Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.
Και δίνεται η αφορμή για μερικά επί πλέον σχόλια.
Αλλά ποιό απ' όλα τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αυτό που χρειάζεται ν' απαντηθεί;
α) Αν ακούγονται τα αρχεία υψηλής ανάλυσης; Ή μήπως -στην περίπτωση που ακούγονται- οι διαφορές είναι πολύ μικρές, επουσιώδεις, σε σχέση πάντα με τη στάνταρ CD ανάλυση (44,1 KHz/16 Bits).
β) Αν ακούγονται τα παραπάνω αρχεία υψηλής ανάλυσης σε συνθήκες φορητότητας; Και τι εννοούμε με τον όρο φορητότητα; Ή μήπως δεν αξίζει καν ο κόπος ν' ασχοληθούμε με τέτοια αρχεία κάτω από αυτές τις συνθήκες και πρόκειται απλά για ένα ακόμα κόλπο του μάρκετινγκ;
Ας τα δούμε.
1. Ακούγονται λοιπόν τα αρχεία υψηλής ανάλυσης;
Οι απόψεις μου είναι αναλυτικά γραμμένες σ' ένα παλιότερο άρθρο:
Από το βινύλιο στο CD. Από το CD στις Ηχογραφήσεις Υψηλής Ανάλυσης. Όποιος δε βαριέται, ας διαβάσει.
Πολύ χοντρικά όμως και εντελώς πρακτικά μπορούμε να πούμε ότι άλλο η υψηλή ανάλυση και άλλο ο ρυθμός δειγματοληψίας. Η υψηλή ανάλυση, δηλαδή το βάθος σε bits ακούγεται, ακόμα και σε φτηνά συστήματα, αρκεί να έχουν κάποια στοιχειώδη αναλυτικότητα.
Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το ρυθμό δειγματοληψίας (smple rate). Οι διαφορές στο ρυθμό δειγματοληψίας, αν ακούγονται θα πρέπει να είναι εντελώς στα όρια. Και αν υπάρχει περίπτωση ν' ακουστούν, θα πρέπει η μεν ηχογράφηση να αγγίζει τα όρια της τελειότητας, ότι κι' αν αυτό σημαίνει, το δε σύστημα αναπαραγωγής να είναι υπεραναλυτικό.
Θα προσπαθήσω ν' ανεβάσω μερικά σχετικά παραδείγματα, ώστε να μπορούμε όλοι να έχουμε μία αναφορά. Απλά παρακαλώ, δώστε μου λίγο χρόνο.
Εν τω μεταξύ για να γίνω πιο κατανοητός: η διαφορά μεταξύ 44,1/24 και 44,1/16 σαφώς ακούγεται και χωρίς δυσκολία.
Τη διαφορά όμως μεταξύ 44,1/16 (CD) και 48/16 (πολλά μουσικά DVD) πολύ αμφιβάλλω, αν μπορεί να την ακούσει κανείς.
Κι' αν ποτέ θα έπρεπε να διαλέξουμε ανάμεσα σε 44,1/24 και 192/20 ή 192/16 σαφώς το πρώτο θα έπρεπε να διαλέξουμε.
Και οι διαφορές ανάμεσα σε 48/24, 88.2/24, 96/24, 176.4/24, 192/24 για τις οποίες γίνεται τόσος λόγος; Πολλοί εκτιμούν ότι ακούν διαφορές προς το καλύτερο, όταν το πρόγραμμά ή η συσκευή αναπαραγωγής κάνουν upsample. Εδώ θα πρέπει να δεχτούμε μάλλον αυτό που προβλέπει η κυρίαρχη θεωρία, ότι οφείλεται στην πιο ομαλή λειτουργία των βαθυπερατών φίλτρων των DAC's.
Για τις διαφορές ανάμεσα στις ποικίλες αναλύσεις και ρυθμούς δειγματοληψίας, που υποτίθεται πως πρέπει να λάβει υπ' όψη του κανείς, προκειμένου να διαλέξει ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικά προσφερόμενα format προς επιλογή εκ μέρους των γνωστών μας εταιρείών Hi-Res downloading, όπου πολλοί εντοπίζουν διαφορές, έχω μία πολύ σοβαρή επιφύλαξη:
Η ηχογράφηση και κατόπιν η μίξη, περαιτέρω επεξεργασία και mastering γίνονται σε μία
αρχική ανάλυση και ρυθμό δειγματοληψίας (π.χ. 96/24). Όλες οι περαιτέρω προσφερόμενες ποιότητες με το ανάλογο αντίτιμο, δηλαδή τα πολλά και διαφορετικά format,
ποροέρχονται από μετατροπή, είτε προς τα κάτω, είτε και προς τα πάνω. Ποιό είναι το αρχικό format ηχογράφησης και επεξεργασίας από το οποίο προήλθαν όλα τα υπόλοιπα εμείς δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε. Η μετατροπή γίνεται με μαθηματική επεξεργασία. Και η μαθηματική επεξεργασία εμπεριέχει κάποιο σφάλμα, έστω πολύ μικρό.
Για να αποδειχτεί αν υπάρχουν
πραγματικές διαφορές και πόσες ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικά format, αναλύσεις και ρυθμούς δειγνατοληψίας χρειάζεται ένα πείραμα, που απ' όσο ξέρω δεν έχει γίνει ως σήμερα:
Να
ηχογραφηθεί ταυτόχρονα το ίδιο ηχητικό-μουσικό γεγονός
υπό τις αυτές ακριβώς συνθήκες και με τον ίδιο ακριβώς εξοπλισμό σε
πολλαπλά format.
1α. Ωραία, κάποιες διαφορές όπως αναλύθηκε υπάρχουν. Είναι όμως μικρές, επουσιώδεις, ανάξιες λογου;
Και η απάντηση εδώ είναι:
Εξαρτάται.
Κατ' αρχήν το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η ίδια η ηχογράφηση.
Μία καλή ηχογράφηση είναι μία καλή ηχογράφηση. Είναι μία καλή ηχογράφηση. Είναι μία καλή ηχογράφηση.
(παραφράζοντας το γνωστό ποιήμα)
Και θα ακουστεί καλά παντού. Σε καλά και ακριβά συστήματα, σε μέτρια και οικονομικά, αλλά και σε φτηνά. Όταν υπάρχει μία καλή ηχογράφηση, τότε μπορούμε να συζητάμε για διαφορές των format. Διότι τότε είναι και ευκολότερο ν' αναδειχτούν. Αλλιώς δεν έχει νόημα.
Δεύτερον και εφ' όσον προϋπάρχει μία καλή ηχογράφηση, το ίδιο το είδος της μουσικής και το συχνοτικό περιεχόμενο της. Δηλαδή ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής μπορεί να έχει περισσότερες απαιτήσεις πιστότητας από ένα άλλο, οπότε και οι διαφορές φαίνονται πιο εύκολα. Χοντρικά θα λέγαμε ότι η ακουστική μουσική (π.χ. κλασσική, τζαζ) έχει περισσότερες απαιτήσεις πιστότητας από την "ηλεκτρική". Αλλά και μέσα στο ίδιο είδος μουσικής. Π.χ. ο Μίκης Θεοδωράκης με περιορισμένη μάλλον τη γκάμα των συχνοτήτων στις ενορχηστρώσεις του έχει πολύ μικρότερες απαιτήσεις πιστότητας από τον Μάνο Χατζιδάκι που οι ενορχηστρώσεις του χρησιμοποιούν πολύ μεγαλύτερο πλούτο σε ηχοχρώματα. Αυτό δεν αναιρεί την αξία ούτε του ενός, ούτε του άλλου. Όμως για ν' απολαύσεις το έργο του Μίκη μπορείς άνετα και με mp3 μέσου bitrate, ενώ για το Μάνο χρειάζεται κάτι παραπάνω...
Πάντως -αυτό να το πούμε- οι διαφορές στα format είναι σε τάξη μεγέθους μικρές. Οι μικρότερες απ' όλες τις άλλες διαφορές που παρατηρούμε, όσοι ασχολούμαστε με τον ήχο (π.χ. διαφορές ανάμεσα σ' ενισχυτές ή ανάμεσα σε καλώδια).
Κι' όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα τα ψηφιακά μέσα αναπαραγωγής, hardware και software, μπορούμε ν' απολαμβάνουμε άνετα τη μουσική μας σ' όποιο format κι' αν τη βρίσκουμε.
Προσωπικά, όσο μ' αφορά, έχω γίνει πολύ πρακτικός κι' απολαμβάνω τη μουσική που μ' αρέσει όπου τη βρώ, σε όλα τα format. Βινύλια, DSD και εγγραφές υψηλής ανάλυσης, CD, mp3, Youtube κλπ. Αναγνωρίζω τις διαφορές και ο ο εξοπλισμός μου μου επιτρέπει να τις διακρίνω. Αλλά περισσότερη σημασία έχει το ίδιο το περιεχόμενο.
2α. Τι εννοούμε με τον όρο φορητότητα; Κατ' αρχήν θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φορητότητα έχει διαβαθμίσεις. Υπάρχει η φορητότητα όπου μπορείς να μεταφέρεις ένα μικρό σύστημα από χώρο σε χώρο με μιά τσάντα μεταφοράς. Ένα τέτοιο σύστημα που συζητήσαμε πρόσφατα είναι π.χ.
αυτό.
Ή
αυτό.
Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει αμφιβολία πως έχουμε μικρά Hi-End συστήματα, που απλά μεταφέρονται σχετικά εύκολα.
Είναι φανερό πως εδώ μας απασχολεί μία άλλη φορητότητα, η ατομική, που χρησιμοποιεί ως κύριο μέσο αναπαραγωγής τα ακουστικά. Η πηγή μας μπορεί να είναι με κατάταξη μεγέθους ένα laptop, ένα NetBook, ένα Tablet, ένα iPod/media Player, ή ένα κινητό.
2β. Ακούγονται λοιπόν τα αρχεία υψηλής ανάλυσης με τις παραπάνω πηγές;
Για τα Laptops/NetBoks είναι γνωστό ότι αυτό ήδη γίνεται με την προσθήκη ενός DAC. Συνήθως για οικιακή χρήση σε κάποια μόνιμη λίγο-πολύ εγκατάσταση.
Τη χρονιά που μας πέρασε όμως έκαναν την εμφάνιση τους DAC's πολύ υψηλής ποιότητας με σύνδεση USB, μικρά σε μέγεθος παλάμης (Audioquest Dragonfly, Meridian Explorer, όλα τα προϊόντα της
Hi Resolution Technologies κλπ). Η ποιότητα των παραπάνω και οι δυνατότητες τους είναι δεδομένες. Το εξαιρετικά μικρό τους μέγεθος και η πιθανότητα να συνδυαστούν και με τις άλλες φορητές πηγές δημιουργεί μία καινούργια ποιοτικά κατάσταση στον κόσμο της φορητής μουσικής αναπαραγωγής. Τα μηχανάκια αυτά μπορούν να παίξουν τα αρχεία υψηλής ανάλυσης, για τα οποία κάνουμε λόγο, κοντράροντας στα ίσα τους μεγάλου μεγέθους αντιπάλους τους. Από τη μεριά της πηγής λοιπόν δεν υπάρχει πρόβλημα.
Από τη μεριά των ακουστικών; Τα μεγάλου -κανονικού μάλλον- μεγέθους ακουστικά (π.χ. Sennheiser 650) ξέρουμε πως μπορούν να είναι εξαιρετικά αναλυτικά, πολλές φορές πολύ πιο αναλυτικά από πολλά μεγάλα συστήματα. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα, μπορούν ν' αναπαράγουν και ν' αναδείξουν με άνεση τα πάντα. Δεν είναι για το δρόμο όμως. Για το δωμάτιο, για το εξοχικό, το ξενοδοχείο, οπουδήποτε κάποιος κάθεται. Αλλά όχι για το δρόμο. Και σίγουρα δεν μπορείς να τα βάλεις στην τσέπη σου ή στο πορτοφόλι σου. Έχουν κάποιο μέγεθος.
Τα άλλα ακουστικά; Οι ψείρες που βλέπουμε να φοράνε πολλοί στο δρόμο; Τις περισσότερες φορές δεν είναι σε θέση ν' αναπαράγουν αξιοπρεπώς την ποιότητα CD που είναι το στάνταρ. Ούτε λόγος να γίνεται για υψηλές αναλύσεις και άλλα format.
-Όχι όμως όλα. Υπάρχει μία κατηγορία τα In Ear Monitors (IEM's) μερικά από τα οποία είναι κυριολεκτικά πανάκριβα. Δεν έχουν απολύτως τίποτα να ζηλέψουν σε ηχητική απόδοση από τα κανονικού -συνήθους μεγέθους- ακουστικά.
Εντελώς πρόσφατα απέκτησα ένα τέτοιο ζευγάρι IEM. Τα Shure SE-215. Βρίσκονται μόνιμα μέσα στο πορτοφόλι μου. Και πραγματικά έχουν όλες τις δυνατότητες και την ποιότητα των μεγάλων ακουστικών. Η δυνατότητα λοιπόν της αναπαραγωγής και ακρόασης υλικού υψηλής ανάλυσης από μικροσκοπικά συστηματάκια που χωράνε κυριολεκτικά στην τσέπη μας συνεπώς υπάρχει και είναι ήδη εδώ.
Έτσι το επόμενο ερώτημα είναι:
2γ. Αξίζει ο κόπος ν' ασχοληθούμε με αρχεία υψηλής ανάλυσης σε μικροσκοπικά συστήματα τσέπης ή πρόκειται απλά για ένα ακόμα κόλπο του μάρκετινγκ;
Η γνώμη μου είναι πως στο σημείο αυτό ο καθένας αξιολογεί μόνος του τις ανάγκες του και κάνει απλά αυτό που τον βολεύει.
Για παράδειγμα εμένα προσωπικά δεν μ' αρέσει να ακούω μουσική στο δρόμο. Και θεωρώ ότι μου αποσπά την προσοχή. Μου αρέσει όμως να στις διακοπές μου, ή στο χωριό όπου συχνά βρίσκομαι, να πηγαίνω στην τοπική καφετέρια με το NetBook και τ' ακουστικά. Στην περίπτωση αυτή ναι, θέλω ν' ακούω όσο το δυνατόν πιο ποιοτικά. Και μάλιστα τα IEM's προσφέρουν και εξαιρετική απομόνωση. Είναι ότι πρέπει, όταν εκεί παίζουν κάτι εκνευριστικά κακόγουστα κομμάτια!
Επίσης μ' αρέσει ν' ακούω μουσική πριν κοιμηθώ. Το κινητό μαζί με τα IEM's είναι η πιο βολική λύση. Αν κάποια μουσικά κομμάτια τυχει να βρίσκονται σε υψηλή ανάλυση δεν έχω αντίρρηση. Απλά δεν είναι για μένα ιδιαίτερα σημαντικό. Το σπουδαίο για μένα είναι να μ' αρέσει η μουσική μου.
Τα αποθηκευτικά μέσα πάντως -κάρτες μνήμης κλπ.- αποκτούν όλο και μεγαλύτερες χωρητικότητες και γίνονται όλο και φτηνότερα. Τούτο και μόνο του κάτι δείχνει.
Το μάρκετινγκ και οι εταιρείες σίγουρα ωφελούνται απ' όλα αυτά, αλλά δεν παύουν να δημιουργούνται συνέχεια καινούργιες δυνατότητες...