Οι 2 πρώτες κάτω Οκτάβες
Εισαγωγή. Η φυσιολογική ανθρώπινη ακοή μπορεί να αντιλαμβάνεται συχνότητες από 16-20.000Hz (1 Hz = 1 κυκλος/sec).
Οι συχνότητες κάτω από τα 16 Hz ονομάζονται υποηχητικές.
Οι συχνότητες πάνω από τα 20000 Hz (=20KHz) ονομάζονται υπερηχητικές.
(Οι υποηχητικές και υπερηχητικές συχνότητες δεν γίνονται αντιληπτές με το όργανο της ακοής, το ανθρώπινο αυτί, μπορούν να γίνουν όμως αισθητές με άλλους τρόπους. Ως δονήσεις οι υποηχητικές. Ως θερμότητα οι υπερηχητικές), κλπ.
Όμως το ανθρώπινο αυτί έχει και μία παράξενη ιδιότητα. Ακούμε συχνότητες που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν!
Θα δώσω ένα παράδειγμα.
Έστω ότι η συχνότητα αποκοπής χαμηλού του ηχείου είναι τα 55Hz. Η θεμελιώδης συχνότητα της κάτω-κατω νότας του ακουστικού μπάσου είναι 32Hz. Του πιάνου 28Hz. Κανένα ηχείο από τα συνήθη ανεξαρτήτως κόστους δεν τις αναπαράγει αυτούσιες. (Εκείνα που το κάνουν είναι θηριώδη και κοστίζουν πολλές δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ).
Τι παίζει λοιπόν το ηχείο μας με την αποκοπή των 55Hz από την πρώτη νότα; Θα παίξει πολύ αδύναμα λόγω αποκοπής τη θεμελιώδη, τα 32Hz. Έπειτα θα παίξει κανονικά τις αρμονικές της. Δηλαδή τα ακέραια πολλαπλάσια (x2, x3, x4, x5 κλπ) της. Δηλαδή 64, 96, 126, 160Hz, κλπ. (=x2, x3, x4, x5).
Το ίδιο και στο πιάνο:
Τα 28Hz σχεδόν δεν θ' ακούγονται. Θα παίζουν όμως τα 56, 84, 96, 140Hz, κλπ. (=x2, x3, x4, x5).
Εμείς όμως "ακούμε", ή νοιώθουμε ότι ακούμε και την πολύ χαμηλή νότα, παρόλο που η θεμελιώδης λείπει και στην πραγματικότητα δεν την ακούμε.
Έχουμε την εντύπωση ότι παράγονται και οι πολύ χαμηλές, επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος τις αναπληρώνει, "μεταφράζοντας" τις αρμονικές σε πιο χαμηλές νότες. Αυτός είναι και ο λόγος που ακούμε και αναγνωρίζουμε ένα μουσικό κομμάτι και από ένα μικρό τρανζιστοράκι (ή από το κινητό μας), παρόλο που αναπαράγει ένα πολύ μικρό μέρος του ακουστικού φάσματος.
Εσφαλμένο το παράδειγμα, αλλά εξίσου εσφαλμένη και η δική σου οπτική περί αυτοκινήτων και ηχείων...
Τα Ls3/5 αν ήταν αυτοκίνητο θα ήταν Fiat 500 που κάνει πράγματα που άλλα (καλύτερα) αυτοκίνητα δεν μπορούν να κάνουν.. πχ να παρκάρει εκεί που μια Ferrari δεν μπορεί...
Βάζοντάς του sub είναι σαν να το κάνεις Abarth 500 και αυτό εγκυμονεί κινδύνους.. οι αυτοκινητόβιοι ξέρουν τι εννοώ.....
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Τι ανακατεύομαι με παραδείγματα αυτοκινήτων, ο άσχετος!

Αντε τώρα να ψάχνω τι είναι το Abarth 500 και να διαβάζω Wikipedia!

Θα παραδεχτώ λοιπόν ότι οι συγκρίσεις με αυτοκίνητα είναι ατυχείς. Κι' ας πάμε στον τομέα που ξέρουμε καλά εδώ.
Ο χαρακτήρας του BBC Monitor. Το LS3/5a είναι ηχείο monitor που φτιάχτηκε αρχικά για μικρούς χώρους. Λόγω μεγέθους δεν μπορεί να κατεβεί πολύ χαμηλά. Έχει όμως μιά αύξηση (ένα "φούσκωμα") στις συχνότητες γύρω από τα 80-120Hz. Και αυτό υποκειμενικά για λόγους της ψυχοακουστικής που προσναφέραμε, δίνει την αίσθηση ενός πολύ καλού μπάσου.
Γιατί; Διότι πολύ απλά είναι η περιοχή που αναπαράγονται οι πρώτες αρμονικές των πολύ χαμηλών συχνοτήτων (οι θεμελιώδεις κυμαίνονται από 20-60Hz). Και αυτό δίνει την εντύπωση ότι παράγονται και οι πολύ χαμηλές, επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος τις αναπληρώνει, όπως είπαμε, "μεταφράζοντας" τις αρμονικές σε πιο χαμηλές νότες.
Έχοντας υπόψη τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι το LS3/5a δεν είναι Flat, αλλά έχει συγκεκριμένο χαρακτήρα, ο οποίος όμως είναι εξαιρετικά επιτυχημένος.
Έχουν λοιπόν κάποιο δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι κάθε επέμβαση κάτω από τις συχνότητες αποκοπής του LS3/5a (με Sub) -δηλαδή κάτω από τα 80-70Hz- μπορεί να του αλλάξει το χαρακτήρα και ότι αυτό δεν είναι επιθυμητό, διότι το συγκεκριμένο ηχείο μας αρέσει γι' αυτό που είναι και όχι για κάτι άλλο.
Υπάρχει όμως και η άλλη περίπτωση. Έχουμε ένα ηχείο που είναι Flat (περίπου) σε όλο το φάσμα και από μία συχνότητα και κάτω (π.χ. 60Hz) ξεκινάει μία
ομαλή αποκοπή.
Εδώ η προσθήκη Sub μόνο καλό μπορεί να κάνει.
Και μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Ποιό τρόπο θα ακολουθήσουμε εξαρτάται από τις δυνατότητες του ίδιου του Sub και από τις δικές μας προτιμήσεις.
Προσθέτοντας Subwoofer.
1ος τρόπος. Προσθήκη και συμπλήρωση της 2ης και 1ης κάτω οκτάβας.
Όλα τα Subwoofer περιλαμβάνουν Low Pass filter (βαθυπερατό φίλτρο). Το Low Pass filter αποκόπτει από το φάσμα όλες τις συχνότητες πάνω από την οριζόμενη επιτρέποντας να περάσουν μόνο οι πιο κάτω. Με αυτές τροφοδοτείται και παίζει το Sub.
Εδώ
ξεκινώντας από τη συχνότητα αποκοπής χρησιμοποιούμε το Low Pass filter (βαθυπερατό φίλτρο) του Sub και ενισχύουμε το κάτω μέρος του φάσματος. Τα κυρίως ηχεία εξακολουθούν να παίζουν μέχρι εκεί που φθάνουν, αλλά υποβοηθούνται από το Sub που τα συμπληρώνει από το σημείο και κάτω που αρχίζουν να είναι αδύναμα.
Πόσο; Όσο ακριβώς λείπει. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Είναι το μέρος που τα κυρίως ηχεία δεν φθάνουν. Δεν γίνεται καμμία παρέμβαση στο παίξιμο των ηχείων,
ούτε αλλάζει ο χαρακτήρας τους. Είναι ο απλούστερος και ο πιο συνηθισμένος τρόπος, δεδομένου ότι όλα τα Subwoofers έχουν Low Pass Filter.
Το Sub λειτουργεί ως
συμπλήρωμα.
2ος τρόπος. Προσθήκη και αντικατάσταση της 2ης και 1ης κάτω οκτάβας.
Εδώ το Sub περιλαμβάνει εκτός από το Low Pass filter (βαθυπερατό φίλτρο) και Hi Pass filter (υψιπερατό φίλτρο). Το Low Pass filter αποκόπτει από το φάσμα όλες τις συχνότητες πάνω από την οριζόμενη επιτρέποντας να περάσουν μόνο οι πιο κάτω. Με αυτές τροφοδοτείται και παίζει το
Sub.
Το Hi Pass filter αποκόπτει από το φάσμα όλες τις συχνότητες κάτω από την οριζόμενη επιτρέποντας να περάσουν μόνο οι πιο πάνω. Με αυτές τροφοδοτούνται και παίζουν τα
κυρίως ηχεία.
Δηλαδή με το συνδυασμό Low-Pass filter και Hi-Pass filter ορίζουμε στο ακουστικό φάσμα μία
ζώνη χαμηλών συχνοτήτων που εντός της παίζει το Sub, ενώ πάνω από αυτήν παίζουν τα κυρίως ηχεία.
Ξεκινώντας από τη συχνότητα αποκοπής χρησιμοποιούμε το Low Pass filter σε συνδυασμό με το Hi-Pass filter και ορίζουμε τη ζώνη συχνοτήτων που εντός της θα παίζει μόνο το Sub.
Πάνω από αυτήν παίζουν μόνο τα κυρίως ηχεία.
Με αυτό τον τρόπο οι χαμηλές συχνότητες παίζουν αποκλειστικά από το Sub.
Τα κυρίως ηχεία παίζουν από τη ζώνη του Sub και πάνω.Δηλαδή τις χαμηλές και πολύ χαμηλές συχνότητες αναλαμβάνει το Sub, ενώ τις μεσαίες και υψηλές τα κυρίως ηχεία.
Το πλεονέκτημα αυτού του τρόπου είναι ότι τα κυρίως ηχεία αφενός μπορούν να παίζουν πιο δυνατά, αφετέρου ότι μειώνονται οι παραμορφωσεις, διότι είναι απαλλαγμένα από τις διαδρομές των χαμηλών συχνοτήτων, τις οποίες έχει αναλάβει το Sub.
Κατευθυντική πληροφορία στις χαμηλές συχνότητες δεν υπάρχει. Οπότε σε αυτό το θέμα δεν έχουμε πρόβλημα.
Το πρόβλημα εδώ είναι να πετύχουμε το Sub με τα κυρίως ηχεία να παίζουν ως ενιαίο ομοιογενές σύνολο. Για να το πετύχουμε χρησιμοποιούμε διάφορα εργαλεία και μεθόδους ρυθμίζοντας την ευαισθησία προκειμένου η ένταση του Sub να είναι όση απαιτείται για να παίζει μαζί με τα κυρίως ηχεία ως ενιαίο σύνολο. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Και να ρυθμίσουμε τη φάση ώστε να συμπίπτει χρονικά η απόδοση των χαμηλών συχνοτήτων του Sub με τις μεσοϋψηλές των κυρίως ηχείων.
(Π.χ. Η νότα ενός ηλεκτρικού μπάσου ξεκινάει από τα 40Hz, ενώ οι αρμονικές του εκτείνονται μέχρι 4000Hz. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι όταν παίζει μία νότα οι θεμελιώδεις συχνότητες μαζί με τις αρμονικές τους θα παίζουν ταυτόχρονα και δεν θα προηγούνται οι μεν από τις δε).
Αυτό γίνεται με τη ρύθμιση φάσης. Είναι λίγα τα Subwoofer με ρυθμιστικό φάσης, τα περισσότερα έχουν μόνο αναστροφής πολικότητας, αλλά τέλος πάντων με διάφορους τρόπους γίνεται. Όταν ολοκληρωθούν οι ρυθμίσεις τα Sub μαζί με τα κυρίως ηχεία θα παίζουν ως ενιαίο ομοιογενές σύνολο.
Και αν είναι σωστή και επιτυχημένη η ρύθμιση το σύνολο θα παρέχει τα πλεονεκτήματα όλων των επιμέρους μονάδων και ακόμα περισσότερα.