Θα μου επιτρέψετε μια μικρή παρέμβαση στη συζήτησή σας.
Πέρα από το γεγονός της εξέγερσης μερίδας του λαού το 1973, η οποία κορυφώθηκε με το Πολυτεχνείο υπάρχουν δυο άλλα θέματα, που προκύπτουν από αυτό:
1. Κατά πόσο τιμωρήθηκαν ή έπρεπε να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι της καταστολής και των δυο δικτατορικών καθεστώτων γενικότερα, ή αν έπρεπε η κάθαρση να προχωρήσει πολύ βαθύτερα.
2. Αν η πολιτική των δυο πρώτων κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης (εθνικής ενότητας και ΝΔ) έπρεπε να είναι η τιμωρία με τη μορφή της ρεβανς ή αν θα έπρεπε να μπει μπροστά η πολιτική της λήθης, δηλ. να περιοριστούν οι δίκες και καταδίκες στους πρωταιτίους και στα πρωτοπαλίκαρα και οι υπόλοιποι απλώς να ζουν τα επόμενα χρόνια μέσα στην κοινωνία με το στίγμα του απριλιανού.
Τολμώ να συνταχθώ με την άποψη του Σπύρου (όχι τώρα, είναι μια δεκαετία περίπου), καθώς, η πολιτική αυτή (της μεγαλοψυχίας του δημοκρατικού καθεστώτος) αποδείχθηκε στην πράξη καλύτερη από τις πρακτικές της Ισπανίας με τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1936 και τον Φρανκισμό και -κυρίως- τη δικτατορία στην Πορτογαλία (Σαλαζάρ) και τον τρόπο που έληξε και υλοποιήθηκε η δική τους αποχουντοποίηση. Αλλά και σε σχέση με τον δικό μας Εμφύλιο Πόλεμο.
Ουσιαστικά κανείς δεν ασχολείται στην Ελλάδα με τα της δικτατορίας, αντίθετα το ζήτημα του Εμφυλίου (1946-1949) είναι ανοιχτό ιδεολογικά, κι αυτό διότι μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων ο νικητής προσπάθησε να απαξιώσει και ηθικά τον ηττημένο, άρα ο ηττημένος δεν θα αποδεχθεί ποτέ την ήττα του, διότι θα έχει να αντιμετωπίσει και την ηθική συντριβή του. Και περιλαμβάνω σε αυτό τις κατηγορίες των μεν ότι στην προσπάθειά του το ΚΚΕ να μείνει ζωντανό το 1949 προέβη σε εθνική προδοσία, ενώ το ίδιο το ΚΚΕ και οι συνοδοιπόροι του αντλούν την συμπόρευση με τον ελληνικό λαό, ακριβώς από την εποχή του ΕΑΜ και αποκρούουν τις όποιες κατηγορίες για ξενοκίνητο κίνημα.
Λοιπόν η πολιτική των πρώτων κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης κινήθηκε μάλλον προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αφαίρεσε κάθε ιδεολογικό στήριγμα, όπλο, θέση, χρησιμοποιείστε όποια λέξη θέλετε, από τους νοσταλγούς είτε της χούντας, είτε της περιορισμένης λαικής κυριαρχίας.