Τον τελευταίο καιρό, ειλικρινά αναρωτιέμαι πολλές φορές αν η στάση που κρατάω απέναντι στα πράγματα δικαιολογείται από την κατάσταση στην κοινωνία αλλά και από την προσωπική μου θέση σε αυτή. Εξ αφορμής, αυτό που μου έχει προκαλέσει τις περισσότερες απορίες είναι το "πού βρίσκονται τα όρια του καθενός".
Ουσιαστικά λοιπόν, η αντίδραση του καθενός απέναντι στα πράγματα (όχι η εναντίωση, απλά η αντίδραση) εκπορεύεται από δύο πηγές:
Η μια είναι το ιδεολογικό-πολιτικό υπόβαθρό του. Δηλαδή η προσπάθεια αναζήτησης της «κοινωνικής αλήθειας» αν μου επιτρέπετε τον όρο, η αναζήτηση του μέσου που θα φέρει ένα καλύτερο αύριο στο σύνολο του κόσμου ή στον εαυτό μας ή την επιχείρησή μας, ανάλογα με την οπτική μας. Η δημιουργία αυτού του υποβάθρου, προϋποθέτει σε ανύποπτο χρόνο στοιχειώδη σκέψη αρχικά και μελέτη στη συνέχεια. Και τα δύο δυστυχώς σπανίζουν.
Αυτό όμως που με έχει προβληματίσει περισσότερο είναι η άλλη πηγή αντίδρασης. Είναι αυτή που γεννάται από το προσωπικό συμφέρον και την ανάγκη υπεράσπισή του και ας μην υποτιμάται καθόλου ως κίνητρο. Και εξηγούμαι. Όλα τα «μέτρα» μέχρι στιγμής αγγίζουν στην ουσία τους μεσοαστούς περισσότερο από κάθε άλλη τάξη, και μάλιστα όχι μόνο τα εργαζόμενα μέλη μιας μεσοαστικής οικογένειας αλλά ακόμα και τα τέκνα τους και τους γονείς τους ως συνταξιούχους. Περιληπτικά όσα έγιναν και όσα πρόκειται να γίνουν περιλαμβάνουν περικοπές μισθών, συντάξεων, αυξήσεις τιμών λόγω ΦΠΑ, έμμεσων φόρων, απαξίωση δημόσιας παιδείας, αύξηση ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση και αύξηση ετών εργασίας, διάλυση ιατρικής και φαρμακευτικής κάλυψης, μείωση επιδομάτων ανεργίας, διευκόλυνση απολύσεων και ελαστικών σχέσεων εργασίας, μείωση αποζημιώσεων, μείωση βασικού μισθού, κατάργηση συλλογικής σύμβασης, και πολλά άλλα που τείνουν να μετατρέψουν τη ζωή όλων σε επεισόδιο του survivor…Αδυνατώ να σκεφτώ ποια μαζική κατηγορία πολιτών δεν αφορά κάτι από τα παραπάνω.
Και έρχομαι στο κρίσιμο ερώτημα. Εντάξει, μερικοί άνθρωποι κινούμαστε με βάση την πρώτη πηγή κινήτρων και λόγω της ματαιοδοξίας μας(?), του ψευτοηρωισμού μας(?), της βλακείας μας (?) ή όποιας άλλης ψύχωσής μας, έχουμε κάνει την επιλογή μας να ταχθούμε απέναντι σε αυτά τα μέτρα που «σκοτεινιάζουν» τον κόσμο για τα επόμενα 50 χρόνια. Υπάρχουν επίσης και κάποιοι που τάσσονται ανοιχτά υπέρ είτε λόγω της πρώτης είτε λόγω της δεύτερης είτε και λόγω και των δύο πηγών. Είναι σίγουρο δε, ότι οι δυο παραπάνω κατηγορίες δεν αποτελούν πάνω από το 10% του συνόλου του πληθυσμού.
Το υπόλοιπο 90% τι κάνει…;
Ας μου απαντήσει κάποιος. Αισθάνονται ότι δεν τους αφορά το μέλλον; Διατηρούν την ελπίδα ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα; Και αν ναι, πού το βασίζουν; Δεν έχουν όρεξη και κουράγιο να ασχοληθούν; Αυτοί που είναι 20-22 χρονών και έμαθαν χθες ότι θα προσλαμβάνονται με μισθό 600 ευρώ και δοκιμαστικά για 14-16 μήνες (οπότε και θα απολύονται χωρίς αποζημίωση) πώς νιώθουν; Ποιος περιμένουν να τους σώσει και πώς; Εγώ που καθαρίζω 25-27.000 το χρόνο, η θέση μου δεν κινδυνεύει, τι δουλειά έχω στο δρόμο να παίζω κορώνα-γράμματα το κεφάλι και τη δουλειά μου; Πες μου γιατρέ μου, είμαι καλά; Μήπως οι άλλοι είναι καλύτερα; Εκεί που πάει η χώρα, να πάω κι εγώ μαζί της ή να πάω προς άλλη κατεύθυνση…;
ΥΓ. Θυμήθηκα την ανοιχτή επιστολή του Ντοκ που ήταν και αφορμή για αυτό το ποστ και δεν ξέρω αν πρέπει να τον μιμηθώ στην ανοχή του. Δεν μπορώ όμως. Έχω κόψει την «καλημέρα» σε αρκετούς τον τελευταίο καιρό και δεν αισθάνομαι τύψεις για αυτό. Έχω κερδίσει βέβαια και πολλές άλλες, νέες «καλημέρες», ίσως πιο ειλικρινείς.