κομμάτιασμα
Να βρεις τη ζωή και το θάνατο το δικό σου
Εσύ που πνιγμένος ήσουν έρχεσαι και κάθεσαι
Σ’ αυτό το κάθισμα το πέτρινο το γλειμμένο απ’ το αλάτι
Σώμα βαρύ βουλιαγμένο ανάμεσα στα πρώτα όστρακα
Στα πρώτα θαλασσινά κοχύλια
Και το πρόσωπό σου κενό μουσικής ποντισμένης στο χάος
Εκείνο που μας δέχεται μόνο γυμνούς
Και τα λόγια σου στάζοντας σαν το λιωμένο κερί
Βαθιά μες στις μασχάλες πίκρα πενία και ντροπή
Βαθιά μέσα σε μια σχισμή αρμών εξαρθρωμένων
Ανοίγοντας μες στο ακύμαντο γαλάζιο χέρια ακύμαντα

Έπειτα ήρθε τ’ απομεσήμερο όλο φως και κούραση
Ακίνητο μ’ ένα πουλί που βάθαινε στον ουρανό
Ραγίζοντας προς το σούρουπο τ’ ακύμαντα χέρια σου
Και το σβησμένο σου πρόσωπο
Και τα σημάδια των ποδιών σου
Κάτω από ’ναν ήχο ωρών εσπερινών
Πώς γίνεται
Κι όμως πεθάναμε για να γεννηθεί ο θεός μας
Πέφτοντας μέσα στη νύχτα απ’ το πιο μυτερό μεσημέρι
Άστρα σαν τα νησιά μια νύχτα φυγής
Σ’ αυτό το ψύχος το σκοτάδι τη σιωπή
Στο πουθενά τούτο

Κάνει κρύο μες στο σκοτάδι σε τούτα τα κλίματα
Κι η ατέλειωτη άμμος ασπρίζει σα χιόνι
θα κρυώνεις τ’ ακύμαντα χέρια σου
Το σβησμένο σου πρόσωπο
Θα πεθαίνεις τόσες φορές σ’ έναν άλλον
Κι αυτός άλλες τόσες φορές μέσα σε σένα
Και δε θα ’χεις το θάνατο μέσα σου
Και δε θα ’χεις φωνή μήτε κι άνεμο
Για τ’ ακύμαντα χέρια σου
Να καρφώσεις το αίμα που τρέχει

Αλέξης Τραϊανός
(Μικρές μέρες, 1973)
 
  • Love
  • Like
Reactions: Haagenti and Kosh
Αντε αδελφια... και για το περασμα του χρονου απο το τεταρτο του αιωνα στο ημισυ ενα "ποστ" που ειναι η συνεχεια του προηγουμενου μου.

Η μαλλον ο συσχετικος αντιποδας του... απο την Βαρβαρα παμε στους Βαρβαρους.

Μονο που ο Καβαφης περιμενε να ερθει αυτο που ηταν να ερθει και εκφραζει την απογοητευση που τελικα δεν ηρθε...ενω η Βαρβαρα μερ "νυχτα ξενυχταει" και γραοωνει τελικα αυτο που αναμενει
Και να ταν μονο αυτο...

Βλεπω στο Ελληνικο ιμτερνετ ενα σωρρο "εξηγησεις για τους Βαρβαρους του Καβαφη, πιο βαμενες και πιο ηλιθιες οι μεν απο τος δε λες και το κειμενο δεν εφτανε.

Οποτε θα το βαλω ως αντιπαραθεση στην Βαρβαρα. Δεν πιασαν κανα κεφαλοπουλο στην συγκλητο, αλλα αυτοι που θα ρθουν θα πιασουν. Κριμα να μη ζει στις μερες μας ο ποιητης.

Πολλοι σχιζουν ιματια λεγοντας ο πιο μεγαλος ποιητης κλπ. Ενας σωστος αφηγητης της λογικης και γνωστης της ιστοριας εκφραζε τον πονο του χρονου και του πολιτισμου που βαρενει. Εγω δεν σχιζω τα ιματια μου ουτυε τιποτ'αλλο για την ποιηση του Καβαφη. Απλα λεω οτι ηαν μεγαλος οραματιστης. Δεν ηταν ανθρωπος της εντονης δρασης αλλα ηξερε οτι η αδρανεια καμνει την ιστορια αμειλικτη και οπως λενε "μια του κλεφτη δυο του κελφτη"... Σπουδαιος "γουτσταουεριστ" ο Καβαφης. Να ναι καλα εκει που ειναι.
Αντε και καλο 2026, και στα δικα μας.

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια•
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•

και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•

κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
 
Last edited:
  • Like
Reactions: Th.ARvan
Στάθης Κουτσούνης
Σπουδές για φωνή και ποίηση, 1987

Νυχτερινός απόηχος
Μετρώ τη ζωή μου
με τις ώρες της πέτρας
τα δίχτυα του ήλιου
και τη σιωπή της φωνής σου
που ηχεί πολύ μακριά
ανένδοτος
με τα λάθη της νύχτας
κρατώ εντός μου την πορεία των άστρων

Πορτραίτο
Μου αρέσει η γυναίκα μου
έτσι όπως είναι
με μάτια ξυπόλητα και
γεύση φθινοπωριάτικης βροχής
το κορμί γεμάτο αλκή και αλγηδόνα
σαν μελαγχολία

μου αρέσει η γυναίκα μου
έτσι όπως είναι
καθαρή σαν εξομολόγηση
πόρνη κι όμως παρθένα
ξινή κι όμως γλυκιά
πικρή κι όμως γεμάτη μικρούς θεούς
κρατώντας τη μελωδία του λυγμού της
αντικριστά στο βρέφος της ωδίνης

μου αρέσει η γυναίκα μου
έτσι όπως είναι
κάθετη στη δίνη των καιρών
όστρακο στην πάχνη των μαστών της
αιμορραγούσα και σπερματόχρωμη
μονάχη σαν αγιότοπος
πάντα εγκυμονούσα
πάντα ερωτευόμενη

μου αρέσει η γυναίκα μου
έτσι όπως είναι

διάφανη

Βοή ελπίδων
Κάτι φορές
τα έμβρυα στ’ όνειρό τους
πιάνουν τη φαντασία απ’ τα μαλλιά
και τραγουδούν
και χορεύουν
και βγαίνουν πριν την ώρα τους
κοίτα καλά ν’ ακούσεις θεατή
τον ήχο της δραπέτευσής τους
 
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ 1969)

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε

παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων ή έστω μνημόσυνα.

Όταν δεν έχετε μαντέψει τη δύναμη

που κάνει την αγάπη εφάμιλλη του θανάτου

Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα

χωρίς να τον βασανίζετε

τραβώντας ολοένα το σπάγκο.

Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια ο Νοστράδαμος.

Όταν δεν πήγατε τουλάχιστον μια φορά

στην Αποκαθήλωση.

Όταν δεν ξέρετε κανένα υπερσυντέλικο.

Αν δεν αγαπάτε τα ζώα

και μάλιστα τις νυφίτσες.

Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα οπουδήποτε.

Όταν δεν ξέρετε ότι ο ωραίος Modigliani

τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος

χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του

γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν

κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά

ενοχλώντας το σύμπαν

Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας κι όχι θεία μας.

Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.

Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα είναι μάλλον η εποχή μας.



ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ

Μη με διαβάζετε

όταν έχετε δίκιο.

Μη με διαβάζετε όταν

δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα...

Ώρα να πηγαίνω

δεν έχω άλλο στήθος.
 
  • Like
Reactions: Th.ARvan